ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ [: Ματθ. 4, 18-23]
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου
με θέμα:
«ΚΛΗΣΙΣ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 12-6-1988]
(Β197)
Μετά την Βάπτισή Του, αγαπητοί μου, ο Κύριος στον Ιορδάνη από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή, ξεκινά για το δημόσιο, σωτήριον έργον Του. Η πρώτη κίνησίς Του ήτο να καλέσει έναν μικρό όμιλο μαθητών, που αυτοί θα Τον βοηθούσαν εις το έργον που ανελάμβανε. Θα Τον πλαισίωναν, θα άκουγαν την διδασκαλία Του, θα Τον βοηθούσαν στις σχέσεις Του με τον όχλον, το πλήθος, θα εγίνοντο μάρτυρες του προσώπου Του και των γεγονότων που θα το χαρακτήριζαν το πρόσωπό Του και θα εστέλλοντο από τον Κύριο εις τις εσχατιές της γης, για να κηρύξουν το Ευαγγέλιον της αγάπης του Θεού και της σωτηρίας. Αυτό το Ευαγγέλιον, που τελεσιουργήθηκε από τον Ενανθρωπήσαντα Λόγον του Θεού.
Έτσι ο Κύριός μας, ένα πρωινό, αγαπητοί μου, παρά την λίμνην της Τιβεριάδος, ξεκινά για την κλήση των πρώτων Του μαθητών. Σημειώνει ο ιερός Ευαγγελιστής Ματθαίος: «Εἶδε δύο ἀδελφούς, Σίμωνα, τὸν λεγόμενον Πέτρον καὶ Ἀνδρέαν, τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ και λέγει αὐτοῖς: δεῦτε ὀπίσω μου. Καὶ προβὰς ἐκεῖθεν εἶδεν ἄλλους δύο ἀδελφούς, Ἰάκωβον τὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ καὶ ἐκάλεσεν αὐτούς. Οἱ δὲ ἠκολούθησαν αὐτῷ».
«Καὶ ἐκάλεσεν αὐτούς». Σε αυτήν ακριβώς την κλήσιν, αγαπητοί μου, θα μείνομε κι εμείς σήμερα, γιατί μας εντυπωσιάζει το γεγονός πώς ο Θεός φθάνει να καλέσει τον άνθρωπον. Και καλεί τον κάθε άνθρωπον, της κάθε εποχής, είτε μικρός είναι στην ηλικία, είτε μεγάλος, είτε εύσημος, είτε άσημος. Με σκοπό πάντοτε για να τον σώσει.
Αλλά λέμε: «καλώ», «καλεί ο Θεός τον άνθρωπον». Τι σημαίνει «καλώ»; Σημαίνει ότι υπάρχει μία απόστασις ανάμεσα στον καλούντα και εις τον καλούμενον· γιατί αλλιώτικα δεν θα είχε νόημα η κλήσις. Σημαίνει, λοιπόν, ότι υπάρχει μία απόσταση και αυτή την απόστασιν η κλήσις, εάν τύχει ανταποκρίσεως, τότε το κενόν αυτό, η απόστασις αυτή, συμπληρούται.
Όταν ο Θεός δημιούργησε τους πρωτοπλάστους, δεν υπήρχε καμία απόστασις μεταξύ του Θεού και των πρωτοπλάστων. Και, συνεπώς, δεν υπήρχε καμία ανάγκη κλήσεως. Όταν, όμως, ο Αδάμ αμάρτησε, έρχεται τότε ο Θεός και τον καλεί: «Ἀδάμ, ποῦ εἶ;».«Αδάμ, πού είσαι;». Ήταν κλήσις αποκαταστάσεως. Ήταν κλήσις μετανοίας. Πάντως ήταν μία κλήσις εξαφανίσεως της αποστάσεως ανάμεσα στον καλούντα Θεόν και εις τον καλούμενον Αδάμ. Αλλά τότε, κατά δυστυχίαν, δεν υπήρξε ανταπόκρισις εκ μέρους του Αδάμ προς τον καλούντα Θεόν. Και ο Θεός τώρα αφήνει την επανάληψιν της κλήσεως δια τα έσχατα της Ιστορίας. «Τοὺς δὲ ἐσχάτους καιροὺς ἔστειλεν ὁ Θεὸς τὸν Υἱὸν Αὐτοῦ εἰς τὸν κόσμον…» κ.λπ.
Και αυτή η κλήσις θα εγίνετο με την Ενανθρώπηση του δευτέρου Προσώπου της Αγίας Τριάδος. Και θα ήτο κλήσις παγκοσμία. Και όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης: «Ὁμότιμος ἐπὶ πάντας ἡ κλῆσις. Οὔτε ἀξίας, οὔτε ἡλικίας, οὔτε τὰς κατὰ τὰ ἔθνη διαφορὰς διακρίνουσα». «Μία κλήση που δεν ξεχώριζε ούτε ανάμεσα στις ηλικίες, ούτε ανάμεσα στις αξίες, ούτε ανάμεσα εις τα έθνη». Μία δηλαδή «ὁμότιμος», δηλαδή μία ισότιμος, δηλαδή μια κλήση που θα απετείνετο προς όλους τους ανθρώπους.
Μέσα από τον προχριστιανικό κόσμο είχε καλέσει ο Θεός τον Αβραάμ. Και η κλήσις του Αβραάμ ήταν ένα προοίμιον της κλήσεως όλων των ανθρώπων. Ένα προοίμιον. Τον καλεί, τον στέλνει σε μία άλλη γη και ο Αβραάμ ζει μέσα εις τον χώρον της πίστεως. Προοίμιον, σας είπα, της κλήσεως όλων των ανθρώπων και τύπος. Λέγει ο άγιος Ιουστίνος: «Ὁ Χριστὸς διὰ τῆς ὁμοίας κλήσεως ἐκάλεσεν αὐτόν –τον Αβραάμ δηλαδή- καὶ ἡμᾶς». «Με την ομοία κλήση».
Θα λέγαμε, όμως, και θα τολμούσαμε να πούμε ότι η δική μας η κλήσις, μετά Χριστόν πια, από τον Χριστό, αν θέλετε, είναι ανωτέρα από την κλήση του Αβραάμ· διότι είναι αισθητοτέρα. Ο Αβραάμ δεν είδε τον Θεό με τα μάτια του, όπως Τον είδαμε εμείς όταν ενηνθρώπησε. Αντιλαμβάνεστε, λοιπόν, ότι η κλήσις η δική μας είναι ανωτέρα από την κλήση του Αβραάμ. Άλλο ότι ο Αβραάμ είναι μέγας, διότι ανταποκρίθηκε στην εποχή του και ανταποκρίθηκε με στοιχείο μιας πολύ μεγάλης πίστεως. Και αυτή η πίστις του Αβραάμ τον κάνει να είναι γενάρχης της πίστεως και, συνεπώς, αρχηγός όλων εκείνων που θα εδέχοντο την κλήση του Υιού του Θεού δια της πίστεως.«Καί ἐπίστευσεν», λέγει, «Ἀβραὰμ τῷ Θεῷ, καὶ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην». «Πίστεψε και αυτή η πίστις τού λογαριάστηκε σαν αρετή, και, μάλιστα, κορυφαία αρετή». Γι’ αυτό και τα τέκνα του Αβραάμ, όχι τα κατά σάρκα, όσα θέλουν, ναι, αλλά όσα εκείνα θα πίστευαν εις την κλήσιν αυτήν, λέγονται «τέκνα του Αβραάμ». Είναι τέκνα της πίστεως. Είναι τέκνα της διαθήκης της πίστεως. Και όχι της διαθήκης του νόμου.
Θα λέγαμε ότι οι Εβραίοι, με την εμφάνισιν του Κυρίου μας μέχρι σήμερα, που δεν επίστευσαν εις τον Χριστόν, ουσιαστικά δεν είναι τέκνα του Αβραάμ. Είναι μόνον κατά σάρκα, που αυτό δεν έχει και πολλή σημασία· διότι έμειναν στη διαθήκη του νόμου και δεν πέρασαν εις την διαθήκην της πίστεως και συνεπώς ο Αβραάμ είναι ο γενάρχης της πίστεως και εμείς είμεθα ο λαός της πίστεως και, συνεπώς, είμεθα τέκνα του Αβραάμ. Γι’ αυτό είχε πει και ο Ιωάννης ο Βαπτιστής ότι «ο Θεός είναι ικανός και δυνατός να εγείρει, δηλαδή να σηκώσει τέκνα εις τον Αβραάμ». Δηλαδή «να απορρίψει εσάς, που είστε κατά σάρκα παιδιά του Αβραάμ, και να βγάλει καινούργια παιδιά του Αβραάμ». Και εννοούσε την Εκκλησία, εννοούσε τον καινούργιο λαό, τον λαό της Καινής Διαθήκης, τον λαό της πίστεως. Όπως λέγει πάλι ο άγιος Ιουστίνος: «Τῆς κλήσεως τῆς καινῆς καὶ αἰωνίου διαθήκης, τουτέστιν τοῦ Χριστοῦ». Αυτή η καινούρια διαθήκη, η αιωνία διαθήκη, η διαθήκη της πίστεως.
Και η κλήσις αυτή γίνεται και πραγματοποιείται από μόνη την αγάπη του Θεού. Γιατί ο Θεός καλεί; Ποιο είναι το ελατήριον του Θεού; Έχει κάποιο «διάφορον» ο Θεός; Έχει κάποιο συμφέρον; Υπάρχει στον Θεό ιδιοτέλεια; Όχι, αγαπητοί. Ο Θεός είναι ανιδιοτελής. Ο Θεός είναι χωρίς ανάγκες. Ο Θεός δεν θέλει και δεν έχει ανάγκη από ολόκληρη την δημιουργία Του τίποτα. Όταν ο Θεός ζητά τη μετοχή στη ζωή Του, τη μετοχή της κτίσεως στη ζωή την δική Του, είναι γιατί θέλει να καταστήσει την κτίση Του μακαρία, ευτυχισμένη.
Γι’ αυτό λοιπόν η κλήσις που κάνει ο Θεός στον άνθρωπο είναι με κίνητρο μόνη και μοναδική την αγάπη. Γι’ αυτό λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής στην πρώτη του επιστολή: «Ἡμεῖς ἀγαπῶμεν αὐτόν, ὅτι αὐτὸς πρῶτος ἠγάπησεν ἡμᾶς».«Τον αγαπούμε, ανταποκρινόμεθα εις την κλήσιν Του, γιατί Αυτός πρώτος μας έχει αγαπήσει». Και όπως λέγει στη συνέχεια: «Ἡ κλῆσις ἡμῶν, ὡς ποτέ μὴ οὖσα, νῦν δὲ ἐπιγενομένη, προηγουμένην ἔχει τὴν βούλησιν καὶ κατὰ τὴν εὐδοκίαν τοῦ θελήματος γέγονεν», σημειώνει ο Μέγας Αθανάσιος. Δηλαδή «η κλήση μας, που ήταν ανύπαρκτη, τώρα όμως είναι υπαρκτή, έχει σαν προηγούμενό της το θέλημα του Θεού· και κατά την ευδοκία του θελήματός Του έχει γίνει αυτή η κλήση μας».
Και ο Πατήρ, από αγάπη, στέλνει τον Υιό στον κόσμον για να μας καλέσει. Και ο Υιός γίνεται άνθρωπος και φθάνει μέχρι του Σταυρού, για να μας συγκινήσει σε αυτήν την κλήση. Γιατί τη θεωρεί παμμεγίστη. Διότι με αυτήν σώζεται ο άνθρωπος. Ο άνθρωπος που πια πορώθηκε στην αμαρτία. Ο άνθρωπος που ίσως θα απέρριπτε την κλήσιν· και την απορρίπτει. Πάμπολλοι άνθρωποι απορρίπτουν την κλήση του Θεού. Αλλά ανεβαίνει μέχρι του Σταυρού, για να συγκινήσει τον άνθρωπον.
Έχω ακούσει ανθρώπους, αγαπητοί μου, να αισθάνονται χαρά γιατί ο Χριστός ανέβηκε στον Σταυρό… «Έτσι… Έτσι… Γιατί…. έτσι! Καλά σου έκαναν και σε σταύρωσαν». Αντιλαμβάνεστε ότι εδώ υπάρχει μια φοβερά πωρωμένη ψυχή. Εκείνο το στοιχείον που χρησιμοποιεί ο Θεός για να συγκινήσει, γίνεται στοιχείον περισσοτέρας και περισσοτέρας και βαθυτέρας και χαώδους σκληρύνσεως. Είναι φοβερό, είναι ακατανόητο, είναι παράλογο. Και μόνο ό,τι είναι δαιμονικό είναι παράλογο.
Και λέγει ωραιότατα ένα μικρό τροπάριο από τα Εγκώμια της Μεγάλης Παρασκευής, είναι από την Α΄ Στάση: «Ἐπὶ γῆς κατῆλθες ἵνα σώσῃς Ἀδάμ, καὶ ἐν γῇ μὴ εὑρηκώς τοῦτον, Δέσποτα, μέχρις ᾍδου κατελήλυθας ζητῶν». «Ήλθες», λέγει, «στη γη, για να σώσεις τον Αδάμ. Δεν τον βρήκες, όμως, να ζει εις την ζωήν αυτήν επάνω στη γη και κατέβηκες εις τον Άδην για να τον συναντήσεις εκεί, για να τον αναζητήσεις». Και ένα δεύτερο τροπάριο, της Β΄ Στάσεως απ’ τα Εγκώμια. Λέγει: «Ἔπτηξεν (:δηλαδή μαζεύτηκε) Ἀδὰμ Θεοῦ βαίνοντος ἐν Παραδείσῳ (: όταν περπατούσε ο Θεός εις τον Παράδεισον, κρύφτηκε ο Αδάμ), χαίρει δὲ πρὸς ᾍδην φοιτήσαντος, πεπτωκὼς ποτέ, καί νῦν ἐξεγερθείς». «Τώρα, όμως, ο Αδάμ χαίρει, που έρχεται κάτω εις τον Άδην, για να τον σηκώσει αυτόν τον πεσμένον».
Και πώς μας κάλεσε ο Θεός; Εδώ θέλω να προσέξετε. Μας εκάλεσε «ἐν ἐλευθερίᾳ». Είναι χαρακτηριστική η παρατήρησις ενός πατρός της Εκκλησίας μας, του Τίτου Βόστρων, που λέγει –προσέξτε, παρακαλώ, πολύ- ότι η έννοια της κλήσεως προϋποθέτει την έννοιαν της ελευθερίας. Διότι σε μια κλήση προϋποτίθεται ή η άρνησις ή η κατάφασις. Εάν σε καλεί ο Θεός, μπορείς να πεις ή το «ναι» ή το «όχι». Έτσι, λοιπόν, αυτομάτως μπαίνει το στοιχείον της ελευθερίας, με την είσοδον της κλήσεως. Και το λέγει ως εξής: «Τὸ δόγμα τῆς προαιρέσεως ὁμολογεῖται διὰ τοῦτο καὶ ἡ κλῆσις». Πώς ομολογείται το δόγμα της προαιρέσεως; Δηλαδή της ελευθερίας; Όταν γίνει η κλήσις. Έχομε κλήση; Έχομε ελευθερία. Και από τη στιγμή που ο Θεός καλεί, προϋποθέτει την ελευθερίαν. Αυτό είναι πολύ θεμελιώδους σημασίας, αγαπητοί μου.
Είναι εκείνο που θα γράψει ο Απόστολος Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή του, εκείνη την περικοπή που είναι τόσο παρεξηγημένη, ιδίως από τον προτεσταντικόν κόσμον: «Τοῖς ἀγαπῶσι –λέει- τὸν Θεὸν (:εκείνους που αγαπάνε τον Θεόν) πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν(: όλα τους βγαίνουν συνεργούς στο καλό. - Σε ποιους όμως; Προσέξτε τώρα:) τοῖς κατὰ πρόθεσιν κλητοῖς οὖσι(: αυτοί που είναι κλητοί, δηλαδή καλεσμένοι, αλλά κατά πρόθεσιν. Δηλαδή γιατί οι ίδιοι θα το ήθελαν να είναι κλητοί)· ὅτι οὓς προέγνω (: γιατί εκείνους που προγνώρισε), καὶ προώρισε - Εδώ είναι το λάθος των ερμηνευτών της Δύσεως. Ότι δηλαδή προορίζει ο Θεός. Απόλυτος προορισμός. Λάθος! -· οὓς δὲ προώρισε (: εκείνους δε που προόρισε), τούτους καὶ ἐκάλεσε (: αυτούς και κάλεσε) καὶ οὓς ἐκάλεσε, τούτους καὶ ἐδικαίωσεν(: κι εκείνους που κάλεσε, αυτούς δικαίωσε) οὓς δὲ ἐδικαίωσε, τούτους καὶ ἐδόξασε (: και εκείνους που δικαίωσε, αυτούς και τελικά δόξασε)».
«Να λοιπόν», θα πουν εκείνοι που δεν καταλαβαίνουν καλά, θα πουν: «Ορίστε. Βλέπεις; Εκείνους τους οποίους προγνώρισε, δηλαδή εκείνους που τους προόρισε, αυτούς και καλεί». Λάθος, αγαπητοί μου. Αν έπρεπε να το δούμε το χωρίον αυτό αντίστροφα, να πάμε από το τέλος προς την αρχή, ακούσατε:. «Εδόξασε αυτούς που εδικαίωσε. Εδικαίωσε αυτούς που εκάλεσε. Εκάλεσε αυτούς που προόρισε. Προόρισε αυτούς που προγνώρισε». Πώς τους προγνώρισε; Και προγνώρισε αυτούς που ήσαν «κατὰ πρόθεσιν κλητοί». Αυτοί που ήθελαν. Όταν κάποτε στο μέλλον, θα τους καλούσε ο Θεός, θα λέγανε το «ναι». Πώς τους βλέπει ο Θεός; Προ καταβολής κόσμου. Πριν γίνει ο κόσμος, βλέπει τις προθέσεις εκείνων που θα δεχθούν κι εκείνων που δεν θα δεχθούν. Όπως είδε και την πρόθεσιν του Ιούδα. Είδε και την πρόθεσιν του Πέτρου και του Ιωάννου κ.λπ.
Γι’αυτό, αγαπητοί, γράφει ακόμη στους Γαλάτας ο Απόστολος Παύλος: «Ὑμεῖς γὰρ (: Εσείς δηλαδή) ἐπ’ ἐλευθερίᾳ ἐκλήθητε, ἀδελφοί». Δηλαδή ελεύθερα κληθήκαμε. Ελεύθερα κληθήκαμε, να ζήσομε μέσα στον χώρον της αληθινής ελευθερίας. Συνεπώς τρόπος και περιεχόμενον, πάντοτε, είναι η ελευθερία εις την κλήσιν που μας κάνει ο Θεός. Και το τονίζομε αυτό, γιατί ο σύγχρονος άνθρωπος έχει μία ευαισθησία στο θέμα της ελευθερίας, έστω και αν αυτή που ζητά είναι κακοποιημένη και αμφίβολη. Εξάλλου, καλούμενοι, στη δική μας την προαίρεση δεν είναι να σταθούμε εκλεκτοί ή όχι; Κλητός και εκλεκτός. Κλητός, γιατί καλούμαι από τον Θεό. Στο χέρι μου είναι, στην προαίρεσή μου είναι, στην ελευθερία μου είναι να γίνω τώρα τι; Εκλεκτός. Ή να μη γίνω εκλεκτός. Απόδειξη ότι ο Κύριος καλεί πάντας, γιατί «πάντας θέλει σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν», που λέγει ο Απόστολος Παύλος. Εντούτοις, σημειώνει ο Κύριος και την εξής πραγματικότητα: «Πολλοὶ εἰσὶν οἱ κλητοί, ὀλίγοι δὲ οἱ ἐκλεκτοί». Πολλοί. Το «πολλοί» θα πει πάντες. Είναι οι καλεσμένοι. Αλλά οι εκλεκτοί είναι λίγοι. Γιατί; Προϋποθέτει την ελευθερία. Αυτό είναι πολύ σημαντικό.
Έτσι, ο Θεός αγαπητοί μου, γνωρίζει την προαίρεση του καθενός προ καταβολής κόσμου. Εκείνο το χωρίον, η φρασούλα ότι «ο Κύριος», λέει, «είδε δύο αδελφούς». Είδε. Αυτό το «είδε» θα μου πείτε βέβαια ότι είναι ιστορικό. Ναι. Ήρθε εκεί στην παραλία, είδε δύο αδέρφια…- τα είχε δει πιο μπροστά ο Κύριος, τους είχε δει από καταβολής κόσμου. Δεν τους προόρισε· αλλά τους είδε. Είδε ότι είχαν αυτήν την αγαθήν προαίρεσιν, τους καλεί ελευθέρως και ελευθέρως εκείνοι αποδέχονται. Εν αντιθέσει με τον πλούσιον νεανίσκον, ο οποίος κλήθηκε από τον Κύριον… «Θέλεις», λέει, «την αιώνιον ζωήν; Ακολούθησέ με». Εκείνος είπε: «Χμ… Δύσκολα πράγματα». Κι έφυγε... Για να καταλάβομε, να νιώσομε την έννοια της ελευθερίας.
Και η κλήσις του Θεού είναι γεγονός πια. Πώς, όμως, μπορούμε, αγαπητοί μου, να αποδεχθούμε αυτήν την κλήσιν του Θεού; Θέλει κάποιες προϋποθέσεις. Ε, λοιπόν, ο Απόστολος Παύλος μας προδιαγράφει μέσα στις επιστολές του αυτούς τους όρους, αυτές τις προϋποθέσεις για να τύχομε μιας καταξιωμένης κλήσεως. Να αξιοποιήσομε αυτήν την κλήση μας. Και θα παρακαλέσω, γρήγορα θα σας τα πω, γιατί τέλειωσε και η ώρα, να καταλάβομε αυτές τις βασικές προϋποθέσεις.
Πρώτα πρώτα πρέπει να καταλάβομε ότι κληθήκαμε. Μπορεί κάποιος να πει: «Εγώ ποιος είμαι;». Λέει στην Α΄ προς Κορινθίους: «Βλέπετε τὴν κλῆσιν ὑμῶν (: Προσέξτε, λέει, την κλήση σας), ἀδελφοί, ὅτι οὐ πολλοὶ σοφοὶ κατὰ σάρκα, οὐ πολλοὶ δυνατοί, οὐ πολλοὶ εὐγενεῖς (:είναι άνθρωποι απλοί, άνθρωποι κατά κόσμον άγνωστοι και τιποτένιοι· κατά κόσμον. Κι όμως κληθήκατε στο να πιστέψετε και να κληρονομήσετε την Βασιλεία του Θεού)». Έτσι, λοιπόν, πρώτη προϋπόθεσις είναι ότι πρέπει να πιστέψω ότι είμαι κι εγώ ένας κλητός, ένας καλεσμένος, ανεξάρτητα από τα εξωτερικά μου προσόντα, αν είμαι εύσημος ή άσημος, μορφωμένος ή αμόρφωτος, μικρός ή μεγάλος, γιατί απλούστατα είμαι άνθρωπος, εικόνα του Χριστού. Αυτό πρέπει να το νιώσω, να το αποδεχθώ. Είναι εκείνο αν θέλετε, που λέει στη σχετική παραβολή στον δούλον: «Ἀνάγκασον εἰσελθεῖν». Ο άλλος έχει τους ενδοιασμούς του, τους δισταγμούς του. «Μα εμένα με καλεί;». Ναι. Γι΄αυτό λέει εκεί «Ἀνάγκασον εἰσελθεῖν».
Δεύτερον. Πρέπει να υπάρξει μία σταθερότητα στην αποδοχή της κλήσεώς μας, χωρίς κλυδωνισμούς. Λέγει ο Απόστολος Πέτρος στην δευτέρα του επιστολή: «Ἀδελφοί, σπουδάσατε βεβαίαν ὑμῶν τὴν κλῆσιν καὶ ἐκλογὴν ποιεῖσθαι (: Φροντίστε, λέγει, να την κάνετε στερεά, σταθερά –αυτό θα πει «βεβαία»- την κλήσιν σας και την εκλογήν σας). Ταῦτα γὰρ ποιοῦντες οὐ μὴ πταίσητέ ποτε (: αν λέγει, έχετε σταθερότητα εις την κλήσιν σας… -‘’Με κάλεσε ο Θεός, θα ανταποκριθώ!’’-· ποτέ δεν θα αμαρτήσετε). Οὕτω γὰρ πλουσίως ἐπιχορηγηθήσεται ὑμῖν ἡ εἴσοδος εἰς τὴν αἰώνιον βασιλείαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν καὶ Σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ». «Έτσι, θα επιχορηγηθεί, θα σας δοθεί, όχι τσιγγούνικα, πλούσια, η είσοδός σας στην Βασιλεία του Θεού». Έτσι μια φορά δεχθήκαμε, θα λέγαμε, άπαξ απεδέχθημεν την κλήση του Θεού, ποτέ· δεν πρέπει να την προδώσομε. Θυμηθείτε τον Ιούδα. Επρόδωσε την κλήση του. Θυμηθείτε τον Δημά, τον συνεργάτη του Παύλου. Επρόδωσε την κλήση του.
Τρίτον. Πρέπει να φανούμε άξιοι μιας τόσο μεγάλης θεϊκής κλήσεως. Λέγει στους Εφεσίους: «Παρακαλῶ οὖν ὑμᾶς ἐγὼ ὁ δέσμιος ἐν Κυρίῳ, ἀξίως περιπατῆσαι τῆς κλήσεως ἧς ἐκλήθητε». «Άξια», λέει, «να πολιτευθείτε την κλήση με την οποία έχετε κληθεί». Και πρώτο κίνητρο αυτής της κλήσεως της αξίως πραγματουμένης, είναι η φιλοτιμία. Ακούστε: «Ποιος με κάλεσε; Ο Θεός με κάλεσε. Εγώ τι; Δεν θα ανταποκριθώ;». Είναι η φιλοτιμία. Λέει ο Απόστολος Παύλος για τον εαυτό του: «Φιλοτιμούμεθα εὐάρεστοι αὐτῷ εἶναι» λέει στην Β΄ προς Κορινθίους. Φιλοτιμούμεθα. «Να είμεθα ευάρεστοι στον Θεό, ευχάριστοι, αρεστοί στον Θεό». Γιατί; Γιατί Ένας Θεός μας κάλεσε! Είναι μικρό αυτό; Κι αυτή η φιλοτιμία, αγαπητοί μου, εκφράζεται με την τήρηση των εντολών, με την αγάπη σε Εκείνον που μας κάλεσε. Οι τέσσερις μαθηταί εκεί εις τον αιγιαλόν της λίμνης δεν πρόδωσαν ποτέ τους αυτήν τους την αγάπη. Έστω κι αν για μια στιγμή ο Πέτρος εσαλεύθη και οι άλλοι μαθηταί για μια στιγμή εγκατέλειψαν τον Κύριον, όταν παρεδόθη εις τους Ιουδαίους, ήταν γιατί ακόμα δεν είχαν το Πνεύμα το Άγιον. Μα εμείς με το βάπτισμά μας το επήραμε το Πνεύμα το Άγιον! Συγχωρείται να εγκαταλείπομε τον Κύριον;
Τέταρτον. Η κλήσις του Θεού πρέπει να είναι κλήσις αγία, γιατί Άγιος είναι ο Θεός. Και συνεπώς πρέπει να είναι κλήσις αγιασμού. Λέγει στους Θεσσαλονικείς ο Απόστολος: «Οὐ γὰρ ἐκάλεσεν ἡμᾶς ὁ Θεὸς ἐπὶ ἀκαθαρσίᾳ, ἀλλ’ ἐν ἁγιασμῷ». «Δεν μας κάλεσε για να ζούμε μέσα στη βρωμιά της αμαρτίας, αλλά μέσα στον αγιασμό». Και αυτός ο αγιασμός, αγαπητοί μου, εννοείται τόσο με την ευρεία, όσο και με τη στενή έννοια. Με την στενή έννοια, ακούστε και θα εκπλαγείτε. Για να δείτε πόσο μακριά έχει φύγει η εποχή μας από το κριτήριον του Ευαγγελίου: «Τοῦτο γάρ ἐστι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὁ ἁγιασμὸς ὑμῶν (:Αυτό, λέει, είναι το θέλημα του Θεού· ο αγιασμός σας. Τι;) ἀπέχεσθαι ὑμᾶς ἀπὸ τῆς πορνείας (:μακριά από την ανηθικότητα), εἰδέναι ἕκαστον ὑμῶν τὸ ἑαυτοῦ σκεῦος κτᾶσθαι ἐν ἁγιασμῷ καὶ τιμῇ, μὴ ἐν πάθει ἐπιθυμίας (:ο καθένας να μάθει να κρατά το ‘’σκεῦος’’ του. «Σκεῦος» είναι το σώμα. Ἐν ἁγιασμῷ. Μακριά από πορνικές, ομοφυλοφιλικές, γενικά ανήθικες πράξεις. Μακριά!). Και ακόμη: «Μὴ ἐν πάθει ἐπιθυμίας … τὸ μὴ ὑπερβαίνειν καὶ πλεονεκτεῖν ἐν τῷ πράγματι τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ». «Να μην είσαι πλεονέκτης, να θες να υπερβείς το θέμα… ό,τι είσαι και να προβείς εις την πορνείαν, να προβείς εις την μοιχείαν».
Εν ευρεία δε εννοία αυτός ο αγιασμός είναι κατά τον Απόστολον Πέτρον: «Κατὰ τὸν καλέσαντα ὑμᾶς Ἅγιον καὶ αὐτοὶ ἅγιοι ἐν πάσῃ ἀναστροφῇ γενήθητε (:‘’ἐν πάσῃ ἀναστροφῇ’’, σε ολόκληρη την συμπεριφορά σας να είσαστε άγιοι, κατά τον καλέσαντα Άγιον Θεόν) διότι γέγραπται (είναι γραμμένο)· ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγὼ ἅγιός εἰμι».
Πέμπτον. Έχομε ακόμα την κλήσιν μετοχής στα παθήματα του Χριστού. Κληθήκαμε να γίνομε μέτοχοι των παθημάτων του Χριστού. Και αυτή η κλήσις είναι κορυφαία και μόνον δια τους εκλεκτούς. «Ἀγαθοποιοῦντες καὶ πάσχοντες – λέει ο Απόστολος Πέτρος- ὑπομενεῖτε· εἰς τοῦτο γὰρ ἐκλήθητε, ὅτι καὶ Χριστὸς ἔπαθεν ὑπὲρ ἡμῶν». Σε τι κληθήκαμε; Γιατί έπαθε ο Χριστός, να πάθουμε κι εμείς. Είναι η μετοχή μέσα στα πάθη του Χριστού. Είναι αυτό που θα γράψει ο Απόστολος Παύλος: «Ἀνταναπληρῶ τὰ ὑστερήματα τῶν παθημάτων τοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ σαρκί μου, ὑπὲρ τοῦ σώματος αὐτοῦ, ὅ ἐστιν ἡ Ἐκκλησία».
Και τέλος, έκτον, είναι η κλήσις δια το άνω βραβείον. Είναι αυτό που θα γράψει ο Απόστολος Παύλος στους Φιλιππησίους: «Κατὰ σκοπὸν διώκω ἐπὶ τὸ βραβεῖον τῆς ἄνω κλήσεως τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ». Δεν θα είχε νόημα, αγαπητοί μου, η κλήσις του Θεού στον άνθρωπο, αν δεν υπήρχε αυτό το άνω βραβείον. Και αυτό το άνω βραβείον είναι η Βασιλεία του Θεού. «Ἀδελφοί –λέει στους Εβραίους- ἅγιοι, ἐπουρανίου κλήσεως μέτοχοι». Μέτοχοι επουρανίου κλήσεως.
Αγαπητοί μου, γράφοντας ο Απόστολος Πέτρος την δευτέρα του επιστολή, την καθολική, αναφερόμενος σ’ αυτήν την βεβαίαν, την σταθεράν κλήσιν, τι λέγει: «Διὸ οὐκ ἀμελήσω ἀεὶ ὑμᾶς ὑπομιμνῄσκειν περὶ τούτων… διεγείρειν ὑμᾶς ἐν ὑπομνήσει». «Δεν θα παύσω», λέγει, «όσο ζω, να σας υπενθυμίζω την κλήση σας. Να σας υπενθυμίζω Ποιος σας κάλεσε και ποιοι πρέπει να είσαστε». Αλλά αυτή η διαρκής υπόμνησις της κλήσεως, πρέπει να γίνεται, αγαπητοί μου, κι από μας. Το βάπτισμά μας ήταν η κλήση μας να γίνομε μέτοχοι της Βασιλείας του Θεού. Ο Κύριος κάποτε κάλεσε τους μαθητάς Του να σωθούν και να γίνουν απόστολοί Του. Έκτοτε, όλους τους ανθρώπους καλεί. Άλλον για να τον αποστείλει και άλλον για να τον διακονήσει. Όλους, όμως, για να μας σώσει. Ας κάνομε, λοιπόν, βεβαίαν αυτήν μας την κλήση και ας πολιτευόμεθα άξια της κλήσεως που μας κάλεσε ο Χριστός.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή
μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,
ψηφιοποίηση και επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας:
Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.
https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_400.mp3

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου