Τρίτη 23 Ιουλίου 2024

ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ - ΤΡΙΤΗ 23 ΙΟΥΛΙΟΥ 2024

Ανακομιδή Ιερών Λειψάνων του Αγίου Φωκά του Νέου από τη Σινώπη




Φῶς Κυρίου, ἔνδοξε Φωκᾶ, φωτίσαν,
Σὴν καρδίαν, ἔδειξε φωτὸς δοχεῖον.

Έτερον εις την ανακομιδήν του λειψάνου αυτού.

Nέαν κιβωτόν Iσραήλ αίρει νέος,
Φωκά νεκρόν φέρουσαν ως άλλας πλάκας.

Εἰκάδι τῇ τριτάτῃ Φωκᾶ νεκρὸς ἀμφεκομίσθη.

Ὁ Ἅγιος Φωκᾶς ἔζησε καὶ μαρτύρησε κατὰ τὰ χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Τραϊανοῦ.

Ἐπειδὴ ἦταν χριστιανός, συνελήφθη καὶ ὁδηγήθηκε στὸν Ἀφρικανό, τὸν ἔπαρχο. Ἐκεῖ μετὰ ἀπὸ ἐρώτηση, τοῦ ὁμολόγησε ὅτι πιστεύει στὸν ἕναν καὶ μόνον ἀληθινὸ Θεό. Ὕστερα ἀπὸ αὐτήν του τὴν ὁμολογία, ὁ Ἀφρικανὸς ἄρχισε νὰ βρίζει τὸν Χριστὸ καὶ προσπάθησε νὰ χτυπήσει τὸν Ἅγιο. Τότε ἔγινε ἕνας τρομερὸς σεισμός, ὁ ἔπαρχος ἔπεσε κάτω καὶ κείτονταν νεκρὸς μαζὶ μὲ τοὺς στρατιῶτες του. Τότε ὁ Ἅγιος μετὰ ἀπὸ παράκληση τῆς γυναίκας του, τὸν ἀνάστησε.

Κατόπιν ὅμως οἱ εἰδωλολάτρες τὸν ὁδήγησαν στὸν αὐτοκράτορα. Ἀλλὰ καὶ μπροστὰ σ' αὐτὸν ὁ Ἅγιος ὁμολόγησε τὴν πίστη του στὸν Θεό. Ἀμέσως ὁ αὐτοκράτορας διέταξε νὰ ἀρχίσουν τὰ βασανιστήρια.

Πρῶτα τὸν κρέμασαν ἀπὸ ἕνα ξύλο καὶ τοῦ ἔσκισαν τὸ σῶμα μὲ σιδερένια νύχια καὶ μετὰ τὸν ἔριξαν μέσα σὲ ἕνα λάκκο μὲ ἀσβέστη. Στὸ τέλος τὸν ἔβαλαν σὲ ἕνα λουτρό, ὅπου εἶχαν ζεστάνει τὸ νερὸ πάρα πολύ.
Ἐκεῖ μετὰ ἀπὸ θερμὴ προσευχή, ὁ Ἅγιος παρέδωσε τὸ πνεῦμα του στὸν Κύριο.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Φῶς ἐκλάμπουσα, τῶν ἰαμάτων, κόσμῳ δέδεικται, τῶν σῶν λειψάνων, Ἱερομάρτυς ἡ θήκη ἡ ἔνθεος· ἧς τὴν σεπτὴν κομιδὴν ἑορτάζοντες, ἁγιασμὸν ἀληθῆ κομιζόμεθα. Φωκᾶ ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Ὡς ἀπαρχὰς τῆς φύσεως.
Ὡς θησαυρὸν ἀνέκλειπτον, τῆς δωρεᾶς τοῦ Πνεύματος, τῶν ἱερῶν σου λειψάνων τὴν λάρνακα, περικυκλοῦντες ἔνδοξε, ψυχικῶν νοσημάτων, καὶ παντοίων παθῶν ἰάσεις λαμβάνομεν, Φωκᾶ ἀνευφημοῦντες, τὰ θεῖά σου κατορθώματα.

Μεγαλυνάριον.
Βρύει τοῖς ἐν κόσμῳ ποταμηδόν, ἐκ πηγῶν ἀΰλων, σβτηρίους ἐπιρροάς, ἡ σεπτή σου θήκη, Φωκᾶ Ἱερομάρτυς, ἐξ ὧν ἀεὶ ἀντλοῦντες, σὲ μεγαλύνομεν.

Ὁ Προφήτης Ἰεζεκιήλ 


Ἰεζεκιὴλ ἑβράϊζε κἂν πόλω,
Ἀδωναῒ βλέπω σε, φάσκων Κυρίῳ.

Ἔζησε στὰ χρόνια του Ναβουχοδονόσορα, κατὰ τὸν ἕκτο αἰώνα π.Χ. (κατ’ ἄλλους τὸ 477 π.Χ.). Ὁ πατέρας του ἦταν Ἱερέας καὶ ὀνομαζόταν Βουζί.

Ἡ ἀνατροφὴ τοῦ Ἰεζεκιὴλ ὑπῆρξε πολὺ ἐπιμελημένη, μέσα στὰ πλαίσια τῶν αὐστηρῶν ἠθῶν τῆς πατροπαράδοτης θρησκείας. Ἦταν ἀμείλικτος ἐχθρὸς κάθε κακίας καὶ ἁμαρτίας καὶ ἤλεγχε μὲ θάρρος τοὺς ὑπερόπτες καὶ ἀλαζονικοὺς ἄρχοντες. Ὁ Ἰεζεκιὴλ ἦταν πολὺ ἀγαπητὸς στὸ λαὸ καὶ πολλοὶ προσέρχονταν σ’ αὐτόν, ἀκόμα καὶ πρεσβύτεροι Ἰουδαῖοι, γιὰ νὰ ζητήσουν τὶς συμβουλές του.

Οἱ προφητεῖες του ἀναφέρονται κυρίως στὴν καταστροφὴ τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ μετά. Ἡ παράδοση ἀναφέρει ὅτι ὁ Ἰεζεκιὴλ φονεύθηκε ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Γάδ, ἐπειδὴ ἤλεγχε τὶς εἰδωλολατρικές τους ροπές. Τάφηκε στὴ σημερινὴ Βαγδάτη τοῦ Ἰράκ.

Ἂς ἀναφέρουμε, ὅμως, μερικὰ λόγια τοῦ προφήτη, ποὺ δίνουν ἀθάνατα μηνύματα ζωῆς αἰωνίου: «Καὶ ἐγένετο λόγος Κυρίου πρὸς μὲ λέγων... ὅτι πᾶσαι αἱ ψυχαὶ ἐμαὶ εἰσὶν ... ἡ ψυχὴ ἡ ἁμαρτάνουσα, αὐτὴ ἀποθανεῖται. Ὁ δὲ ἄνθρωπος ὃς ἔσται δίκαιος, ὁ ποιῶν κρίμα καὶ δικαιοσύνην ... ζωὴ ζήσεται, λέγει Κύριος».
Δηλαδή, ὁ Κύριος μίλησε σὲ μένα καὶ εἶπε: «κάθε ζωὴ ἀνθρώπου εἶναι δική μου. Αὐτὸς ποὺ ἁμαρτάνει, αὐτὸς καὶ θὰ τιμωρηθεῖ μὲ θάνατο. Ὁ ἄνθρωπος, ὅμως, ποὺ εἶναι δίκαιος, αὐτὸς ποὺ τηρεῖ τὶς ἐντολές μου καὶ φέρεται μὲ δικαιοσύνη, αὐτὸς θὰ ζήσει αἰώνια, λέγει ὁ Κύριος».

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ'. Θείας πίστεως
Θείου Πνεύματος, τῇ ἐπιπνοίᾳ, προκατήγγειλας, Θεοῦ Προφῆτα, ἐσομένων μυστηρίων τὴν ἔκβασιν· τὴν τοῦ Σωτῆρος ἀπόρρητον κένωσιν, καὶ αἰωνίων νεκρῶν τὴν ἀνάστασιν· Ἰεζεκιὴλ ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Καταυγασθεὶς τῇ θεϊκῇ ἐπιλάμψει, τῆς προφητείας, ὑπεδέξω τὴν χάριν, προζωγραφῶν τὰ μέλλοντα τῷ κόσμῳ τυπικῶς, πύλην ἀδιόδευτον, προϊδὼν τὴν Παρθένον, ἐξ ἧς ὁ Λόγος ἔλαμψεν, ὡς ποιμὴν ἐν τῷ κόσμῳ, Ἰεζεκιὴλ Προφῆτα τοῦ Θεοῦ, καὶ τῆς κατάρας ἡμᾶς ἐλυτρώσατο.

Μεγαλυνάριον.
Ἔσοπτρον ἐδείχθης εἰλικρινές, Τρισηλίου δόξης, ὦ Προφῆτα Ἰεζεκιήλ, καὶ τῶν ἐσομένων, ἐδέξω τὰς ἐμφάσεις, Χριστοῦ προαγορεύσας, τὴν ἐνανθρώπησιν.

Ἡ Ἁγία Πελαγία ἡ Τηνία


Η Πελαγία ήταν κόρη του παπά Νικηφόρου Νεγρεπόντη. Η μητέρα της ήταν από τον Τριπόταμο της Τήνου και άνηκε στην οικογένεια Φραγκούλη. Γεννήθηκε το 1752 μ.Χ. στο χωριό Κάμπο της Τήνου και το κοσμικό της όνομα ήταν Λούκια. Από διάφορα έγγραφα φαίνεται ότι είχε ακόμα τρεις αδελφές. Η οικογένειά της διακρινόταν για την αγνή πίστη και την προσήλωση στα θρησκευτικά ιδεώδη.

Λίγα χρόνια μετά τη γέννηση της Λουκίας ο πατέρας της πέθανε. Ήταν τότε 12 χρονών και έδειχνε σημάδια έντονης επιθυμίας να αφιερωθεί και να υπηρετήσει το θέλημα του Θεού. Οι δυσκολίες της ζωής έκαναν την μητέρα της να τη στείλει στον Τριπόταμο, στην κάπως πιο ευκατάστατη αδελφή της. Εκεί η Λούκια έμεινε τρία χρόνια και συχνά επισκεπτόταν την άλλη θεία της, που ήταν μοναχή στη Μονή Κεχροβουνίου. Ένοιωσε τότε επιτακτική την ανάγκη ν' ακολουθήσει τον μοναχικό βίο και σε ηλικία 15 χρονών μπήκε στο Μονστήρι σαν δόκιμη, υπό την επίβλεψη της θείας της μοναχής Πελαγίας. Όταν ήλθε η ώρα έγινε και η ίδια μοναχή με το όνομα Πελαγία.

Ως μοναχή αφοσιώθηκε με ψυχή και σώμα στην λατρεία του Θεού και στην ανακούφιση των πασχόντων. Η αγνότητα της ψυχής της, η οσιότητα της ζωής της, η αυταπάρνηση της, η μυστική ζωή της κι ο πόθος της για λύτρωση συντέλεσαν ώστε η μοναχή Πελαγία να γίνει το «σκεύος εκλογής» για ν' αποκαλυφθεί σ' αυτήν η Παναγία για την εύρεση της Αγίας εικόνας της στον αγρό του Δοξαρά στην πόλη της Τήνου (30 Ιανουαρίου 1823 μ.Χ.), γεγονός που έμελλε να κάμει την Τήνο ιερό νησί και να κατατάξει την Πελαγία μεταξύ των Αγίων. Το γεγονός δε αυτό συνέβη όταν η Όσια ήταν 73 χρόνων και αρχιερέας Τήνου ήταν ο Γαβριήλ.

Η Οσία Πελαγία έκανε, με τις πρεσβείες της Παναγίας και τη χάρη του Θεού, αρκετά θαύματα πριν και μετά τον θάνατο της, ο όποιος ήλθε στις 28 Απριλίου 1834 μ.Χ. και τάφηκε στο ναό των Ταξιαρχών του μοναστηριού.

Το 1973 μ.Χ. όμως, κτίστηκε μεγαλοπρεπής ναός στο όνομα της, όπου φυλάσσεται και προσκυνείται η αγία κάρα της σήμερα. Ανακηρύχτηκε αγία με Συνοδική Πατριαρχική Πράξη στις 11 Σεπτεμβρίου 1970 μ.Χ. και η μνήμη της ορίστηκε να τιμάται στις 23 Ιουλίου, την ήμερα δηλαδή του οράματος της.

ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΤΗΣ ΕΥΡΕΣΕΩΣ

Η εύρεση της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας, έγινε ύστερα από όραμα της Αγίας Πελαγίας.

Την Κυριακή 9 Ιουλίου 1822μ.Χ. βλέπει στον ύπνο της μία μεγαλοπρεπή κυρία με φωτοστέφανο, η οποία της εξηγεί πόσο υπέφερε θαμμένη τόσα χρόνια κάτω από το χώμα. Της ζήτησε όταν ξημερώσει να επισκεφθεί τον επίτροπο εσωτερικών υποθέσεων της Μονής και να του ανακοινώσει την επιθυμία της να αποκαλυφθεί το ερειπωμένο θαμμένο μέγαρό της στον αγρό του Αντ. Δωξαρά.

Όταν ξύπνησε κατάλαβε ότι η κυρία ήταν η Θεοτόκος και ότι το μέγαρο ήταν προφανώς ο Ναός Της. Της γεννήθηκαν όμως αμφιβολίες για το κατά πόσο μπορεί κάτι τέτοιο να συμβαίνει σε εκείνη την άσημη ταπεινή και το πώς θα έπρεπε να υποφέρει τους χλευασμούς και τις κοροϊδίες του δύσπιστου κόσμου. Έτσι αποφάσισε να μην αναφέρει τίποτα.

Την επόμενη Κυριακή 16 Ιουλίου 1822 μ.Χ., εμφανίζεται και πάλι στον ύπνο της η ίδια Κυρία δίνοντας και πάλι την ίδια παραγγελία. Η Πελαγία δεν είχε πλέον καμία αμφιβολία ότι ήταν η εκλεκτή από την Θεοτόκο, αλλά και πάλι την απέτρεψαν οι αμφιβολίες.

Όταν και την τρίτη Κυριακή 23 Ιουλίου 1822 μ.Χ. εμφανίζεται στον ύπνο της με στεναχωρημένο, αλλά αυστηρό ύφος ζητώντας εξηγήσεις για την αγνόηση της παραγγελίας της, η Πελαγία αποφασίζει πλέον να προχωρήσει χωρίς να ολιγωρήσει.

Την ίδια μέρα η Πελαγία κατέφυγε στην Ηγουμένη η οποία γνωρίζοντας τον ενάρετο βίο της την πίστεψε και επισκέφθηκε τον επίτροπο. Ο επίτροπος με την σειρά του ειδοποίησε με την συνοδεία της Πελαγίας τον Μητροπολίτη της Τήνου ο οποίος προσκαλεί τον λαό της Τήνου στον Μητροπολιτικό ναό των Ταξιαρχών, παρακαλώντας τον να συνδράμουν για τον σκοπό αυτό σε χρήμα ή και σε εργασία.

Ο λαός πρόθυμα άρχισε τις ανασκαφές στις αρχές Σεπτεμβρίου 1822 μ.Χ. από τις οποίες αποκαλύφθηκαν ο αρχαίος ναός του Διονύσου και ο ναός του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Ωστόσο δεν βρέθηκε κανένα ίχνος εικόνας πράγμα που επισκίασε το θετικό κλίμα και οδήγησε τον κόσμο σιγά, σιγά στην εγκατάλειψη του εγχειρήματος. Η Πανώλη θέριζε εκείνη την εποχή, πράγμα που ο επίτροπος το θεώρησε θεία τιμωρία.

Σε συνεργασία πάλι με τον Μητροπολίτη Τήνου συγκαλούν και πάλι τον λαό της Τήνου με την ίδια έκκληση ορίζοντας επιπλέον και μια επιτροπή ελέγχου του έργου. Όσο οι εργασίες δεν έφερναν αποτέλεσμα, ο λαός χλεύαζε και κατηγορούσε την Πελαγία ως ονειροπόλα.

Με δάκρια στα μάτια η Πελαγία ζητά την βοήθεια της Παναγίας, η οποία της αποκαλύπτει πλέον το ακριβές σημείο στο οποίο ήταν θαμμένη η εικόνα Της.

Στις 30 Ιανουαρίου 1823 μ.Χ., μετά από την υπόδειξη της εν λόγω θέσης, η αξίνα του Δημ. Βλάσση προσκρούει στο θαυματουργό εικόνισμα!

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ἀμέμτπως ἐβίωσας ἐν ἐγκράτειᾳ πολλῇ, καὶ κόποις ἀσκήσεως, καὶ ἐν ἀγάπῃ θερμῇ, Πελαγία θεόληπτε· ὅθεν τὴν Θεοτόκον, ἐπαλλήλως κατεῖδες, μηνύουσάν σοι Εἰκόνος, τὴν ἀνεύρεσιν ταύτης· ᾗ πρέσβευε Ὁσία, ὑπὲρ τῶν τιμώντων σε.

Κοντάκιον. Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικός.
Ζωὴν θεοφιλῆ, διανύσασα Μῆτερ, ἀσκήσει ἀρετῶν, καὶ ἠθῶν εὐκοσμίᾳ, θεράπαινα πεφήνας, τῆς Ἁγνῆς Θεομήτορος. Ὅθεν χαίρουσα, Κεχροβουνίου ἡ Μάνδρα, μακαρίζει σε, ὦ Πελαγία θεόφρον, τιμῶσα τὴν Κάραν σου.

Μεγαλυνάριον.
Χάριν Πελαγία εὗρες πολλήν, τῇ σῇ ἐναρέτῳ, καὶ ἁγίᾳ Μήτερ ζωῇ, τῆς Ἁγνῆς Παρθένου, διάκονος φανεῖσα, ᾗ πρέσβευε Ὁσία, ὑπὲρ τῆς ποίμνης σου.

Ὁ Ἅγιος Ἀπολλινάριος Ἐπίσκοπος Ραβέννας 


Tον Aπολινάριον εκτετμημένον,
Έσπευσε Bιτάλιος αυτίκα φθάσαι.

Ὑπῆρξε μαθητὴς καὶ ἀκόλουθος τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, τὸν ὁποῖο ἀκολούθησε ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια στὴ Ρώμη. Ἔπειτα ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος Πέτρος τὸν χειροτόνησε ἐπίσκοπο Ραβέννας.

Ἐκεῖ ὁ Ἀπολλινάριος ἐργάστηκε μὲ πολὺ ζῆλο γιὰ τὴ διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου καὶ κατόρθωσε τὸν φωτισμὸ πολλῶν εἰδωλολατρῶν, μὲ ἀποτέλεσμα οἱ ἱερεῖς τῶν εἰδώλων νὰ τὸν συλλάβουν καὶ νὰ τὸν κακοποιήσουν. 

Ἀργότερα ὁ Ἀπολλινάριος θεράπευσε μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, τὸν Βονιφάτιο, διακεκριμένο μέλος τῆς κοινωνίας τῆς Ραβέννας, ποὺ ἦταν κωφάλαλος καὶ τὴν κόρη του, ποὺ ἔπασχε ἀπὸ δαιμόνιο. Τὸ γεγονὸς αὐτό, ἔφερε πολλοὺς εἰδωλολάτρες στὴν πίστη τοῦ Χρίστου καὶ οἱ ἱερεῖς τῶν εἰδώλων ἀφοῦ τὸν συνέλαβαν τὸν βασάνισαν σκληρά.

Ἔπειτα ὁ Ἀπολλινάριος ἀναχώρησε στὴν Αἰμυλία, ὅπου ἀνέστησε τὴν κόρη τοῦ πατρικίου Ρουφίνου, ποὺ ὁλόκληρη ἡ οἰκογένειά του προσῆλθε στὸν Χριστό. Τότε ὁ ἔπαρχος τῆς πόλης, ἀφοῦ τὸν βασάνισε τὸν ἔβαλε σ' ἕνα πλοῖο γιὰ νὰ τὸν ἐξορίσει. 

Τὸ πλοῖο ὅμως ναυάγησε, ὁ Ἀπολλινάριος σώθηκε, βγῆκε στὴ Μοισία τῆς Θράκης καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἐπέστρεψε στὴ Ραβέννα. Μόλις ἔφτασε τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν ἔκλεισαν στὴ φυλακὴ μὲ τὴν εὐθύνη κάποιου ἑκατόνταρχου. Ὁ ἑκατόνταρχος ὅμως ἦταν χριστιανὸς καὶ τὸν ἄφησε νὰ φύγει. 

Ὅταν τὸ ἔμαθαν αὐτὸ οἱ Ἱερεῖς τῶν εἰδώλων, ἔστειλαν ἀνθρώπους τους, οἱ ὁποῖοι τὸν πρόλαβαν στὸ δρόμο καὶ τὸν χτύπησαν τόσο ἄγρια, ὥστε τὸ σῶμά του παραμορφώθηκε πνιγμένο στὰ αἵματα. Τὸν νόμισαν πεθαμένο καὶ τὸν ἄφησαν, ἀλλὰ χριστιανοὶ τὸν παρέλαβαν καὶ τὸν περιποιήθηκαν.

Μετὰ ἑπτὰ ἡμέρες ὅμως, ἀφοῦ εὐλόγησε τὰ πνευματικά του παιδιά, παρέδωσε τὴν ἁγία του ψυχὴ στὸν στεφανοδότη Θεό.

Ὁ Ἅγιος Ἀπολλώνιος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Ρώμης 

Aπολλωνίω διπλόμοχθος η πάλη,
Mοχθούντι προς πυρ και τα των τόξων βέλη.

Μαρτύρησε, ἀφοῦ τὸν θανάτωσαν μὲ ἐκτοξευόμενα βέλη καὶ κατόπιν τὸν ἔριξαν στὴ φωτιά.

(Ἐπίσκοπος Ρώμης ὅμως μὲ τέτοιο ὄνομα δὲν ὑπῆρξε. Ὁ δὲ Παρισινὸς Κώδ. 223 Coislin καλεῖ τὸν Ἅγιο αὐτὸν ἁπλὰ Ἱερομάρτυρα).


Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες ποὺ θανατώθηκαν ἀπὸ τοὺς Βουλγάρους

Άνδρας δικαίους και τρόποις ου ποικίλους,
Άνδρες φονείς κτείνουσι ποικιλοτρόπως.

Ὁ βασιλιὰς τοῦ Βυζαντίου Νικηφόρος ὁ Πατρίκιος, τὸ 811, βγῆκε ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη μὲ ὅλα του τὰ στρατεύματα, τὸν γιό του Σταυράκιο καὶ τὸν γαμπρό του Μιχαήλ, γιὰ νὰ πολεμήσει τοὺς Βουλγάρους. 

Ἡ μάχη ἦταν σκληρὴ καὶ ὁ Νικηφόρος νίκησε κατὰ κράτος. Ἀντὶ ὅμως νὰ μεριμνήσει γιὰ τὴν τακτοποίηση τῶν στρατευμάτων του μετὰ τὴ νίκη, ἐπιδόθηκε σὲ τσιμπούσια καὶ οἰνοποσίες. Οἱ Βούλγαροι ἀνασυντάχθηκαν καὶ τὴν νύχτα ἔπεσαν κατὰ τῶν Βυζαντινῶν στρατευμάτων, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ τοὺς διαλύσουν. Ὁ ἴδιος ὁ βασιλιὰς θανατώθηκε ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸ τῶν Βουλγάρων Κροῦμο.


Ὅσοι στρατιῶτες συνελήφθηκαν, οἱ Βούλγαροι τοὺς ἐξεβίαζαν ν’ ἀρνηθοῦν τὸν Χριστό. Ἀλλὰ ἐπειδὴ αὐτοὶ ἀρνοῦνταν νὰ ἀλλαξοπιστήσουν, ἄλλους θανάτωσαν μὲ ἀποκεφαλισμὸ καὶ ἄλλους μὲ ἀπαγχονισμό.


Οἱ Ἅγιοι Ἑπτὰ Μάρτυρες ποὺ μαρτύρησαν στὴν Καρθαγένη (κατ’ ἄλλους στὴ Χαλδία (Χαλκηδόνα)) 

Aθληταί επτά θανατωθέντες ξίφει,
Xριστώ πάρεισιν Άγιοι τω Aγίω.

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τῶν Ἁγίων Μαρτύρων.

Ἡ Ὁσία Ἄννα ἡ ἐν τῷ Λευκαδίῳ (ἢ Λευκάτη) 

Σος δέσμιος νους σαρκικάς ρίψας πέδας,
Eίργοντος Άννα μηδενός Θεόν βλέπει.

Ὑπῆρξε στὰ χρόνια του βασιλιὰ Θεοφίλου τοῦ εἰκονομάχου (829 – 842) καὶ ἦταν κόρη πλούσιας καὶ ἐπίσημης οἰκογένειας. Ἡ ἴδια εἶχε ἄφθονα σωματικὰ καὶ πνευματικὰ χαρίσματα διότι ἀνατράφηκε ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσία Κυρίου.

Μετὰ τὸν θάνατο τῶν γονέων της, ἔγινε κληρονόμος τῆς μεγάλης πατρικῆς περιουσίας, ποὺ μέρος της διαμοίρασε στοὺς φτωχούς. 

Ἀλλὰ τὴν ὡραία αὐτὴ κόρη, ἀγάπησε κάποιος Ἀγαρηνός, ποὺ διέμενε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὴ ζήτησε σὲ γάμο, μὲ τὴν συγκατάθεση τοῦ βασιλιὰ Βασιλείου. Ἡ Ἄννα δὲν δέχτηκε καὶ μὲ δάκρυα προσευχόταν στὸν Θεὸ νὰ τὴν ἀπαλλάξει ἀπ' αὐτὸν τὸν πειρασμό. Πράγματι ὁ Θεὸς ἄκουσε τὶς προσευχές της καὶ ὁ Ἀγαρηνὸς πέθανε.

Τότε ἡ Ἄννα, ἐντάχθηκε σὲ κάποιο μοναστήρι τῆς Κωνσταντινούπολης, ὅπου ἐπιδόθηκε σὲ σκληρότατη ἄσκηση καὶ προσευχή. Ἔτσι ἀσκητικὰ ἀφοῦ πέρασε γιὰ 50 χρόνια, μετὰ ἀπὸ βραχύχρονη ἀσθένεια, παρέδωσε τὴν μακαρία ψυχή της στὸ Θεό.

Τὸ δὲ τίμιο λείψανό της, μετὰ ἀπὸ χρόνια ὅταν ἐκτάφηκε, βρέθηκε σῶο καὶ εὐωδίαζε ὁλόκληρο θεία εὐωδία, καὶ ἔκανε πολλὰ καὶ διάφορα θαύματα.

Ὁ Ἅγιος Βιτάλιος ὁ Μάρτυρας 


Μαρτύρησε τὸ ἔτος 62 μ.Χ. Ἔκανε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ὁπλοποιοῦ καὶ ἀνῆκε στοὺς ἔνθερμους Χριστιανοὺς τῶν χρόνων ἐκείνων.

Ὅταν κάποτε στὴ Ραβέννα ἦταν παρὼν στὰ βασανιστήρια κάποιου γιατροῦ, Οὐρσικίνου ὀνομαζόμενου, ταράχτηκε καὶ μὲ δυνατὴ φωνὴ ἐνθάρρυνε τὸν γιατρὸ στὸ μαρτύριο. Μὲ ἀποτέλεσμα ὁ γιατρὸς νὰ ὑποστεῖ μὲ γενναιότητα τὸ μαρτύριο. 

Τότε ὁ δικαστὴς Παυλῖνος διέταξε νὰ συλλάβουν τὸν Βιτάλιο καὶ νὰ τὸν βασανίσουν. Γεμάτος ἀπὸ αἵματα, ὁ Βιτάλιος, ὁδηγήθηκε σ' ἕνα βαθὺ λάκκο, ὅπου τὸν θανάτωσαν ρίχνοντάς του μεγάλες πέτρες.

Ἀλλὰ ἡ θεία δίκη δὲν ἄργησε νὰ ἔλθει. Τὸν Βιτάλιο κατάγγειλε στὸν Παυλῖνο κάποιος ἱερέας τῶν εἰδώλων, ποὺ καὶ αὐτὸς ἦταν ἐκεῖ καὶ ἔριχνε πέτρες στὸν Βιτάλιο. Ξαφνικὰ ὅμως, τὸν κατέλαβε δαιμόνιο καὶ μὲ σπασμοὺς φώναξε μὲ ἄγρια φωνή: 

«Βιτάλιος ὁ μάρτυς τοῦ Χρίστου μὲ κατακαίει σκληρά» καὶ στὴν παραφροσύνη του ρίχτηκε στὸ ρεῦμα τοῦ κοντινοῦ ποταμοῦ καὶ πνίγηκε.


Ὁ Ἅγιος Θύρσος


Εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς τρεῖς Ἱεράρχες τῆς Καρπασίας. Στὸν χριστιανικὸ κόσμο εἶναι περισσότερο γνωστὸς μὲ τὸ λαϊκὸ ὄνομα «Ἅης Θέρισσος» καὶ εἶναι ἕνας πολὺ σεβαστὸς κι ἀγαπητὸς Ἅγιος.

Δυστυχῶς καὶ γι' αὐτὸν οἱ πληροφορίες ποὺ ἔχουμε ἀπὸ τὸ συναξάρι καὶ τὴν ἀκολουθία του, εἶναι πολὺ φτωχὲς καὶ περιορισμένες.

Λίγα πράγματα μᾶς λένε γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὴ δράση του. Μερικοὶ μάλιστα ἀμφισβητοῦν, ἂν αὐτὸς ὑπῆρξε ἱεράρχης ἢ ὅσιος ἢ μάρτυρας.

Καὶ τοῦτο, γιατί μὲ τὸ ἴδιο ὄνομα εἶναι καὶ ἕνας ἄλλος ἅγιος, ποὺ ἔζησε στὰ χρόνια τῆς βασιλείας τοῦ αὐτοκράτορα Δεκίου καὶ ποὺ μαρτύρησε στὸν Ἑλλήσποντο.

Ὅμως ὁ Ἅγιος Θύρσος τῆς Καρπασίας εἶναι ἱεράρχης.

Τέτοιο τὸν παρουσιάζουν οἱ εἰκόνες του, ὅσο κι οἱ σχετικὲς παραδόσεις.

Πότε γεννήθηκε καὶ ποῦ, μὰ καὶ ποιὰ ὑπῆρξε ἡ δράση του δὲν γνωρίζουμε. Ἀπὸ τὴν ἀκολουθία του μανθάνουμε πὼς ὑπῆρξε «θρέμμα κάλλιστον τῶν Καρπασέων»  καὶ ὅτι «ἐκ Βρέφους» πόθησε ἐπιμελῶς τὴν ἀρετή.

Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ ὑμνογράφου μᾶς βοηθοῦν νὰ δεχτοῦμε τὸν Ἅγιό μας σὰν ἕνα πρόσωπο ποὺ γεννήθηκε στὴν ὄμορφη ἐπαρχία τῆς Κύπρου, τὴν Καρπασία. Κι ἀφοῦ «ἐκ βρέφους» δηλαδὴ ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία πόθησε τὴν ἀρετή, θὰ πρέπει καὶ οἱ γονεῖς του νὰ ἦταν εὐσεβεῖς κι ἐνάρετοι. Καὶ σὰν τέτοιοι, αὐτοὶ θὰ ἔρριψαν στὴν ψυχή του γιὰ πρώτη φορὰ τὰ σπέρματα μιᾶς ἁγνῆς, ἀνώτερης πνευματικῆς ζωῆς. Ἐπίσης ἀπὸ νωρὶς αὐτοὶ θὰ φρόντισαν νὰ συνδέσουν τὸ παιδί τους μὲ τὴν πηγὴ τῆς χαρᾶς καὶ τῆς δυνάμεως, τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία.

Ἡ κατοπινὴ ἐξέλιξη τοῦ μεγάλου Πατέρα μᾶς ὑποχρεώνει νὰ δεχτοῦμε τὴ θεοσεβῆ οἰκογένεια, σὰν μία «κατ’ οἶκον Ἐκκλησία», ποὺ κέντρο τῶν ἐνδιαφερόντων της εἶχε μόνο τὸν Χριστὸ καὶ τὸ θέλημά του.

Μὲ τῆς φαντασίας τὴ συνδρομὴ προχωροῦμε νὰ δοῦμε μερικὲς σκηνὲς ἀπὸ τὴ ζωὴ τῆς εὐλογημένης αὐτῆς οἰκογενείας.

ΣΚΗΝΗ 1. Χειμωνιάτικο Βράδυ. Μαζεμένα γύρω ἀπὸ τὴ φωτιὰ ὅλα τὰ πρόσωπα, ὕστερα ἀπὸ τὴν βαριὰ δουλειὰ τῆς ἡμέρας, κάθονται καὶ συνομιλοῦν. Ὁ πατέρας κρατάει στὰ χέρια ἕνα πάπυρο. Τί νὰ ‘ναι τάχα; Μερικὲς σελίδες ἀπ’ τὴν Κ. Διαθήκη. Στὸ λιγοστὸ φῶς τοῦ λύχνου παίρνει καὶ διαβάζει. Κι ὕστερα τὸ τυλίγει πάλι κι ἀρχίζει ἡ συζήτηση: «Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Μακάριοι οἱ πτωχοὶ στὸ πνεῦμα. 

Καλότυχοι ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουνε ταπεινὴ γνώμη γιὰ τὸν ἑαυτό τους. Γιατί ἡ ταπείνωση εἶναι ἡ πρώτη ἀρετή. Ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ θρησκεία τῆς ταπεινώσεως. Οἱ μυστηριώδεις ἀλήθειες τοῦ Θεοῦ ξεσκεπάζονται μόνο στοὺς ταπεινόφρονες. Μιλᾶ ὁ ἕνας, ἀκοῦν οἱ ἄλλοι. Κάτι προσθέτει ὁ καθένας. Στὸ τέλος σηκώνονται. Κάνουν τὴν προσευχή τους κι ὕστερα μὲ τὴν ψυχὴ γαληνεμένη πᾶνε νὰ κοιμηθοῦν.

ΣΚΗΝΗ 2. Καλοκαιριάτικη νύχτα. Ἡ οἰκογένεια κάθεται στὴν αὐλή. Σ’ ἕνα κάθισμα πεσμένο εἶναι ἕνα κάνιστρο μὲ μερικὰ κομμάτια ψωμὶ καὶ λίγα χόρτα. Ἡ οἰκογένεια ἔκαμε τὴν προσευχή της καὶ παίρνει τὸ δεῖπνο της. Τὰ πρόσωπα μιλοῦν μὲ ἀγάπη μεταξύ τους. Κάποια στιγμὴ ὁ πατέρας ἀρχίζει ἕνα ὕμνο: «Αἰνεῖτε τὸν Κύριον ἐκ τῶν οὐρανῶν, αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν τοὶς ὑψίστοις. Αἰνεῖτε αὐτὸν πάντες οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ, αἰνεῖτε αὐτὸν πᾶσαι αἱ δυνάμεις αὐτοῦ. 

Αἰνεῖτε αὐτὸν ἥλιος καὶ σελήνη· αἰνεῖτε αὐτὸν πάντα τὰ ἄστρα καὶ τὸ φῶς.» (Ψαλμ. 148). Στὸ τέλος ἡ οἰκογένεια σηκώνεται. Οἱ ψυχὲς λουσμένες ἀπ’ τὸ φῶς τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ τῆς ἐλπίδας καληνυχτίζουν ἡ μιὰ τὴν ἄλλη καὶ πηγαίνουν στὸ κρεβάτι.

ΣΚΗΝΗ 3. Κυριακάτικο πρωινό. Ἡ οἰκογένεια εἶναι ἕτοιμη. Τὸ κάθε πρόσωπο εἶναι ντυμένο μὲ τὰ πιὸ καθαρά του ροῦχα. Τὰ παιδιὰ προχωροῦν μπροστά. Πίσω οἱ γονεῖς. Ποῦ πᾶνε; Γιὰ τὴν ἐκκλησία. Φτάνουν. Κάνουν τὸν σταυρό τους κι εἰσέρχονται μὲ εὐλάβεια. Μὲ προσοχὴ παρακολουθοῦν τὸ Μυστήριο τῆς ζωῆς καὶ ἀκοῦν τοῦ Χριστοῦ τὰ λόγια. Τὰ λόγια ποὺ στ’ ἀλήθεια εἶναι τὰ μόνα ἱκανὰ νὰ μορφώσουν πραγματικὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσουν στὴ σωτηρία.

Τρεῖς σκηνές! Σκηνὲς γεμάτες νόημα, εἰρήνη, εὐλογία! Ποιὸς μπορεῖ νὰ μὴ τὶς ζηλέψει καὶ νὰ μὴ τὶς νοσταλγήσει; Μπορεῖ νὰ συγκριθοῦν αὐτὲς μὲ τὸν σημερινὸ τρόπο ζωῆς τόσων καὶ τόσων αὐτοκαλουμένων χριστιανικῶν οἰκογενειῶν; Ἐδῶ τοῦ κόσμου τὰ ἀγαθά. Ἐκεῖ ἡ λιτότης, ἡ φτώχεια. Ἐδῶ οἱ φωνές, τὰ νεῦρα, ἡ ἀπογοήτευση, τὸ ἄγχος. Ἐκεῖ ἡ ἀγάπη, ἡ γαλήνη, ἡ χαρά. Γιατί τόση καὶ τέτοια διαφορά; Γιατί ἐκεῖ βασίλευε ὁ Χριστός, ποὺ εἶναι ἡ ὁδός, ἡ ἀλήθεια, ἡ ζωή. Ναί! ὁ Χριστὸς ποὺ εἶναι ἡ πηγὴ τῆς χαρᾶς καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ κόσμου!

Στὸ χωριό του ὁ Θύρσος θὰ πρέπει νὰ ἔμαθε καὶ τὰ λίγα γράμματα, τὰ παπαδογράμματα τῶν χρόνων ἐκείνων. Ἡ μελέτη ὅμως τῆς Γραφῆς ἡ τακτικὴ καὶ προσεκτικὴ πλούτιζε καθημερινὰ τὶς γνώσεις του καὶ καλλιεργοῦσε πλούσια τὴν ἁγνὴ ψυχή του. Τὴν καλλιεργοῦσε τόσο, ὥστε μικροὶ καὶ μεγάλοι μὲ τὸν καιρὸ νὰ τρέχουν σ’ αὐτὸν μὲ λαχτάρα, γιὰ νὰ ἀκούσουν ἀπὸ τὸ στόμα του τὰ φρόνιμα λόγια, τὰ ἁγνά, τὰ γεμάτα ἀπὸ χάρη «τὰ ἁλάτι ἠρτυμένα» (Κολασ. δ’, 

6) κατὰ τὸν θεῖο Ἀπόστολο.

Ἔτσι ἔζησε τὰ παιδικὰ καὶ ἐφηβικά του χρόνια ὁ Ἅγιος. Μὲ τὴ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τὸν ἀγώνα νὰ ἐπιτύχει τὸν ἁγιασμὸ τοῦ σώματος. Ὅταν ἔφτασε στὴ νεανικὴ ἡλικία, τότε προσῆλθε στὶς τάξεις τοῦ κλήρου κι ὑπηρέτησε ὡς διάκονος καὶ ἱερέας στὴν γενέτειρά του, τὴν Καρπασία. Ἀργότερα, ὅταν χήρεψε ὁ ἐπισκοπικὸς θρόνος, δὲν δίστασε μπροστὰ στὶς παρακλήσεις ὅλων νὰ ἀποδεχθεῖ τὴν κλήση καὶ νὰ ἀναλάβει καὶ τὸ ὑψηλὸ ὑπούργημα τοῦ ἐπισκόπου. 

Τὸ ἀνέλαβε καὶ τὸ τίμησε.

Ἡ δράση του ὡς ἐπισκόπου πρέπει νὰ ὑπῆρξε ἀξιόλογη. Ἡ ἐποχὴ τῆς χειροτονίας του συμπίπτει μὲ περίοδο «πολιτικῶν ἀνωμαλιῶν» γιὰ τὸ μαρτυρικὸ νησί μας. Οἱ διωγμοὶ κι ὁ πόνος πλάκωνε τὶς καρδιές. Χρειαζόταν ὁ ἐνισχυτής, ὁ παρηγορητής, ὁ δυνατὸς κήρυκας ποὺ θὰ φλόγιζε καὶ πάλι τὶς ψυχὲς καὶ θὰ τὶς ξεκούραζε. Καὶ σὰν τέτοιος βρέθηκε ὁ Δεσπότης.

Μὲ τὶς ἐπισκέψεις του στὰ χωριὰ καὶ τὴν ὕπαιθρο, τὶς συνεχεῖς ἐπισκέψεις του, μὰ καὶ τὴ συμπεριφορά του τὴν πατρική, διασκέδασε τὸν πόνο κι ἔδωκε πάλι στὶς πονεμένες καρδιὲς τὴν παρηγοριά, τὴν ἐλπίδα, τὴ χαρά. Στὸ πρῶτο τροπάριο τῆς ἀκολουθίας του, τοῦ Ἑσπερινοῦ, διαβάζουμε: «Καὶ Καρπασέων πόλεις ἐφαίδρυνας, διὰ τοῦ τρόπου τῆς πολιτείας σου, ὢ παμμακάριστε...» Ἡ φράση αὐτὴ μᾶς βοηθᾶ πολλὰ νὰ νοήσουμε καὶ νὰ φανταστοῦμε. 

Τὶς πονηρὲς ἐκεῖνες μέρες ὁ μακάριος ἀθλητὴς πρέπει νὰ ἔγινε τοῦ ποιμνίου του ἡ ψυχῆ καὶ ὁ παρήγορος ἄγγελος. Ἡ πόρτα τοῦ ἐπισκοπείου του ἦταν πάντα ἀνοικτή. Ἐκεῖ οἱ πεινασμένοι βρίσκανε τὸ ψωμί, οἱ κατατρεγμένοι τὴν ἀσφάλεια, οἱ πονεμένοι τὴν παρηγοριά, οἱ ὀρφανοὶ τὸν πατέρα κι ὁ καθένας ὅτι εἶχε ἀνάγκη. 

Σύνθημα τῆς ζωῆς του εἶχε βάλει ὁ σπλαγχνικὸς καὶ θεοφιλὴς ἐπίσκοπος τὰ λόγια τοῦ θείου Παύλου: «Τοὶς πᾶσι γέγονα τὰ πάντα, ἴνα πάντως τινὰς σώσω».  Κι αὐτὸς ἔγινε «τοὶς πᾶσι τὰ πάντα». Ἔγινε γιὰ ὅλους τὰ πάντα, χωρὶς μονάχα νὰ παραβεῖ ποτὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Ὅταν οἱ ἐσωτερικὲς ἀνωμαλίες συγκλόνιζαν τὶς κοινότητες, ὁ φλογερὸς ἐπίσκοπος ἔτρεχε κοντὰ στὰ φοβισμένα καὶ πονεμένα παιδιά του, πότε πεζοπορώντας μίλια μακριά, πότε καβάλα σὲ κανένα γαϊδουράκι – τί πολυτέλεια ἀλήθεια! – γιὰ νὰ ἐνισχύσει καὶ ξεκουράσει καὶ τονώσει.

- Παιδιά μου, τοὺς ἔλεγε συχνά. «Μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ τῶν ἀποκτεννόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι». Ἂς κάμνουν ἐπιδρομὲς οἱ ἐχθροί του Χριστοῦ. Κι ἂς ἁρπάζουν τὶς περιουσίες καὶ τὸ ψωμὶ τῶν παιδιῶν μας. Ὁ Κύριος δὲν θὰ μᾶς ἐγκαταλείψει. Μᾶς τὸ ὑπόσχεται! «Μὴ ἐπιλήσεται γυνὴ τοῦ παιδιοῦ αὐτῆς τοῦ μὴ ἐλεῆσαι τὰ ἔκγονα αὐτῆς; Εἰ δὲ καὶ ταῦτα ἐπιλάθοιτο γυνή, ἀλλὰ ἐγὼ οὐκ ἐπιλήσομαί σου, λέγει Κύριος».  

Μήπως εἶναι δυνατόν, ἡ μητέρα νὰ λησμονήσει ποτὲ τὰ σπλάγχνα της, τὰ παιδιά της; Ἀλλὰ κι ἂν ὑπάρξει τέτοια μητέρα, ἐγὼ ὅμως ποτὲ δὲν θὰ σὲ ξεχάσω, λέγει καὶ βεβαιώνει ὁ Κύριος. Ναί! Δὲν θὰ μᾶς ξεχάσει ὁ ἅγιος Θεός. Μᾶς δοκιμάζει μόνο. «Μᾶς δοκιμάζει πρὸς τὸ συμφέρον! 

Νά ‘στε βέβαιοι, πὼς κάποια μέρα καὶ πολὺ σύντομα θὰ ἐξαλείψει τὰ δάκρυά μας καὶ θὰ μᾶς δώσει πάλι τὴ χαρά. Τὸ Ἔθνος μας, θὰ ζήσει καὶ θὰ θριαμβεύσει». Πόσο ἐπίκαιρα εἶναι τὰ λόγια τοῦτα τοῦ ἁγίου ἐπισκόπου καὶ γιὰ τοὺς σημερινοὺς χριστιανοὺς τοῦ ἀναξιοπαθοῦντος μαρτυρικοῦ νησιοῦ.

Τὰ προφητικὰ λόγια τοῦ οὐρανόσταλτου ἱεράρχου πραγματοποιήθηκαν κι οἱ προβλέψεις τοῦ ἐπαληθεύθησαν. Οἱ Ἄραβες διατήρησαν κάποιο ἔλεγχο πάνω στὸ νησί μας μέχρι τὸν καιρὸ τοῦ Νικηφόρου Φωκᾶ. Ὁ μεγάλος αὐτὸς στρατηγὸς κι ἀργότερα αὐτοκράτορας κατὰ τὸ 965 λευτέρωσε τὴν Κύπρο μας ἀπὸ τὴν ἐξουσία τους καὶ τὴν ἔκαμε ξανὰ ἐπαρχία τῆς μεγάλης μας Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας.

Ὁ φλογερὸς πόθος τοῦ Ἁγίου νὰ ζεῖ ἀπερίσπαστα κοντὰ στὸν Θεό, τὸν ἔκαμε μόλις βρῆκε τὸν κατάλληλο διάδοχο νὰ παραιτηθεῖ ἀπὸ τὸ ἀξίωμα τοῦ Ἀρχιερέα. Ναί! Νὰ παραιτηθεῖ καὶ νὰ ἀποσυρθεῖ σὲ μία σπηλιὰ στὴ βόρεια ἀκτὴ τῆς Καρπασίας καὶ ἐκεῖ νὰ ζήσει τὰ ὑπόλοιπα χρόνια τῆς ζωῆς του ὡς ἀσκητής.

Στὸ ἡσυχαστήριό του πλήθη πιστῶν τὸν ἐπεσκέπτοντο καθημερινά, γιὰ ν’ ἀκούσουν τὰ λόγια καὶ τὶς συμβουλές του καὶ νὰ πάρουν τὴν εὐλογία του. Στὴ σπηλιὰ αὐτὴ ἔμεινε μέχρι τέλους. Μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν αὐστηρὴ ἄσκηση «ἐκάθηρε τᾶς αἰσθήσεις» καὶ ἀναδείχθηκε «κανών, ἀσκητῶν τὸ καύχημα, Κυπρίων τὸ μέγα εὖχος, καὶ Καρπασέων ἀγλάϊσμα».

Ὁ θάνατός του καταλύπησε τοὺς πάντας. Μὲ δάκρυα τὰ πνευματικά του παιδιὰ κήδεψαν τὸ ἅγιο σκήνωμά του καὶ δίπλα στὴ σπηλιὰ ποὺ ἀσκήτεψε, ἔκτισαν ἕνα ὄμορφο ναὸ μέσα στὸν ὁποῖο σὲ μιὰ λάρνακα φύλαξαν τὰ Ἱερὰ λείψανά του.

Τὰ θαύματα ποὺ ἔκανε, ὅταν ζοῦσε, συνεχίστηκαν καὶ μετὰ τὸν θάνατό του. Ἕνα τέτοιο θαῦμα εἶναι καὶ τοῦτο: Ἕνας χριστιανὸς ἀπ' τὸ Καρπάσι πόνεσε πολὺ στὰ μάτια του. Ὑπέφερε γιὰ καιρό· τὸ ἕνα μάλιστα ἀπὸ τὰ μάτια κατέβασε μέσα ἄσπρο καὶ δὲν ἔβλεπε τίποτα. Μὴ ἔχοντας τί νὰ κάμει θυμήθηκε τὸν Ἅγιο. Ἑτοίμασε τὰ ἀπαραίτητα γιὰ μία λειτουργία καὶ παρακάλεσε τὸν ἱερέα νὰ πᾶνε μαζὶ νὰ λειτουργήσει καὶ νὰ τὸν κοινωνήσει. Πῆγαν ἀπὸ τὸ βράδυ. 

Ὅλη τὴ νύχτα σχεδὸν ὁ ἄρρωστος τὴν πέρασε ἄγρυπνος, γονατιστὸς καὶ προσευχόμενος. Κατὰ τὰ ξημερώματα οἱ πόνοι μαλάκωσαν κι ὁ ἄνθρωπος κοιμήθηκε λίγο. Τὸ πρωὶ ἔγινε ἡ θεία λειτουργία καὶ κοινώνησε κιόλας. Ἀφοῦ ξεκουράστηκαν, ξεκίνησαν γιὰ τὸ χωριό. 

Ὅταν ἔφτασαν κοντὰ στὸ γεφύρι, ποὺ βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὸ Καρπάσι, στὸν ἄνθρωπό μας ἦρθε μία ἐπιθυμία νὰ βγάλει ἀπὸ τὸ κεφάλι τὸ μανδήλι μὲ τὸ ὁποῖον εἶχε δεμένο τὸ μάτι του. Τὸ ἔκαμε. Καὶ ὢ τοῦ θαύματος! Τὸ μάτι του ἦταν τελείως καλὰ κι ἔβλεπε θαυμάσια! Στ’ ἀλήθεια! «Τοὶς ἁγίοις τοὶς ἐν τὴ γῇ ἐθαυμάστωσεν ὁ Κύριος».

Χιλιάδες πιστῶν ἐπισκέπτονται κάθε χρόνο τὸν ὁμώνυμο ναό του γιὰ νὰ ζητήσουν μὲ εὐλάβεια τὴ χάρη του. Τὸ ἁγίασμά του θεραπεύει τὸν ὀμματόπονο καὶ τὰ δερματικὰ νοσήματα. Πιστεύεται ὅμως πὼς οἱ ἄρρωστοι, μετὰ ποὺ θὰ πλυθοῦν μὲ τὸ ἁγίασμα τοῦ ἁγίου, πρέπει νὰ ξεπλυθοῦν μὲ θαλασσινὸ νερό. Ἐπίσης σὰν τὸ ἁγίασμα μεταφερθεῖ, λέγεται πὼς χάνει τὴ θεραπευτική του ἰδιότητα.

Ἡ ζωὴ τοῦ μεγάλου ἱεράρχου εἶναι μία ὑπόμνηση τοῦ τί μπορεῖ νὰ ἐπιτύχει ἕνας ἐνάρετος ἄνθρωπος. Ἂς μὴ γνωρίζει πολλὰ πράγματα. Ἂς μὴν κρατᾶ διπλώματα. Ἂς ἔχει μόνον ἀρετή. Ἂς εἶναι ἐνάρετος! Τότε ἔχει τὸ πᾶν. Καὶ ἡ ἀρετή, ὅπως ξέρουμε ἐπιτυγχάνεται μόνο μὲ τὸν Χριστό. Τὴν ποθοῦμε; Τὴν θέλουμε; Τὴν ζητοῦμε; Ἂς εἶναι ὁ δρόμος καὶ ἕνας ὁ τρόπος νὰ τὴν κερδίσουμε. Νὰ γίνουμε ἄνθρωποι τοῦ Χριστοῦ.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’.

Τοὶς πίστει προστρέχουσι, Θύρσε τρισόλβιε, σορῷ τῶν λειψάνων σου, καὶ προσκυνοῦσα πιστῶς, τοῦ εἴδους ἐμφέρειαν, ἄφεσιν τῶν πταισμάτων, καὶ σωμάτων τὴν ρῶσιν, δώρησε ἱεράρχα, ἐκ παντοίων κινδύνων, καὶ παθῶν ἀρρώστιας, πάντας ἐκλύτρωσε.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’.
Καρπασέων τὸ κλέος καὶ Κυπρίων ἀγλάϊσμα, καὶ θαυματουργὸς ἀνεδείχθης, Θύρσε ἱεράρχα ἀοίδιμε, νηστεία, ἀγρυπνία, προσευχή, οὐράνια χαρίσματα λαβῶν, θεραπεύεις τοὺς νοσοῦντας, καὶ τὰς ψυχὰς τῶν πίστει προστρεχόντων σοι. Δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχὺν, δόξα τῷ σὲ στεφάνωσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.


Σύναξη του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή εν τοις Ολύμπου πλησίον του Αγίου Θωμά

Δεν έχουμε λεπτομέρειες για το γεγονός.

Ἐγκαίνια Ναοῦ Ἀρχιστρατήγου Μιχαήλ «ἐν Σκάλλαις» (ἢ Χάλλαις) 

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονὸς αὐτό.

Ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ διὰ Χριστὸν Σαλός τῆς Ἐμμέσας (Ρῶσος) 

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου.


Πηγές:http://www.saint.gr/07/23/index.aspx
http://www.synaxarion.gr/gr/sid/205/sxsaintinfo.aspx
«Πᾶνος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου