ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ
Θεολόγου – Καθηγητοῦ
Οἱ Νεομάρτυρες ἀποτελοῦν ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα κεφάλαια τῆς ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὀνομάζονται Νεομάρτυρες ὅσοι ὁμολόγησαν τὸ Χριστὸ καὶ τὴν πίστη τους στὴν Ὀρθοδοξία καὶ ὑπέστησαν μαρτύρια καὶ θάνατο, ἀπὸ τὸ 1453 μέχρι σήμερα. Ἰδιαιτέρως στὰ μαῦρα χρόνια τῆς τουρκικῆς δουλείας, ὅπου οἱ ὑπόδουλοι Χριστιανοὶ εἶχαν νὰ διαλέξουν ἀνάμεσα στὸν βίαιο ἐξισλαμισμὸ καὶ τὸ μαρτυρικὸ θάνατο. Χιλιάδες Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ προστέθηκαν στὰ ἑκατομμύρια τῶν Μαρτύρων τῶν ἀρχαίων καὶ μέσων χρόνων.
Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς εἶναι καὶ ὁ ἅγιος Νεομάρτυς Θεόφιλος. Γεννήθηκε στὴ Ζάκυνθο στὰ 1615 ἀπὸ φτωχιὰ οἰκογένεια. Δὲ γνωρίζουμε πολλὰ γιὰ τὴν παιδική του ἡλικία. Γνωρίζουμε ὅμως τὴν τυραννία, τὶς ταπεινώσεις καὶ τὶς πιέσεις γιὰ νὰ ἀπαρνηθοῦν οἱ Ὀρθόδοξοι Ἑπτανήσιοι τὴν πίστη τους καὶ νὰ ἀσπασθοῦν τὸν αἱρετικὸ παπισμό. Πολλοὶ εἰδικοὶ ὑποστηρίζουν πὼς ἡ ἐκκλησιαστικὴ κατάσταση στὰ ὑπόδουλα στοὺς Ἑνετοὺς Ἑπτάνησα ἦταν χειρότερη ἀπὸ τὴν ὑπόλοιπη Ἑλλάδα, ὅπου στοιχειωδῶς γινόταν ἀνεκτὴ ἡ ὀρθόδοξη πίστη ἀπὸ τοὺς κατακτητὲς Ὀθωμανούς. Φαίνεται πὼς ὁ μικρὸς Θεόφιλος ἀνῆκε σὲ οἰκογένεια συνειδητῶν Ὀρθοδόξων Ζακυνθινῶν, ὅπου γαλουχήθηκε μὲ τὰ νάματα τῆς ἀληθινῆς πίστης.
Ἔφηβος ἀκόμη ἀποφάσισε νὰ ἀκολουθήσει τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ναυτικοῦ. Σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ ταξίδια του βρέθηκε στὴ Χίο. Φαίνεται πὼς εἶχε καλὴ φήμη, ὅλοι τὸν ἀγαποῦσαν διότι ἦταν φιλεργατικὸς καὶ συνεργάσιμος. Ἀλλὰ ὁ διάβολος, ὁ ὁποῖος μισεῖ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ὁμόνοια, ἔσπειρε στὸ καράβι διχόνοια. Γιὰ ἄγνωστη αἰτία ὁ νεαρὸς Θεόφιλος μάλωσε ἄγρια μὲ τὸν καπετάνιο, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ καράβι.
Τὸ γεγονὸς φαίνεται ὅτι μαθεύτηκε στὸ λιμάνι καὶ κάποιος τοῦρκος καπετάνιος ζήτησε ἀπὸ τὸν Θεόφιλο νὰ ἐργαστῇ στὸ δικό του καράβι. Προφανῶς ἔμαθε γιὰ τὸν ἄριστο χαρακτῆρα του καὶ θεώρησε συμφέρον του νὰ τὸν πάρῃ στὴ δούλεψή του. Ὅμως ὁ Θεόφιλος ἀρνήθηκε κατηγορηματικὰ νὰ ἐργαστῇ σὲ ἐργοδότη ἀλλόθρησκο καὶ μάλιστα μουσουλμᾶνο. Ἔμαθε ἀπὸ μικρὸς γιὰ τὴ συμφορὰ ποὺ προξενοῦσαν οἱ κατακτητὲς ἀλλόθρησκοι τοῦρκοι στὴν Ὀρθόδοξη πατρίδα μας καὶ γι’ αὐτὸ δὲν ἤθελε κανένα ἀλισβερίσι μαζί τους.
Αὐτὴ ἦταν καὶ ἡ ἀρχὴ τῶν περιπετειῶν τοῦ Θεόφιλου. Ὁ τοῦρκος καπετάνιος προσβλήθηκε ἀπὸ τὴν ἄρνηση τοῦ νεαροῦ ναυτικοῦ νὰ ἀποδεχτῇ τὴν πρόσκλησή του. Καὶ ζητοῦσε ἀφορμὴ νὰ τὸν ἐκδικηθῇ. Σκέφτηκε νὰ τὸν συκοφαντήσῃ. Ἐδῶ θὰ πρέπει νὰ ἐπισημάνουμε τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ τοῦρκοι μουσουλμᾶνοι τὶς περισσότερες φορὲς γιὰ νὰ ἐκδικηθοῦν καὶ νὰ τιμωρήσουν τοὺς ὑπόδουλους Ὀρθοδόξους Ἕλληνες κατασκεύαζαν συκοφαντικὲς δυσφημίσεις. Κυριότερη συκοφαντία ἦταν αὐτὴ τῆς ἄρνησης τῆς μουσουλμανικῆς θρησκείας. Κατηγοροῦσαν τοὺς Χριστιανοὺς ὅτι εἶχαν ἀσπασθεῖ τὸ Ἰσλὰμ καὶ κατόπιν τὸ ἀρνοῦνταν. Σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση ὁ ἰσλαμικὸς νόμος προέβλεπε τὴν ποινὴ τοῦ θανάτου, ἂν δὲν ὁμολογοῦσε ὁ Χριστιανὸς πίστη στὸ Ἰσλάμ.
Αὐτὸ ἔγινε καὶ μὲ τὸ Θεόφιλο. Φρόντισε ὁ τοῦρκος καπετάνιος καὶ βρῆκε ψευδομάρτυρες οἱ ὁποῖοι κατάγγειλαν ὅτι ὁ Θεόφιλος φοροῦσε δῆθεν τουρκικὸ φέσι, ποὺ σημαίνει ὅτι δῆθεν εἶχε ἀσπασθεῖ τὸ Ἰσλάμ. Ἔτσι τὸν κατάγγειλε στὶς ἀρχὲς καὶ ὁ Θεόφιλος ὁδηγήθηκε γιὰ ἀνακρίσεις στὸν τοῦρκο κατή, δηλαδὴ τὸν δικαστή. Ὁ κατὴς ἀφοῦ ἄκουσε τοὺς ψευδομάρτυρες πείσθηκε γιὰ τὴν ἐνοχὴ τοῦ Ρωμιοῦ ναυτικοῦ καὶ τὸν συμβούλεψε, πὼς ἂν θέλει νὰ γλυτώσῃ τὴ ζωή του νὰ ἀσπασθῇ τὸ Ἰσλάμ. Πὼς ἦταν ὁ μόνος τρόπος νὰ σωθῇ. Μάλιστα ἄρχισε ὁ κατὴς καὶ οἱ συνεργάτες του νὰ τοῦ τάζουν τιμές, ἀξιώματα, πλούτη καὶ ζωὴ γεμάτη ἄνεση καὶ ἀπολαύσεις ἂν τούρκευε. Τότε ἐκεῖνος, χωρὶς νὰ σκεφτῇ οὔτε στιγμὴ τὰ ταξίματα τῶν τούρκων, ἄρχισε νά φωνάζῃ μὲ ὅλη τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς του: «Ἐγὼ δὲν ἀρνοῦμαι τὸ Χριστό μου. Ποτὲ δὲ θὰ τὸν ἀρνηθῶ. Αὐτὸν πιστεύω, Αὐτὸν ὁμολογῶ γιὰ Θεὸ ἀληθινό»! Μετὰ ἄρχισαν οἱ φοβέρες, ὅτι θὰ ὑποστῇ μαρτύρια καὶ θὰ χάσει τὰ νιᾶτα του καὶ τὴ ζωή του. Ἀλλὰ ὁ Θεόφιλος ἔμεινε ἀμετακίνητος στὴν πίστη του.
Οἱ τοῦρκοι πῆραν τὴν ἀπόφαση νὰ τὸν ἐξισλαμίσουν μὲ τὸ ζόρι καὶ γι’ αὐτό του ἔκαμαν περιτομὴ καὶ ἐπειδὴ ἦταν ὄμορφος νέος ἀποφάσισαν νὰ στὸν στείλουν πεσκέσι στὸ Σουλτᾶνο, ὁ ὁποῖος, ὅπως εἶναι γνωστό, ἐκτὸς ἀπὸ χαρέμι γυναικῶν, διατηροῦσε καὶ χαρέμι νεαρῶν ἀγοριῶν! Ὁ Θεόφιλος προσευχόταν ἀδιάκοπα νὰ τὸν βοηθήσῃ ὁ Θεὸς ἀπὸ αὐτὴ τὴν αἰσχρότητα καὶ νὰ ξεφύγῃ ἀπὸ τὰ χέρια τους. Κάποια νύχτα, ἐνῷ οἱ δεσμοφύλακες πῆγαν σὲ κάποιο τζαμὶ νὰ προσευχηθοῦν, ἔκαμε τὸ σταυρό του ἅρπαξε τὰ ἅρματά τους καὶ ἔφυγε. Κρύφτηκε καλὰ νὰ μὴν τὸν βροῦν. Τρεῖς μέρες ἔμεινε κρυμμένος καὶ πεινασμένος. Κατόπιν ἔτρεξε στὸν πρώην καπετάνιο του νὰ βρῇ τροφὴ καὶ καταφύγιο. Κάποια στιγμὴ βρῆκε εὐκαιρία καὶ ἔφυγε γιὰ τὴ Σάμο, ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲ μπόρεσε νὰ βρῇ ἐργασία καὶ ξαναγύρισε στὴ Χίο, παρακαλῶντας τὸν καπετάνιο νὰ τὸν πάρῃ μαζί του. Ὅμως τὸν εἶδαν κάποιοι τοῦρκοι, οἱ ὁποῖοι τὸν ἔπιασαν καὶ τὸν ὁδήγησαν ξανὰ στὸν τοῦρκο δικαστή. Τώρα, μετὰ τὴν περιτομή, δὲ μποροῦσε νὰ ἀρνηθῇ ὅτι δὲν εἶχε ἀσπασθεῖ τὸ Ἰσλάμ. Ὁ ἴδιος φώναζε: «Εἶμαι Χριστιανὸς καὶ Χριστιανὸς θέλω νὰ πεθάνω». Ὁ Κατὴς ἔβγαλε τὴν ἀπόφαση: θάνατος διὰ τῆς πυρᾶς!
Τὸν φόρτωσαν ἕνα δεμάτι ξύλα καὶ τὸν διαπόμπευσαν μέσα στοὺς δρόμους καὶ τὸν ὁδήγησαν στὸν τόπο τῆς ἐκτέλεσης. Γιὰ μιὰ ἀκόμα φορὰ θέλησαν νὰ τὸν μεταπείσουν, ἀλλὰ ὁ ἅγιος φώναζε: «Δὲν ἀρνοῦμαι τὸν Χριστό μου, εἶμαι Χριστιανός, θέλω νὰ πεθάνω ὡς Χριστιανός. Γιατί καθυστερεῖτε;». Τότε ξεφόρτωσαν ἀπὸ τὴν πλάτη του τὰ ξύλα καὶ ἄναψαν μεγάλη φωτιά. Ὁ ἅγιος προσευχήθηκε, ἔκανε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ καὶ εἶπε: «Σὲ Σένα Χριστὲ μου παραδίνω τὴν ψυχή μου» καὶ ὅρμισε μόνος του στὶς τεράστιες φλόγες, οἱ ὁποῖες κατέφαγαν σὲ ἐλάχιστα λεπτὰ τὸ νεανικὸ σῶμα τοῦ μάρτυρα. Ἡ ψυχή του φτερούγισε στὰ οὐράνια νὰ ἐνταχθῇ στὴ θριαμβεύουσα Ἐκκλησία. Ἦταν μόλις 18 χρονῶν, μαρτύρησε τὸ ἔτος 1635.
Οἱ Χριστιανοὶ τῆς Χίου πληρώνοντας ἀρκετὰ χρήματα πῆραν ὅσα ἀπὸ τὰ ἱερὰ λείψανα τοῦ Μάρτυρα σώθηκαν ἀπὸ τὴ θανατερὴ θρᾶκα καὶ τὰ κατέθεσαν στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τῆς πόλεως. Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται στὶς 24 Ἰουλίου.
__________________________________
Πολυτονισμὸς ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΣ
«Πᾶνος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου