Δευτέρα, 23 Δεκεμβρίου 2019

Ὁ φίλος τῶν Ἀγγέλων (Ἅγιος Νήφων, Ἐπίσκοπος Κωνσταντιανῆς)



Ὁ Ἅγιος Νήφων, ἐπίσκοπος Κωνσταντιανῆς, ἀρχαῖος ἱεράρχης τῆς Ἀλεξανδρινῆς Ἑκκλησίας καὶ σύγχρονος τοῦ Μ. Ἀθανασίου (4ος αἰ.), ἀξιώθηκε νὰ δεῖ στὴν ἐπίγεια ζωή του πλῆθος ὁραμάτων, κι ἀνάμεσα σ' αὐτὰ πολλὲς ἀγγελοφάνειες.

Ἦταν οἰκεῖος καὶ ἀγαπητὸς στοὺς ἀγγέλους. Συχνά τοῦ φανερώνονταν, χάρη στήν ἁγία του βιοτή, καὶ τοῦ ἀποκάλυπταν μυστήρια τοῦ οὐρανοῦ, ὠφέλιμα καὶ διδακτικὰ σὲ ὅλους.
✶✶✶
Νέος ἀκόμα ὁ ἅγιος, ζώντας στὴν Κωνσταντινούπολη, ὑποχώρησε στὴν κακὴ ἐπιθυμία. Οἱ δαίμονες πανηγύρισαν γιὰ τὴν ἧττα του, ποὺ εἶχαν προκαλέσει οἱ ἴδιοι μὲ φοβεροὺς πειρασμούς. Ἐκεῖνος ὅμως, μετανοημένος, τὰ ἔβαλε μὲ τὴ σάρκα του κι ἄρχισε μ᾿ ὅλη του τὴ δύναμη νὰ χτυπάει τό πρόσωπό του. Πύρινη προσευχὴ ἔβγαινε ἀπὸ τὰ χείλη του μὲ κατάνυξη καὶ συντριβή.

Ἀμέσως παρουσιάστηκε ἅγιος ἄγγελος καὶ τὸν στεφάνωσε γιὰ τὴ μετάνοιά του. Ὕστερα ἅπλωσε ἕνα σχοινὶ κι ἔδεσε ὅλους μαζὶ τοὺς δαίμονες, ποὺ τὸν εἶχαν ρίξει στὴν ἁμαρτία. Καὶ βγάζοντας ἕναν-ἕναν, τοὺς ἔδινε ἀπὸ χίλιους ραβδισμούς, λέγοντας:

– Ἄλλη φορὰ νὰ μὴ γίνεστε αἰτία νὰ χτυποῦν οἱ δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τὸ κορμί τους!

Ὁ ἄγγελος τοὺς τυράννησε γιὰ πολύ, κι οἱ δαίμονες χάλαγαν τὸν κόσμο μὲ τὶς κραυγές τους. Ἀπὸ τότε, ὅταν ἔβλεπαν τὸ Νήφωνα, γίνονταν ἄφαντοι, γιατὶ φοβοῦνταν τὸ ξύλο…
✶✶✶
Κάποτε, περνώντας ἔξω ἀπὸ ἕνα κακόφημο σπίτι, εἶδε ἕναν ἄνθρωπο εὐγενικὸ ἀλλὰ θλιμμένο. Ἔκλαιγε, ἔχοντας τὸ πρόσωπο σκεπασμένο μὲ τὶς παλάμες του καὶ προσευχόταν στενάζοντας.

- Τὶ συμβαίνει, ἀδελφέ; τὸν ρώτησε ὁ ἅγιος. Γιατὶ εἶσαι τόσο θλιμμένος;

- Εἶμαι ἄγγελος Κυρίου, Νήφων. Αὐτή τὴ στιγμή, μέσα σὲ τοῦτο δῶ τὸ καταγώγιο, ἁμαρτάνει μὲ κάποια γυναῖκα ὁ ἄνθρωπος ποὺ μοῦ ἀνέθεσε ὁ Θεὸς νὰ προστατεύω. Πῶς νὰ μὴ θρηνῶ γιὰ τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ποὺ κατρακύλησε τόσο;

- Γιατὶ δὲν τὸν νουθετεῖς νὰ σταματήσει τὴν ἁμαρτία;

- Δὲν μπορῶ νὰ τὸν πλησιάσω. Ἀπ᾿ τή στιγμὴ ποὺ ἄρχισε, ἔγινε δοῦλος τῶν δαιμόνων, κι ἔτσι ἐγὼ δὲν ἔχω ἐξουσία ἐπάνω του.

- Πῶς δὲν ἔχεις ἐξουσία! Δέν σοῦ ἐμπιστεύθηκε ὁ Θεὸς τή σωτηρία του;

- O Κύριός μας ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο αὐτεξούσιο, ἀποκρίθηκε ὁ ἄγγελος, καὶ τὸν ἄφησε νὰ πορευθεῖ στὸ δρόμο ποὺ τοῦ ἀρέσει. Λοιπόν, τὶ νουθεσία νὰ τοῦ δώσω, άφοῦ ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, μὲ τὸ δικὸ Του στόμα, νουθετεῖ καὶ διδάσκει ν' ἀπέχουν ὅλοι άπὸ τὴν ἁμαρτίᾳ;

- Καὶ γιατὶ σήκωνες τὰ χέρια σου στὸν οὐρανὸ καὶ ἀναστέναζες;

- Ἔβλεπα γύρω του τοὺς δαίμονες νὰ τραγουδοῦν, νὰ παίζουν κιθάρα, νὰ χτυποῦν παλαμάκια καὶ νὰ τὸν περιγελοῦν. Γι' αὐτὸ παρακαλοῦσα τὸ Θεὸ νὰ τὸν λυτρώσει, καὶ νὰ χαρῶ ἔτσι κι ἐγὼ τὴν ἐπιστροφή του.
✶✶✶
Μιὰ μέρα ὁ ὅσιος ἀξιώθηκε νὰ δεῖ τὴν ἀκόλουθη ὀπτασία: Περνῶντας ἔξω ἀπὸ ἕνα σπίτι, εἶδε μέσα καθισμένους στὸ τραπέζι τὸν οἰκοδεσπότη μὲ τὴ γυναῖκα καὶ τὰ παιδιά του. Γύρω τους εἶδε νὰ παραστέκουν κάποιοι λαμπροντυμένοι νέοι.

«Τὶ συμβαίνει;» ἀναρωτήθηκε. «Οἱ καθιστοὶ εἶναι πάμπτωχοι, ἐνῶ οἱ ὄρθιοι λαμπροντυμένοι!».

Αυτοὶ οἱ νέοι, καθὼς τοῦ φανέρωσε ὁ Θεός, ἦταν ἄγγελοι. «Ἔχουν ἐντολὴ νὰ παραστέκουν στοὺς χριστιανοὺς τὴν ὥρα τοῦ φαγητοῦ μὲ σταυρωμένα χέρια, σὰν καλοὶ δοῦλοι. «Ἄν ὅμως ἀκούσουν στὸ τραπέζι κατάκριση ἢ ὁποιαδήποτε ἄλλη κακολογία, φεύγουν ἀμέσως ὅπως οἱ μέλισσες ἀπ' τὸν καπνό. Στὴ θέση τους τότε ἔρχεται ἕνα μαῦρο δαιμόνιο καὶ κυλιέται ἀνάμεσα στοὺς συνδαιτημόνες.

✶✶✶
Μὲ πολλὴ χαρὰ ὁ ὅσιος ἔτρεχε στοὺς ναοὺς γιὰ τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες. Σὲ μιὰ λειτουργία βλέπει ξαφνικὰ νὰ κατεβαίνει φωτιὰ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ νὰ σκεπάζει τὸ θυσιαστήριο καὶ τὸ λειτουργό. Στὸν τρισάγιο ὕμνο κατέβηκαν τέσσερις ἄγγελοι καὶ συνέψαλλαν μὲ τοὺς πιστούς.

Λίγο πρὶν ἀπὸ τὴ μεγάλη εἴσοδο, ἄνοιξε ὁ οὐρανὸς κι ἄρχισαν νὰ κατεβαίνουν ἄγγελοι, ψάλλοντας ὕμνους καὶ δοξολογίες. Ἀμέσως φάνηκε ἕνα γλυκύτατο βρέφος. Τὸ μετέφεραν Χερουβείμ πάνω στὶς παλάμες τους καὶ τὸ ἀπόθεσαν στὸ ἅγιο δισκάριο. Γύρω του μαζεύτηκαν πλῆθος λευκοφόροι νέοι.

Ὅταν βγῆκε ὁ ἱερέας γιά τὴ μεγάλη εἴσοδο, προπορεύονταν δύο Χερουβείμ καὶ δύο Σεραφείμ, κι ἀκολουθοῦσαν ἄπειροι ἄγγελοι ψάλλοντας. Μόλις ὁ λειτουργὸς τοποθέτησε τὰ τίμια Δῶρα στὴν ἅγια Τράπεζα, Οἱ ἄγγελοι τὴ σκέπασαν μὲ τὶς φτεροῦγες τους. Κι ὅταν, μετὰ τὸ «Πιστεύω», εὐλόγησε τὰ ἅγια καὶ εἶπε, «...μεταβαλών τῷ Πνεύματί σου τῷ ἁγίω...», βλέπει ὁ ὅσιος ἕναν ἄγγελο νὰ σφάζει μὲ μαχαίρι τὸ βρέφος. Κι ἀφοῦ ἔχυσε τὸ αἷμα του στὸ ἅγιο ποτήριο, τεμάχισε τὸ σῶμα του καὶ τὸ ἔβαλε πάνω στὸ δισκάριο.

Ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα νὰ μεταλάβουν οἱ πιστοί, οἱ ἄγγελοι παρακολουθοῦσαν ἀοράτως. Μόλις πλησίαζε κάποιος ἐνάρετος, τοῦ ἔβαζαν στεφάνι στὸ κεφάλι. «Ἄν ὅμως ἐρχόταν κάποιος ἀμετανόητος, τὸν ἀποστρέφονταν.

Ἀφοῦ μετέλαβαν ὅλοι κι ἔγινε ἡ κατάλυση, βρέθηκε πάλι σῶο τὸ θεῖο βρέφος στὶς ὕπτιες παλάμες τῶν Χερουβείμ, ποὺ τὸ ἀνέβασαν μὲ ψαλμωδίες στὸν οὐρανό.
✶✶✶
Κάποτε ὁ ὅσιος, ἐκεῖ στὴν Κωνσταντινούπολη, ἐπισκέφθηκε τὸ ναὸ τοῦ ἁγίου Νικολάου, ποὺ ἦταν κοντὰ στὸ παλάτι τῆς Ἀφθονίας. Ἐκεῖ ἀξιώθηκε νὰ δεῖ καὶ νὰ συζητήσει μὲ τὸν ἅγιο ἄγγελο ποὺ φρουροῦσε τὸ ἱερὸ θυσιαστήριο.

- Ἀπὸ καιρὸ ἐπιθυμοῦσα νὰ σὲ δῶ, εἶπε ὁ ἄγγελος στὸν ὅσιο. Παρακαλοῦσα τὸ Θεὸ νὰ ἔρθεις κάποτε νὰ προσευχηθεὶς ἐδῶ, γιὰ να σὲ γνωρίσω καὶ ν' ἀπολαύσω τὴν προσευχή σου.

- Ποὺ μὲ ξέρεις; ἀπόρησε ὁ Νήφων. Καὶ γιατί ἐπιθυμεῖς τόσο πολὺ νὰ δεῖς ἕνα γέρο σαπισμένο στὴν ἁμαρτία;

- Γι' αὐτὸ σὲ ποθοῦσα, γιὰ νὰ γνωρίσω αὐτὴ σου τὴν ταπείνωση. Εἶχα ἀκούσει στὸν οὐρανὸ ὅτι σοῦ τὴ χάρισε ὁ Χριστὸς μὲ τὸ ἴδιο Του τὸ χέρι.

- Μὰ εἶναι δυνατὸ νὰ γίνεται λόγος στὸν οὐρανὸ γιὰ ἕνα ἔκτρωμα σὰν κι ἐμένα;

- Σοῦ εἶπα τὴν ἀλήθεια. Ἐγώ, καθὼς βλέπεις, ὑπηρετῶ αὐτὸ τὸ ἅγιο θυσιαστήριο. Κάθε φορὰ ποὺ ἀνεβαίνω στὸν οὐρανὸ γιὰ νὰ προσφέρω στὸ Θεὸ τὶς προσευχὲς τῶν πιστῶν, ἀκούω ὅσα οἱ ἄγγελοι λένε γιὰ σένα: Ὅτι ὁ Νήφων εἶναι ἀγαπητὸς στὸν Ὕψιστο, γιατί μὲ τὴ βαθειά του ταπείνωση κάνει στάχτη τοὺς δαίμονες, κι ὅτι θυμᾶται στὶς προσευχές του τὶς μακάριες δυνάμεις. Γι' αὐτὸ ὁ Κύριος πρόσταξε κάθε ἄγγελο καὶ ἀρχάγγελο νὰ σὲ μνημονεύουν ἀδιάκοπα στὶς νοερές τους θυσίες.

Αὐτὰ εἶπε ὁ ἄγγελος, κι ἀφοῦ μακάρισε πάλι τὸν ὅσιο γιὰ τὴν ταπείνωσή του, ἔγινε ἄφαντος.
✶✶✶
Συχνὰ ὁ δίκαιος ἔφευγε ἀπὸ τὴν πόλη πρὸς τὶς βορεινὲς περιοχές, γιατί ἀγαποῦσε πολὺ νὰ συνομιλεῖ μὲ τὸ Θεὸ στὴν ἡσυχία. Κάποτε, ἐνῶ προσευχόταν στὴν ἔξοχη, εἶδε ν' ἀνοίγουν οἱ οὐρανοί. Εἶδε τὸν Κύριο καθισμένο σὲ ἔνδοξο θρόνο καὶ περιστοιχισμένο ἀπὸ πλῆθος ἀγγέλων. Κι ἐνῶ κοιτοῦσε ἔκθαμβος, ἄκουσε τοὺς ἀγγέλους νὰ λένε μεταξὺ τους:

- Νὰ ὁ ἀγαπητός μας Νήφων! Μὲ τὶ ἀγάπη καὶ πόθο μᾶς κοιτάζει! Δίκαια κι ἐμεῖς τὸν μνημονεύουμε στὶς θεῖες ἱερουργίες μας.

Ἀποφεύγοντας ὁ Νήφων τὴ δόξα τῶν ἀνθρώπων, ἐγκατέλειψε τὴ Βασιλεύουσα καὶ ταξίδεψε στὴν Ἀλεξάνδρεια. Ἐκεῖ ὅμως ἔπεσε στὴ θεϊκὴ παγίδα. Χειροτονήθηκε, παρὰ τὴ θέλησή του, ἐπίσκοπος Κωνσταντιανῆς καὶ ἐργάστηκε μὲ ζῆλο γιὰ τὸ ποίμνιό του.
✶✶✶
Στά τελευταῖα τῆς ζωῆς του ἦρθε σὲ ἔκσταση. Εἶδε πὼς μπῆκε σὲ θεϊκὰ ἀνάκτορα.

- Μιχαήλ, ἄκουσε τὴν ἤρεμη φωνὴ τοῦ οὐράνιου Βασιλιᾶ, δεῖξε στὸν ἀγαπητό μας Νήφωνα τὸν τόπο τῆς καταπαύσεώς του.

Ἀμέσως ὁ ἀρχάγγελος τὸν ὁδήγησε σὲ κάποια παλάτια τόσο φωτεινά, ποὺ τὸν θάμπωσαν. Ἐκεῖ τοὺς κύκλωσαν πλῆθος λευκοφόροι λέγοντας:

- Δέσποτα Μιχαήλ, πότε θὰ μᾶς δώσεις τὸν ἀγαπητὸ μας Νήφωνα;

- Ἡ βουλή τοῦ Θεοῦ, ἀπαντοῦσε ἐκεῖνος, εἶναι νὰ σᾶς χαριστεῖ μετὰ ἀπὸ τρεῖς μέρες.

Οἱ ἄγγελοι, ἀκούγοντάς το, σκίρτησαν ἀπὸ χαρά. Μερικοὶ μάλιστα ἄρχισαν τὶς οὐράνιες προετοιμασίες.

- Ἡ φιλανθρωπία τοῦ Χριστοῦ, ποὺ σ' ἐλέησε, τοῦ εἶπε ὁ ἀρχιστράτηγος ὁδηγός του, ὅρισε ἐδῶ τὴν κατάπαυση σου. Σοῦ τὰ χάρισε ὅλ' αὐτά, γιατί ἀγάπησες κι Αὐτὸν κι ἐμᾶς. Νά, τώρα θὰ ἔχεις θρόνους, φωτεινὰ ἱμάτια, κοιτῶνες καὶ θαλάμους ὰμέτρητους. Ὅλα στὰ ἔχει ἑτοιμάσει μὲ τὸ ἴδιο Του τὸ χέρι ὁ πανάγαθος Θεός.


«Πᾶνος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου