Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 2019

Ἅγιος Παΐσιος: Μὲ τὴν ὑπακοὴ ὅλα ξεπερνιοῦνται



– Γέροντα, πῶς μπορεῖ νὰ βοηθηθῆ κανείς, ὅταν νομίζη ὅτι πάσχει ἀπὸ κάτι;

– Γιὰ νὰ βοηθηθῆ, πρέπει νὰ ἔχη πνευματικό, νὰ τοῦ ἔχη ἐμπιστοσύνη καὶ νὰ τοῦ κάνη ὑπακοή. Θὰ πῆ τὸν λογισμό του καὶ ἐκεῖνος θὰ τοῦ πῆ: «Σ᾿ αὐτὸ μὴ δίνης σημασία, ἐκεῖνο πρόσεξέ το» κ.λπ. Ἂν δὲν ἔχη ἐμπιστοσύνη καὶ δὲν ὑπακούη, δὲν μπορεῖ νὰ τοῦ φύγη ὁ λογισμός. 

Ξέρεις τί εἶναι νὰ σοῦ ζητοῦν βοήθεια καὶ νὰ μὴν κάνουν τίποτε οἱ ἴδιοι; Ἕνας νέος ποὺ ζῆ ἀκατάστατα, ἔχει ψυχολογικὰ προβλήματα καὶ ταλαιπωρεῖται, ἔρχεται μὲ κάτι μάτια κατακόκκινα ἀπὸ τὸ τσιγάρο καὶ ζητάει νὰ τὸν βοηθήσω. 

Ἔχει καὶ μιὰ ψευτοευλάβεια, ζητάει νὰ τοῦ δώσω τὴν εἰκόνα ἀπὸ τὸ τέμπλο, γιὰ εὐλογία, καὶ μπαίνει μέσα στὸ Κελλὶ μὲ τὸ τσιγάρο! «Βρέ, τοῦ λέω, τὰ μάτια σου ἀπὸ τὸ τσιγάρο ἔγιναν κατακόκκινα σὰν τοῦ λυσσασμένου σκυλιοῦ. 

Οὔτε γέροι δὲν καπνίζουν ἐδῶ μέσα. Ἐγὼ λιβανίζω ἐδῶ πέρα». Τὸ δικό του αὐτός. Ἔρχεται, ζητάει βοήθεια καὶ δὲν βγαίνει ἀπὸ τὸν λογισμό του. «Γιατί δὲν μὲ κάνεις καλά;», μοῦ λέει. Θέλει νὰ γίνη καλὰ μὲ μαγικὸ τρόπο, χωρὶς ὁ ἴδιος νὰ κάνη καμμιὰ προσπάθεια. 

«Ἐσὺ δὲν εἶσαι γιὰ θαῦμα, τοῦ λέω. Δὲν ἔχεις τίποτε. Πιστεύεις στὸν λογισμό σου». Ἂν ἔκανε ὑπακοή, θὰ βοηθιόταν. Ἔχω προσέξει ὅτι ὅποιος ἀκούει, τὰκ-τὰκ προχωράει καὶ πάει καλά. Καὶ αὐτὸς καὶ οἱ δικοί του μετὰ εἶναι ἥσυχοι.

Μιὰ φορὰ πῆγε ἕνας ἱερεὺς σὲ ἕνα μοναστήρι καὶ τοῦ εἶπαν νὰ ψάλη, ἀλλὰ ἐκεῖνος ἀρνήθηκε. «Γιατί, τοῦ λένε, δὲν ψάλλεις;». «Γιατὶ ὁ ψαλμὸς λέει: "Αἱ ὑψώσεις τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ λάρυγγι αὐτῶν, καὶ ρομφαῖαι δίστομοι ἐν ταῖς χερσὶν αὐτῶν"[1]». Φοβόταν τὴν ρομφαία, ἂν ὕψωνε τὴν φωνή του, καὶ ἐπέμενε ὅτι ἦταν κακὸ νὰ ψάλη. 

«Βρὲ καλέ μου, βρὲ χρυσέ μου, δὲν εἶναι ἔτσι», τοῦ ἔλεγαν οἱ ἄλλοι, τίποτε αὐτός, τὸ δικό του. Ἔ, πῶς νὰ συνεννοηθῆς μὲ ἕναν τέτοιον ἄνθρωπο; Τί νὰ τὸν κάνης; Ἀκόμη καὶ ἂν αὐτὸ ποὺ ἔλεγε αὐτὸς ἦταν σωστὸ καὶ ὁ ἄλλος τοῦ ἔλεγε: «ὄχι, δὲν εἶναι ἔτσι, ἔτσι εἶναι», καὶ ἔκανε ὑπακοὴ στὸ λάθος τοῦ ἄλλου, πάλι θὰ ἔπαιρνε Χάρη, καὶ μάλιστα μεγάλη Χάρη, γιατὶ ταπεινώθηκε.

Πόσοι βασανίζονται ἔτσι χρόνια, ἐπειδὴ πιστεύουν στὸν λογισμό τους καὶ δὲν ἀκοῦνε! Ὅσα καὶ νὰ τοὺς πῆς, ὅσα καὶ νὰ τοὺς κάνης, ὅλα τὰ παίρνουν ἀνάποδα. Καὶ δὲν εἶναι ὅτι πίστεψε κανεὶς μιὰ φορὰ στὸν λογισμό του καὶ τὸ κακὸ σταμάτησε ἐκεῖ, ἀλλὰ τὸ κακὸ αὐξάνει. 

Καλλιεργεῖται-καλλιεργεῖται καὶ μπορεῖ νὰ φθάση στὴν τρέλλα. Φτιάχνει π.χ. κάποιος ἕνα σπίτι καὶ τοῦ λένε: «Πῶς τὸ φτιάχνεις ἔτσι; Θὰ πέση καὶ θὰ σὲ πλακώση». Ἐπειδὴ εἶναι στὴν ἀρχή, ἂν ἀκούση, εὔκολα μπορεῖ νὰ τὸ χαλάση καὶ νὰ τὸ διορθώση. 

Ἂν ὅμως τὸ τελειώση, πῶς νὰ τὸ γκρεμίση μετά; Τοῦ λένε: «θὰ σὲ πλακώση», τὸ βλέπει καὶ αὐτὸς ὅτι θὰ πέση, καταλαβαίνει τὸν κίνδυνο, ἀλλὰ σκέφτεται ὅτι ξοδεύτηκε, ἔκανε τόσο κόπο γιὰ νὰ τὸ φτιάξη, καὶ δὲν τὸ χαλνάει, καὶ τελικὰ πλακώνεται μέσα.

– Αὐτὸς μπορεῖ νὰ βοηθηθῆ;

– Ἂν θέλη, μπορεῖ νὰ βοηθηθῆ. Ὅταν ὅμως τοῦ λὲς ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι σωστὸ καὶ ἐκεῖνος δικαιολογῆ τὸν ἑαυτό του, πῶς νὰ βοηθηθῆ; Ἂς ὑποθέσουμε, ἕνας νέος ἔχει ζάχαρο καί, ἐπειδὴ δὲν ξέρει πόσο κακὸ μπορεῖ νὰ τοῦ κάνη, νομίζει ὅτι δὲν εἶναι κάτι σοβαρό. Τοῦ λέει ὁ γιατρός: «Τὸ ζάχαρο βλάπτει καὶ πρέπει νὰ κάνης δίαιτα». Ἂν τὸν ἀκούση, δὲν θὰ ἔχη προβλήματα. Ἂν ὅμως λέη: «ἂς ἔχω ζάχαρο· θὰ τρώω γλυκά, γιατί, ὅταν τρώω γλυκά, ζεσταίνομαι, μπορῶ νὰ κοιμᾶμαι χωρὶς κουβέρτα, νὰ μπῶ καὶ μέσ᾿ στὸ χιόνι», πῶς νὰ συνεννοηθῆς μαζί του, ἀφοῦ ἐπιμένει στὸ δικό του;

– Γέροντα, εἶναι φυσιολογικὸ ἕνας νέος νὰ πιστεύη στὸν λογισμό του;

– Ἕνας νέος, ἂν πιστεύη στὸν λογισμό του, ἔχει πολὺ ἐγωισμό.

– Πῶς θὰ τὸ καταλάβη;

– Ἂν λ.χ. θυμηθῆ μερικὰ περιστατικὰ ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία ποὺ δείχνουν τί δόση ἐγωισμοῦ εἶχε ἀπὸ μικρός, θὰ τὸ καταλάβη. Παρατηροῦσα δύο παιδάκια. Τὸ ἕνα πῆρε ἕνα μαξιλάρι ἀπὸ ἀφρολὲξ καὶ τὸ σήκωσε φυσιολογικά. Πῆγε καὶ τὸ ἄλλο νὰ τὸ σηκώση καὶ ἔκανε σὰν νὰ σήκωνε ἕνα σακκὶ τσιμέντο. Αὐτὸ ἔχει ἐγωισμό. Ὅταν ὅμως λίγο μεγαλώση καὶ καταλάβη ὅτι ἐκείνη ἡ ἐνέργειά του ξεκινοῦσε ἀπὸ τὸν ἐγωισμὸ καὶ τὸ πῆ στὴν ἐξομολόγηση, ἔρχεται ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, λυτρώνεται καὶ βοηθιέται. Ἀλλοίμονο, ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἄδικος!

– Ὅταν, Γέροντα, ἀπὸ κάποια πεῖρα ποὺ ἔχω, βλέπω περίπου τί ἐξέλιξη θὰ ἔχη μία κατάσταση τοῦ ἑαυτοῦ μου, σ᾿ αὐτὸ ὑπάρχει αὐτοπεποίθηση;

– Νὰ μὴ βγάζης συμπεράσματα μόνη σου. Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος, ὅταν τὸν κάλεσε ὁ Χριστός, περπάτησε ἐπάνω στὸ νερό. Μόλις ὅμως τοῦ εἶπε ὁ λογισμός του ὅτι θὰ βουλιάξη, βούλιαξε[2]. Καὶ ὁ Χριστὸς τὸν ἄφησε. «Ἀφοῦ λὲς ὅτι θὰ βουλιάξης, βούλιαξε».

Καὶ βλέπεις, ὁ ταπεινός, καὶ θαύματα νὰ κάνη, πάλι δὲν πιστεύει στὸν λογισμό του. Ἦταν στὴν Ἰορδανία ἕνας πολὺ ἁπλὸς παπᾶς ποὺ ἔκανε θαύματα. Διάβαζε ἀνθρώπους καὶ ζῶα ποὺ εἶχαν κάποια ἀρρώστια καὶ γίνονταν καλά. Πήγαιναν καὶ Μουσουλμάνοι σ᾿ αὐτόν, ὅταν ἔπασχαν ἀπὸ κάτι, καὶ τοὺς θεράπευε. 

Αὐτός, πρὶν λειτουργήση, ἔπαιρνε ἕνα ρόφημα μὲ λίγο παξιμάδι καὶ μετὰ ὅλη τὴν ἡμέρα δὲν ἔτρωγε τίποτε. Κάποτε ἔμαθε ὁ Πατριάρχης ὅτι τρώει πρὶν ἀπὸ τὴν Θεία Λειτουργία καὶ τὸν κάλεσε στὸ Πατριαρχεῖο. Πῆγε ἐκεῖνος, χωρὶς νὰ ξέρη γιατί τὸν ζητᾶνε. Ὥσπου νὰ τὸν φωνάξη ὁ Πατριάρχης, περίμενε μαζὶ μὲ ἄλλους σὲ μιὰ αἴθουσα. 

Ἔξω ἔκανε πολλὴ ζέστη· εἶχαν κλειστὰ τὰ παντζούρια καὶ ἀπὸ μιὰ τρυπούλα περνοῦσε μιὰ ἀκτίνα. Αὐτὸς νόμισε ὅτι εἶναι σχοινί. Ἐπειδὴ εἶχε ἱδρώσει, βγάζει τὸ ράσο του καὶ τὸ κρεμάει πάνω στὴν ἀκτίνα. Ὅταν τὸ εἶδαν οἱ ἄλλοι ποὺ κάθονταν ἐκεῖ στὴν αἴθουσα, τὰ ἔχασαν. 

Πᾶνε καὶ λένε στὸν Πατριάρχη: «Ὁ παπᾶς ποὺ κολατσίζει πρὶν ἀπὸ τὴν Θεία Λειτουργία κρέμασε τὸ ράσο του πάνω σὲ μιὰ ἀκτίνα!». 

Τὸν κάλεσε μέσα ὁ Πατριάρχης καὶ ἄρχισε νὰ τὸν ρωτάη: «Τί κάνεις; Πῶς πᾶς; Κάθε πότε λειτουργεῖς; Πῶς ἑτοιμάζεσαι γιὰ τὴν Θεία Λειτουργία;». 

«Νά, λέει, διαβάζω τὴν ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου, κάνω καὶ μερικὲς μετάνοιες καὶ ὕστερα φτιάχνω ἕνα ρόφημα, κολατσίζω λίγο, καὶ ἔπειτα λειτουργῶ». 

«Γιατί τὸ κάνεις αὐτό;», τὸν ρωτάει ὁ Πατριάρχης. 

«Ἅμα φάω λιγάκι πρὶν ἀπὸ τὴν Θεία Λειτουργία, λέει ἐκεῖνος, ὅταν κάνω κατάλυση[3], πάει ὁ Χριστὸς ἐπάνω. Ἐνῶ, ἂν φάω μετὰ τὴν Θεία Λειτουργία, πάει ὁ Χριστὸς ἀπὸ κάτω»! Μὲ καλὸ λογισμὸ τὸ ἔκανε! 

Τοῦ λέει τότε ὁ Πατριάρχης: «Ὄχι, δὲν εἶναι σωστὸ αὐτό. Πρῶτα νὰ κάνης κατάλυση, καὶ ἔπειτα νὰ τρῶς λίγο». Ἔβαλε μετάνοια καὶ τὸ δέχθηκε.

Θέλω νὰ πῶ, παρόλο ποὺ εἶχε φθάσει σὲ τέτοια κατάσταση, νὰ κάνη θαύματα, τὸ δέχθηκε ἁπλά· δὲν εἶχε δικό του θέλημα. Ἐνῶ, ἂν πίστευε στὸν λογισμό του, μποροῦσε νὰ πῆ: «Ἐγὼ διαβάζω ἀνθρώπους καὶ ζῶα ἄρρωστα καὶ γίνονται καλά, κάνω θαύματα· τί μοῦ λέει αὐτός; Ἔτσι ποὺ τὸ σκέφτομαι, εἶναι πιὸ καλά, γιατὶ ἀλλιῶς πάει τὸ φαγητὸ πάνω ἀπὸ τὸν Χριστό».

Ἔχω καταλάβει ὅτι ἡ ὑπακοὴ πολὺ βοηθάει. Καὶ λίγο μυαλὸ νὰ ἔχη κανείς, ἂν κάνη ὑπακοή, γίνεται φιλόσοφος. Εἴτε ἔξυπνος εἴτε κουτὸς εἴτε ὑγιὴς εἴτε ἄρρωστος πνευματικὰ ἢ σωματικὰ εἶναι κανεὶς καὶ βασανίζεται ἀπὸ λογισμούς, ἂν κάνη ὑπακοή, ἐλευθερώνεται. Λύτρωση εἶναι ἡ ὑπακοή.

Ὁ μεγαλύτερος ἐγωιστὴς εἶναι αὐτὸς ποὺ ἀκολουθεῖ τοὺς λογισμούς του καὶ δὲν ρωτάει κανέναν· αὐτοκαταστρέφεται. Μπορεῖ κάποιος νὰ εἶναι ἔξυπνος, τετραπέρατος, ἀλλά, ἂν ἔχη θέλημα, αὐτοπεποίθηση καὶ φιλαυτία, βασανίζεται συνέχεια. Μπερδεύεται ἄσχημα καὶ τοῦ δημιουργοῦνται προβλήματα. 

Γιὰ νὰ βρῆ τὸν δρόμο του, πρέπει νὰ ἀνοίξη τὴν καρδιά του σὲ κάποιον πνευματικὸ καὶ νὰ ζητήση ταπεινὰ τὴν βοήθειά του. Μερικοὶ ὅμως ἀντὶ νὰ πᾶνε στὸν πνευματικό, πᾶνε στὸν ψυχίατρο. Ἂν ὁ ψυχίατρος εἶναι πιστός, θὰ τοὺς συνδέση μὲ κάποιον πνευματικό. Ἂν ὄχι, θὰ τοὺς δώση μόνο χάπια. 

Μόνον ὅμως τὰ χάπια δὲν λύνουν τὸ πρόβλημα. Χρειάζονται καὶ πνευματικὴ βοήθεια, γιὰ νὰ μπορέσουν νὰ τὸ ἀντιμετωπίσουν σωστὰ καὶ νὰ καλυτερέψη ἡ κατάστασή τους, καὶ νὰ μὴν ταλαιπωροῦνται.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου ΛΟΓΟΙ Γ' «Πνευματικὸς ἀγώνας»
______________________

[1] Ψαλμ. 149, 6.
[2] Βλ. Ματθ. 14, 28-31.
[3] Μετὰ τὴν θεία Κοινωνία τῶν πιστῶν καὶ τὴν διανομὴ τοῦ ἀντιδώρου, ὁ ἱερεὺς καταλύει ὅ,τι ἀπέμεινε στὸ Ἅγιο Ποτήριο.
«Πᾶνος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου