Σάββατο, 31 Αυγούστου 2019

Ἅγιος Παΐσιος: Ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸν Θεό εἶναι κόλαση



Δὲν θυμᾶμαι μέρα νὰ μήν ἔχη παρηγοριά θεϊκή. Διακοπές γίνονται μερικές φορές καὶ τότε νιώθω ἄσχημα, καὶ ἔτσι μπορῶ νὰ καταλάβω πόσο ἄσχημα ζοῦν οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ποὺ εἶναι ἀπαρηγόρητοι, γιατί εἶναι ἀπομακρυσμένοι ἀπὸ τὸν Θεό. 

Ὅσο ἀπομακρύνεται κανεὶς ἀπὸ τὸν Θεό, τόσο πιὸ δύσκολα γίνονται τὰ πράγματα. Μπορεῖ νὰ μήν ἔχη κανεὶς τίποτα, ἅμα ἔχη τὸν Θεό, δὲν θέλει τίποτε! Αὐτὸ εἶναι! Ἐνῶ, ἄν τὰ ἔχη ὅλα, ἅμα δὲν ἔχη τὸν Θεό, εἶναι μέσα τοῦ βασανισμένος. 

Γι' αὐτό, ὅσο μπορεῖ κανείς, νὰ πλησιάση τὸν Θεό, Μόνον κοντά στὸν Θεό βρίσκει κανεὶς τὴν πραγματική καὶ αἰώνια χαρά. Φαρμάκι γευόμαστε, ὅταν ζοῦμε μακριά ἀπὸ τὸν γλυκύ Ἰησοῦ. 

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ παλιάνθρωπος γίνη ἄνθρωπος, βασιλόπουλο, τρέφεται μὲ τὴν θεία ἡδονή, μὲ τὴν οὐράνια γλυκύτητα, καὶ νιώθει τὴν παραδεισένια ἀγαλίαση, αἰσθάνεται ἀπὸ 'δω ἕνα μέρος τῆς χαρᾶς τοῦ Παραδείσου. 

Ἀπὸ τὴν μικρή παραδεισένια χαρὰ καθημερινά προχωράει στὴν μεγαλύτερη καὶ ἀναρωτιέται ἄν ὑπάρχη κάτι ἀνώτερο στὸν Παράδεισο ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ζῆ ἐδῶ. Εἶναι τέτοια ἡ κατάσταση ποὺ ζῆ, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ κάνη καμμιά ἐργασία. 

Τὰ γόνατά του λυγίζουν σάν λαμπάδες ἀπὸ τὴν θεία ἐκείνη θερμότητα καὶ γλυκύτητα, ἡ καρδιά τοῦ σκιρτάει καὶ πάει νὰ σπάσει τούς τσατμάδες[1], γιὰ νὰ φύγη, γιατί ἡ γῆ καὶ τὰ γήινά της φαίνονται χαμένα πράγματα.

Ὁ ἄνθρωπος πρῶτα εἶχε ἐπικοινωνία μὲ τὸν Θεό. Μετά ὅμως, ὅταν ἀπομα­κρύν­θηκε ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἦταν σάν ἕναν ποὺ ζοῦσε μέσα σὲ παλάτι καὶ ὕστερα βρέθηκε γιὰ πάντα ἔξω ἀπὸ τὸ παλάτι καὶ τὸ ἔβλεπε ἀπὸ μακριά καὶ ἔκλαιγε. 

Ὅπως τὸ παιδάκι, ὅταν ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ τὴν μάνα του, ὑποφέρει, ἔτσι καὶ ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ τὸν Θεό, ὑποφέρει, βασανίζεται. Ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεό εἶναι κόλαση. 

Ὁ διάβολος κατόρθωσε νὰ ἀπομακρύνη τούς ἀνθρώπους τόσο πολύ ἀπὸ τὸν Θεό, ὥστε νὰ φθάσουν στὸ σημεῖο νὰ λατρεύουν τὰ ἀγάλματα καὶ νὰ θυσιάζουν τὰ παιδιά τους στὰ ἀγάλματα. Φοβερό! Καὶ ποὺ τούς βρίσκουν τόσους θεούς οἱ δαίμονες! Θεὸς Χαμῶς[2]!... 

Μόνον τὸ ὄνομά του νὰ ἀκούσης, φθάνει! Ὁ πιὸ βασανισμένος ὅμως εἶναι ὁ διάβολος, γιατί εἶναι ὁ πιὸ ἀπομακρυσμένος ἀπὸ τὸν Θεό, ἀπὸ τὴν ἀγάπη. Ἀλλά, ἄν φύγη ἡ ἀγάπη, μετά εἶναι κόλαση. Ἀντίθετό της ἀγάπης τί εἶναι; Ἡ κακία, κακία ἴσον βάσανο.

Ἕνας ποὺ εἶναι ἀπομακρυσμένος ἀπὸ τὸν Θεό, δέχεται τὴν δαιμονική ἐπίδραση. Ἐνῶ αὐτός ποὺ εἶναι κοντά στὸν Θεό, δέχεται τὴν θεία Χάρη. Ὅποιος ἔχει Χάρη Θεοῦ, θὰ τοῦ δοθῆ καὶ ἄλλη. καὶ ὅποιος ἔχει λίγη καὶ τὴν περιφρονεῖ, θὰ τοῦ ἀφαιρεθῆ καὶ αὐτή[3]. ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ λείπει ἀπὸ τούς σημερινούς ἀνθρώπους, γιατί μὲ τὴν ἁμαρτία πετᾶνε καὶ τὴν λίγη ποὺ ἔχουν. Καὶ ὅταν φύγη ἡ θεία Χάρις, ὁρμοῦν ὅλοι οἱ δαίμονες μέσα στὸν ἄνθρωπο.

Ἀνάλογα μὲ τὴν ἀπομάκρυνσή τους ἀπὸ τὸν Θεό οἱ ἄνθρωποι αἰσθάνονται σ' αὐτήν τὴν ζωή στενοχώρια καὶ στὴν ἄλλη ζωή θὰ ζοῦν τὴν αἰώνια στενοχώρια. Γιατί ἀπὸ αὐτήν τὴν ζωή γεύεται κανείς, σὲ κάποιο βαθμό, ἀνάλογα μὲ τὸ πόσο ζῆ σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἕνα μέρος τῆς χαρᾶς τοῦ Παραδείσου. 

Ἤ θὰ ζήσουμε ἕνα μέρος τῆς χαρᾶς τοῦ Παραδείσου ἀπὸ ἐδῶ, καὶ θὰ πᾶμε καὶ στὸν Παράδεισο,, ἤ θὰ ζήσουμε ἕνα μέρος τῆς κολάσεως καὶ – Θεὸς φυλάξοι! – θὰ πᾶμε στὴν κόλαση. Παράδεισος ἴσον καλωσύνη.. Κόλαση ἴσον κακωσύνη. Κάνει κανεὶς μία καλωσύνη, αἰσθάνεται χαρά. Κάνει μία στραβοξυλιά, ὑποφέρει. 

Ὅσο περισσότερο καλό κάνει, τόσο περισσότερο ἀγάλλεται. Ὅσο περισσότερο κακό κάνει, τόσο περισσότερο ὑποφέρει ἡ ψυχή του. ὁ κλέφτης νιώθει χαρά; δὲν νιώθει χαρά. Ἐνῶ αὐτός ποὺ κάνει καλωσύνες νιώθει χαρά. Καὶ νὰ βρῆ κανεὶς κάτι στὸν δρόμο, ἄν τὸ κρατήση καὶ πῆ ὅτι εἶναι δικό του, ἀνάπαυση δὲν θὰ ἔχη! 

Οὔτε ξέρει σὲ ποιόν ἀνήκει οὔτε ἀδίκησε κάποιον οὔτε τὸ κλέβει, καὶ ὅμως δὲν ἀναπαύεται. Πόσο μᾶλλον νὰ τὸ κλέψη! Ἀκόμη καὶ ὅταν κανεὶς λαμβάνη, πάλι δὲν νιώθει τὴν χαρὰ ποὺ νιώθει ὅταν δίνη. Πόσο μᾶλλον ὅταν κλέβη ἤ ὅταν ἀδικῆ, νὰ νιώθη χαρά! Γι' αὐτό, βλέπεις, οἱ ἄνθρωποι μὲ τὴν ἀδικία τί πρόσωπα ἔχουν, τί γκριμάτσες κάνουν!

______________________________________

[1]. Τσατμάς (λέξη τουρκική) : λεπτός τοῖχος κατασκευασμένος μὲ δοκούς τῶν ὁποίων τὰ διάκενα συμπληρώνονται μὲ πλίνθους ἤ ξύλινες πήχεις καὶ ἐπικαλύπτονται μὲ ἀσβεστοκονίαμα. (Ὁ Γέροντας μεταφορικά ὀνομάζει ἔτσι τὸν θώρακα).
[2]. Θεὸς τῶν Μωαβιτῶν, οἱ ὁποῖοι ἦταν οἱ ἀπόγονοί του Μωάβ, τοῦ μεγαλύτερου γυιοῦ τοῦ Λώτ. Βλ. Γ' Βασ. 11, 5.
[3]. Βλ. Λουκ. 19, 26

 
Ἀπὸ τὸ βιβλίο Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου ΛΟΓΟΙ Α' «Μὲ πόνο καὶ ἀγάπη γιὰ τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο»
 «Πᾶνος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου