(Θεολογικὴ μονογραφία στὸ ἀνέσπερο ἀναστάσιμο φῶς)
Τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Κυριακὴ τοῦ Πάσχα, «αὐτὴν τὴν ζωηφόρον Ἀνάστασιν ἑορτάζομεν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ», σύμφωνα μὲ τὸ ἱερὸ συναξάρι τῆς πανηγυρικῆς ἀκολουθίας τῆς Ἀναστάσεως, σκιρτῶντας ἀπὸ οὐράνια ἀγαλλίαση, γιὰ τὸ πλέον χαρμόσυνο, τὸ πλέον ἐλπιδοφόρο, τὸ πλέον κοσμοσωτήριο γεγονὸς τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας: τὸ «Πάσχα Χριστοῦ τὸ σωτήριον»!
Ὁ πιστὸς καὶ εὐλογημένος λαὸς τοῦ Θεοῦ, βιώνοντας αἰσθητά – ἀνεπαίσθητα τὸ ἀναστάσιμο φῶς, ὀνομάζει τὴν ἑορτὴ τοῦ Πάσχα «Λαμπρή», χρησιμοποιῶντας αὐτὸ τὸ ἐπίθετο γιὰ νὰ τῆς προσδώσῃ τὸν χαρακτῆρα τῆς περίλαμπρης ἡμέρας, ὡς «ὄντως ἱερὰ καὶ πανέορτος, αὕτη ἡ σωτήριος, νὺξ καὶ φωταυγής, τῆς λαμπροφόρου ἡμέρας, τῆς Ἐγέρσεως». Μιᾶς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποία ἀκτινοβολεῖ τὸ οὐράνιο καὶ ἀνέσπερο φῶς τῆς Ἀναστάσεως καὶ ἀντανακλᾶται σὲ κάθε ἀγαθὴ καὶ δεκτικὴ τοῦ φωτὸς καρδιά, ἐξαφανίζοντας κάθε ἴχνος σκοτεινότητας καὶ σκιᾶς! Μιὰ ἡμέρα ἡ ὁποία πλημμυρίζει ἀπὸ μυστικό, ἀλλὰ ὑπαρκτὸ ἐκτυφλωτικὸ φῶς, ὁλόκληρη τὴ δημιουργία, ἀπὸ τὰ ἀπειροελάχιστα ὑλικὰ στοιχεῖα, ὡς τοὺς ἐπέκεινα γιγάντιους οὐράνιους ἀστρικοὺς σχηματισμούς! Μιὰ ἡμέρα, ἡ ὁποία δὲν εἶναι σὰν τὶς ἄλλες, ἀλλὰ εἶναι ἡ «Ὀγδόη Ἡμέρα», νοούμενη πέρα ἀπὸ τὸν αἰσθητὸ χρόνο, ὡς ἀπαρχὴ τῆς αἰωνιότητας, ὡς «αἰωνίου ἀπαρχή», ὡς προάγγελος καὶ πρόγευση τῆς «ἀνεσπέρου ἡμέρας τῆς βασιλείας» τοῦ Θεοῦ, «οὖσα προάγγελος, ἐν ἢ τὸ ἄχρονον φῶς, ἐκ τάφου σωματικῶς πᾶσιν ἐπέλαμψεν»!
Αὐτὴν τὴν οὐράνια λαμπρότητα τοῦ ἀναστάσιμου ἀνέσπερου φωτὸς ἐκφράζει μὲ ἀκρίβεια καὶ ἄφθαστο λυρισμό, ὁ ἱερὸς καὶ θεσπέσιος ὑμνογράφος τοῦ Ὄρθρου τῆς Ἀναστάσεως, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός (+749). Μὲ τὸ θεόσδοτο ταλέντο του μεταστοιχείωσε, σὲ ποιητικὸ καὶ ὑμνογραφικὸ λόγο, τὸν μελίρρυτο «Λόγον εἰς τὸ Ἅγιον Πάσχα», τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, συνθέτοντας τὸν περίφημο Κανόνα τῆς Ἀναστάσεως, τὸν γνωστό μας «Ἀναστάσεως ἡμέρα λαμπρυνθῶμεν λαοί...», τὸ κορυφαῖο ὑμνολογικὸ ποίημα τῆς Ἐκκλησίας μας, μὲ τὶς βαθύτατες θεολογικές του ἔννοιες καὶ σωτηριολογικὲς προεκτάσεις, μιὰ ἀπὸ τὶς θαυμαστότερες ποιητικὲς συνθέσεις τῆς παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Σὲ αὐτὴν τὴν καταπληκτικὴ ὑμνολογικὴ σύνθεση ἐξυμνεῖται τὸ μέγα, θαυμαστὸ καὶ ἀνερμήνευτο γεγονὸς τῆς ἐκ νεκρῶν ἀναστάσεως τοῦ Ζωοδότη Χριστοῦ καὶ προβάλλεται πανηγυρικότατα ὁ σωτηριολογικός του χαρακτῆρας. Ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος συμπυκνώνει τὸ ὑπέρτατο νόημα τῆς μεγάλης ἑορτῆς στὸν στίχο: «θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν Ἅδου τὴν καθαίρεσιν»! Ὁ Λυτρωτής μας Χριστός, μὲ τὸ δικό Του θάνατο, θανάτωσε τὸ δικό μας θάνατο, «θανάτῳ θάνατον πατήσας»! Μὲ τὴ δική Του λαμπροφόρο Ἀνάσταση χάρισε καὶ σὲ μᾶς τὴ δική μας ἀνάσταση, ὥστε, «Ἀνέστη Χριστός, καὶ νεκρὸς οὐδεὶς ἐπὶ μνήματος, Χριστὸς γὰρ ἐγερθείς ἐκ νεκρῶν ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο», διακηρύσσει καὶ ὁ χρυσορρήμονας ἱερὸς Χρυσόστομος στὸν περίφημο «Κατηχητικὸ Λόγο» του!
Ὁ ἱερὸς Δαμασκηνὸς ἐξυμνεῖ στὸν ὑπέροχο Κανόνα τοῦ Πάσχα καὶ τὸ ἄκτιστο, τὸ ἀνέσπερο, τὸ ἄσβεστο, τὸ αἰώνιο, φῶς τῆς Ἀναστάσεως, τὸ ὁποῖο πηγάζει ἀπὸ τὸν ζωοδόχο Τάφο τοῦ Χριστοῦ. Τὸ φῶς ποὺ καταυγάζει καὶ φωτίζει κάθε σκοτεινὸ καὶ ἀνήλιο χῶρο καὶ χρόνο, κάθε σκοτεινότητα, ποὺ σκιάζει ἡ ἁμαρτία καὶ ἡ ἐξουσία τοῦ «ἄρχοντα τοῦ σκότους», τοῦ Σατανᾶ.
Στὸ α΄ τροπάριο τῆς γ΄ ὠδῆς ἔγραψε: «Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καὶ γῆ, καὶ τὰ καταχθόνια, ἑορταζέτω γοῦν πᾶσα κτίσις, τὴν Ἔγερσιν Χριστοῦ, ἐν ᾗ ἐστερέωται». Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, αὐτὸ τὸ καταπληκτικό τροπάριο στάθηκε ἡ ἀφορμὴ νὰ καθιερωθῇ ὁ Κανόνας αὐτὸς στὴν ἀναστάσιμη ἀκολουθία. Ὅπως εἶναι γνωστό, μέγας ἐκκλησιαστικὸς ποιητὴς καὶ ὑμνογράφος ὑπῆρξε καὶ ὁ θετὸς ἀδελφὸς τοῦ ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Δαμασκηνοῦ, ὁ ἅγιος Κοσμᾶς, ἐπίσκοπος Μαϊουμᾶ. Ἔγραψαν καὶ οἱ δύο Κανόνες γιὰ τὸ Πάσχα, ὅμως διαβάζοντας ὁ ἅγιος Κοσμᾶς τὸν Κανόνα τοῦ ἁγίου Ἰωάννη καὶ φτάνοντας στὸ ὡς ἄνω τροπάριο «νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός...», ἐκστασιάστηκε, καταλήφτηκε ἀπὸ οὐράνια ἀγαλλίαση, ὁμολόγησε τὴν ἀνωτερότητα ἐτούτου τοῦ Κανόνα καὶ συμφώνησε ὅτι αὐτὸς θὰ πρέπει νὰ καθιερωθῇ καὶ νὰ ψάλλεται κατὰ τὴ Μεγάλη Ἑορτή!
Σὲ πολλὰ τροπάρια τοῦ θεσπέσιου Κανόνα ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος ἀναφέρεται στὸ ἀναστάσιμο φῶς. Στὸν εἱρμὸ τῆς Θ΄ ὠδῆς, ὁρίζει τὴν Θεοτόκο ὡς τὴν κύρια ἀποδέκτη τοῦ ἀναστάσιμου φωτός: «Φωτίζου, φωτίζου, ἡ νέα Ἱερουσαλήμ, ἡ γὰρ δόξα Κυρίου ἐπὶ σὲ ἀνέτειλε, Χόρευε νῦν, καὶ ἀγάλλου Σιών, σὺ δὲ ἁγνή, τέρπου Θεοτόκε, ἐν τῆ ἐγέρσει τοῦ τόκου σου». Αὐτὸ εἶναι ἐπακόλουθο, διότι ἡ Θεοτόκος ἀξιώθηκε νὰ γίνῇ ἡ μητέρα, κατὰ σάρκα, τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τὴ στιγμὴ τοῦ εὐαγγελισμοῦ Της ἀπὸ τὸν ἀρχάγγελο Γαβριήλ, μὲ τὴν ἐπισκίαση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καθαρίστηκε ἀπὸ κάθε ρύπο ἁμαρτίας καὶ κύρια ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα, γινόμενη ἄσπιλη, γιὰ νὰ σαρκωθῇ ὁ ἀπόλυτα ἅγιος Θεὸς στὰ σπλάχνα Της. Ἔγινε ἡ «κεχαριτωμένη» (Λουκ.1,28), ἡ «Ἁγία Ἁγίων», τὸ πρότυπο καὶ ὁ κανόνας τῆς ἁγιότητας. Ὡς ἐκ τούτου Αὐτὴ ὑπῆρξε δικαιωματικὰ τὸ πρῶτο ἀνθρώπινο πρόσωπο ποὺ ἀποδέχτηκε τὰ σωτήρια ἀποτελέσματα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ ἔγιναν ἀντιληπτὰ στὸ ἱερὸ πρόσωπό Της. Σὲ Αὐτὴ ἀνέτειλε ἡ ἄφατη δόξα τοῦ Θεοῦ!
Τί σημαίνει γιὰ τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας μας τὸ ἀναστάσιμο φῶς; Πὼς μποροῦμε νὰ τὸ ἀντιληφθοῦμε καὶ νὰ βιώσουμε τὴν σωτήρια ἐπίδρασή του στοὺς ἑαυτούς μας;
Ὁ Θεὸς εἶναι ταυτισμένος μὲ τὸ φῶς. «Φῶς ὁ Πατήρ, φῶς ὁ Λόγος, φῶς καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ...», ψάλλομε στὴν ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς. Ἡ Θεότητα εἶναι «πῦρ καταναλίσκον» (Ἑβρ. 12,28), κατὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο, τὸ ὁποῖο φωτίζει, θερμαίνει καὶ ζωοποιεῖ τὰ σύμπαντα. Μιὰ ἐλάχιστη εἰκόνα αὐτοῦ τοῦ φωτός μᾶς δόθηκε κατὰ τὴν Θεία Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ, ὅπου «ἔλαμψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος, τὰ δὲ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο λευκὰ ὡς τὸ φῶς». Ἦταν δὲ τέτοια ἡ ἔκλαμψη, ὥστε «οἱ μαθηταὶ ἔπεσον ἐπὶ πρόσωπον αὐτῶν καὶ ἐφοβήθησαν σφόδρα» (Ματθ. 17,2).
Τὸ ἀντίθετο τὸ φωτὸς εἶναι τὸ σκοτάδι. Αὐτὸ γιὰ τὰ αἰσθητά μας μάτια. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ τὸ πνευματικὸ σκοτάδι, ποὺ εἶναι ἡ ἀπουσία τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ καὶ εἶναι ταυτισμένο μὲ τὸν ἀντίδικό Του, τὸ Σατανᾶ, ὁ ὁποῖος, μετὰ τὴν ἀποστασία του, ἀπὸ φωτεινὸς ἄγγελος, μεταποιήθηκε σὲ σκοτεινὸς δαίμονας, μαζὶ μὲ τὸ ἀγγελικὸ ἐπιτελεῖο, ποὺ τὸν ἀκολούθησε στὴν πτώση. Τὸ κακὸ εἶναι ταυτισμένο μὲ τὸ σκοτάδι, διότι γίνεται ἐν κρυπτῷ. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης θεωρεῖ «τὸν ἄρχοντα τοῦ σκότους ὡς ἐφευρέτην τῆς κακίας, τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου». Αὐτὸς εὐθύνεται γιὰ τὴν ἐκτόπιση τοῦ φωτὸς ἀπὸ τὴ γῆ καὶ τὰ σκοτεινὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων. Γιὰ τὴν μεταβολὴ τοῦ κόσμου σὲ κόλαση! Ὁ ἀπόστολος Παῦλος τόνισε πὼς «ὁ θεὸς τοῦ αἰῶνος τούτου ἐτύφλωσε τὰ νοήματα τῶν ἀπίστων εἰς τὸ μὴ αὐγάσαι αὐτοῖς τὸν φωτισμὸν» τοῦ Θεοῦ (Β΄ Κορ.4,4).
Ἀλλὰ ἡ θεία ἀγάπη ἔστειλε στὸν κόσμο τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ὁ Ὁποῖος εἶναι «φῶς ἐκ φωτός», γιὰ νὰ φωτίσῃ ξανὰ τὴν σκοτισμένη ἀνθρωπότητα, νὰ νικήσῃ τὸν ἄρχοντα τοῦ σκότους καὶ νὰ πλημμυρήσῃ τὰ σύμπαντα ἀπὸ τὴν θεία λαμπροφόρο δόξα Του. «Ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα καὶ τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς» (Ματθ. 4,16). Ὁ «νοῦς τῆς πονηρίας κατασυντρίβεται καὶ τὸ σκότος διαφωτίζεται» πλέον, θὰ πῇ καὶ πάλι ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης. Τὸ πυκνὸ πνευματικὸ σκοτάδι ποὺ βασίλευε γιὰ αἰῶνες στή Γῆ, φωτίστηκε καὶ ἀποκαλύφτηκαν τὰ σκοτεινὰ ἔργα τῆς ἁμαρτίας, ἡ ὁποία γεννᾶ τὴ φθορὰ καὶ ὁδηγεῖ στὸ θάνατο (Ρωμ. 6,44). Ὁ Προφήτης Ἠσαΐας, βιώνοντας τὸ πυκνὸ πνευματικὸ σκοτάδι τοῦ προχριστιανικοῦ κόσμου, προεῖδε τὸν ἐρχομὸ τοῦ Μεγάλου Φωτιστῇ, ἀναγγέλλοντας: «Ἰδοὺ δέδωκά σε εἰς διαθήκην γένους, εἰς φῶς ἐθνῶν του εἶναι σὲ εἰς σωτηρίαν ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς» (Ἠσ. 49,6).
Ὁ Χριστὸς δὲν ἔφερε ἁπλᾶ τὸ φῶς στὸν κόσμο, ἀλλὰ εἶναι ὁ Ἴδιος τὸ φῶς, διακηρύσσοντας: «ἐγὼ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήση ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ ἕξει το φῶς τῆς ζωῆς» (Ἰωάν. 8,12). Κι ἀκόμα: «ἐγὼ φῶς εἰς τὸν κόσμον ἐλήλυθα, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ ἐν τῇ σκοτὶᾳ μὴ μεὶνῃ» (Ἰωάν. 12,46). Ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ἀναφέρει γιὰ τὸν Χριστό: ὅτι Αὐτὸς «ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων. καὶ τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει, καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ κατέλαβεν» (Ἰωάν. 1,4-5). Ὁ Πρόδρομος Ἰωάννης, «ἦλθεν εἰς μαρτυρίαν, ἵνα μαρτυρήσῃ περὶ τοῦ φωτός, ἵνα πάντες πιστεύσωσι δι’ αὐτοῦ» (Ἰωάν. 1,7). Ὁ φωτοφόρος ἄγγελος τῆς Ἀναστάσεως θὰ ρωτήσει τὶς ἅγιες Μυροφόρες: «Τὸν ἐν φωτὶ ἀϊδίῳ ὑπάρχοντα, μετὰ νεκρῶν τί ζητεῖτε ὡς ἄνθρωπον;».
Τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ φωτίζει τὰ πρόσωπα τῶν ἀνθρώπων ποὺ εἶναι δεκτικοὶ τῆς πίστεως πρὸς Αὐτὸν καὶ γιὰ τοῦτο ὁ Ἴδιος διαβεβαίωσε πὼς «ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου... οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (Ματθ. 5,14-16). Καὶ διαβεβαίωσε ὅτι «οἱ δίκαιοι ἐκλάμψουσιν ὡς ὁ ἥλιος ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ πατρὸς αὐτῶν» (Ματθ. 13,43).
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀναφέρει πὼς πρὶν ἔρθει ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο, βασίλευε τὸ πνευματικὸ σκοτάδι. Ἀλλὰ «ἦτε γάρ ποτὲ σκότος, νῦν δὲ φῶς ἐν Κυρίῳ· (πλέον) ὡς τέκνα φωτὸς περιπατεῖτε» (Ἐφ. 5,8). Τώρα, τὰ «πάντα ἐλεγχόμενα ὑπὸ τοῦ φωτὸς φανεροῦται· πᾶν γὰρ τὸ φανερούμενον φῶς ἐστι» (Ἐφ. 5,10). Καὶ ἐπίσης: «Ὁ Θεὸς ὁ εἰπὼν ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὀς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Β΄ Κορ. 4,6). Ὁ Ἀναστημένος Κύριός μας εἶναι ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης, ὁ Ὁποῖος λάμπει ὡς τὰ πέρατα τῆς δημιουργίας τὸ ζωτικὸ καὶ ἀπολυτρωτικό του φῶς.
Τὸ ἀναστάσιμο φῶς εἶναι ὁ προάγγελος τοῦ ἐσχατολογικοῦ ἀνεσπέρου φωτός. Ὁ ἱερὸς συγγραφέας τοῦ ἐσχατολογικοῦ βιβλίου τῆς Ἀποκαλύψεως, ἅγιος Ἰωάννης, προεῖδε τὸ φῶς τῆς οὐράνιας βασιλείας: «καὶ ἡ πόλις οὐ χρείαν ἔχει τοῦ ἡλίου οὐδὲ τῆς σελήνης ἵνα φαίνωσιν αὐτῇ· ἡ γὰρ δόξα τοῦ Θεοῦ ἐφώτισεν αὐτήν, καὶ ὁ λύχνος αὐτῆς τὸ ἀρνίον... νὺξ γὰρ οὐκ ἔσται ἐκεῖ» (Ἀποκ. 21,23-26) καὶ «καὶ νὺξ οὐκ ἔσται ἔτι, καὶ οὐ χρεία λύχνου καὶ φωτὸς ἡλίου, ὅτι Κύριος ὁ Θεὸς φωτιεῖ αὐτούς, καὶ βασιλεύσουσιν εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων» (Ἀποκ. 22,5).
Ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος ἀναφέρει πὼς τὸ ἀναστάσιμο φῶς ἔφτασε καὶ ὡς τὰ καταχθόνια τρομερὰ δώματα τοῦ ἀνήλιου Ἅδου, ὅπου διέλυσε καὶ τὰ ἐκεῖ φρικτὰ σκοτάδια. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος διακήρυξε μὲ τὸν πλέον πανηγυρικὸ τρόπο: «ποῦ σου, θάνατε, τὸ κέντρον; ποῦ σου, ᾅδη, τὸ νῖκος; τὸ δὲ κέντρον τοῦ θανάτου ἡ ἁμαρτία, ἡ δὲ δύναμις τῆς ἁμαρτίας ὁ νόμος. τῷ δὲ Θεῷ χάρις τῷ διδόντι ἡμῖν τὸ νῖκος διὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ» (Α΄ Κορ. 15,55-57)! Καὶ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος θὰ συμπληρώσῃ: «Μηδεὶς ὀδυρέσθω πταίσματα· συγνώμη γὰρ ἐκ τοῦ τάφου ἀνέτειλε. Μηδεὶς φοβείσθω θάνατον· ἠλευθέρωσε γὰρ ἡμᾶς ὁ τοῦ Σωτῆρος θάνατος. Ἔσβεσεν αὐτόν, ὑπ’ αὐτοῦ κατεχόμενος. Ἐσκύλευσε τὸν ἅδην ὁ κατελθὼν εἰς τὸν ἅδην. Ἐπίκρανεν αὐτόν, γευσάμενον τῆς σαρκὸς αὐτοῦ» (Κατηχητικὸς Λόγος).
Ἡ λυτρωτικὴ δύναμη τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ καὶ τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας, ἔφτασε καὶ ὡς τὸν Ἅδη. Μετὰ τὴν ἐκπνοὴ Του ἐπὶ τοῦ σταυροῦ, ἡ ψυχὴ τοῦ Κυρίου κατέβηκε στὸ βασίλειο τῶν νεκρῶν, σαφέστατη διδασκαλία τοῦ ἀποστόλου Πέτρου:
«θανατωθεὶς μὲν σαρκί, ζωοποιηθεὶς δὲ πνεύματι· ἐν ὦ καὶ τοῖς ἐν τῇ φυλακῇ πνεύμασι πορευθεῖς ἐκήρυξεν» (Α΄ Πέτρ. 3,18). Τὸ ἴδιο βεβαιώνει καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος: Ὁ Χριστὸς «κατέβη πρῶτον εἰς τὰ κατώτατα μέρη τῆς γῆς» (Ἐφεσ. 4,9), σύμφωνα μὲ τὴν ἀντίληψη τῆς ἐποχῆς, ὅτι ὁ Ἅδης βρίσκεται στὰ ἔγκατα τῆς γῆς. Ἐκεῖ ὁ Κύριος κατὰ τὴν τριήμερο παραμονή Του συνέχισε καὶ στὸν κόσμο τῶν πνευμάτων τὸ ἀπολυτρωτικὸ Του ἔργο. Κήρυξε τὸ εὐαγγέλιο τῆς σωτηρίας καὶ στοὺς ἀπ᾿ αἰῶνος νεκρούς. Ὅπως στὸν κόσμο τῶν ζωντανῶν ἔτσι καὶ στὸν κόσμο τῶν νεκρῶν ὑπῆρξαν ἐκεῖνοι ποὺ πίστεψαν καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἀρνήθηκαν τὸ κήρυγμά Του. Κατὰ τὴν λαμπροφόρο Ἀνάστασή Του ἀνέβασε μαζὶ Του ὅσους πίστεψαν σ’ Αὐτόν. «εἰσῆλθεν ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης ὦσπερ ἄνθρωπος, καὶ πάντα τὰ σκοτεινὰ τοῦ Ἅδου ἐφωτίσθησαν» (Evang.Nicodimi, Pars II, cap.V (XXI)3), ἀναφέρει πρωτοχριστιανικὸ κείμενο. «Ἐσεῖς οἱ καθήμενοι στὸ σκοτάδι καὶ στὴ σκιὰ τοῦ θανάτου ὑποδεχτεῖτε τὸ μέγα Φῶς», τονίζει πανηγυρικὰ ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος Κύπρου. Ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος τονίζει πώς, χάριν τῆς ἄμετρης φιλανθρωπίας τοῦ Χριστοῦ, «οἱ ταῖς τοῦ ἅδου σειραῖς συνεχόμενοι δεδορκότες, πρὸς τὸ φῶς ἠπείγοντο, ἀγαλλομένῳ ποδί, Πάσχα κροτοῦντες αἰώνιον». Οἱ ἀπ’ αἰῶνος ἁλυσοδεμένοι νεκροὶ στὸν σκοτεινὸ Ἅδη, ὅταν ἀντίκρισαν τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ, ἔσπευσαν πρὸς Αὐτὸν ἀλαλάζοντας ἀπὸ ἄφατη χαρὰ καὶ χειροκροτῶντας τὸ πέρασμα ἀπὸ τὸν θάνατο στὴν αἰώνια ζωή!
Ὁ Χριστός, «συνανέστησεν, παγγενῆ τὸν Ἀδάμ, ἀναστὰς ἐκ τοῦ τάφου», δηλαδή, ὅλους μας ἤδη μᾶς ἔχει καταστήσει ἀναστημένους, διότι «διὰ Πάθους τὸ θνητόν, ἀφθαρσίας ἐνδύει εὐπρέπειαν». Ἐτοῦτο τὸ ταπεινὸ καὶ σεσαθρωμένο ἀπὸ τὴν ἁμαρτία σαρκίο μας εἶναι ντυμένο πιὰ μὲ ἔνδυμα ἀφθαρσίας καὶ εὐπρέπειας. Μᾶς ἔδωσε αἰώνια βασιλικὴ προοπτική. Πρὶν ἀπὸ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μᾶς ἦταν «φοβερὸς ὁ θάνατος τῷ ἀνθρὼπῳ» μετὰ ἀπὸ αὐτήν, καθίσταται «φοβερὸς ὁ ἄνθρωπος τῷ θανάτῳ», ἀναφέρει ἕνας θαυμάσιος ἐκκλησιαστικὸς ὕμνος! Γνωρίζουμε, πιστεύουμε καὶ ὁμολογοῦμε ὅτι «εἰ δὲ ἀπεθάνομεν σὺν Χριστῷ, πιστεύομεν ὅτι καὶ συζήσομεν αὐτῷ, εἰδότες ὅτι Χριστὸς ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν οὐκέτι ἀποθνήσκει, θάνατος αὐτοῦ οὐκέτι κυριεύει» (Ρωμ. 6,8-9)!
Ὡς συνειδητοὶ πιστοὶ καλούμαστε, «ἐν τῇ εὐσήμῳ ἡμέρα τῆς ἐγέρσεως, βασιλείας τε Χριστοῦ κοινωνήσωμεν», νὰ γίνουμε κοινωνοὶ τῶν ἀστείρευτων δωρεῶν τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας, ὡς τὴν ἀπαρχὴ τῆς ἀτελεύτητης βασιλείας Του! Νὰ ἀνοίξουμε τοὺς πνευματικούς μας ὀφθαλμοὺς νὰ δοῦμε τὸ ἀνέσπερο ἀπαστράπτον ἀναστάσιμο φῶς, κάνοντας χῶρο στὶς καρδιές μας νὰ εἰσέλθῃ, γιὰ νὰ λαμπρύνει τὶς ὑπάρξεις μας. Νὰ μᾶς ἀποκολλήσῃ ἀπὸ τὰ ὀλέθρια δεσμὰ τῆς ἁμαρτίας, ἡ ὁποία μόνο πόνο, βάσανα καὶ φθορά μας προκαλεῖ. Νὰ ἀξιωθοῦμε νὰ γίνουμε δεκτικοὶ τοῦ ἀναστάσιμου φωτός, βιώνοντάς το ἐς ἀεί, ὡς χαρά, ἐλπίδα, παρηγοριά, αἰσιοδοξία, ἱλαρότητα, ἠρεμία, στὶς ψυχές μας, ἔχοντας κατὰ νοῦν ὅτι ὁ Χριστὸς μὲ τὴν ἀνάστασή Του κατατρόπωσε καὶ ἀποδυνάμωσε τὸν δυνάστη Σατανᾶ καὶ κατάργησε τὸ θάνατο, τὸν ἔσχατο καὶ χείριστο ἐχθρό μας, ὅτι, «ἔσχατος ἐχθρὸς καταργεῖται ὁ θάνατος», λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Α΄ Κορ. 15, 26). Ἔτσι καμιὰ ἀντιξοότητα τῆς παρούσης ζωῆς δὲν θὰ πρέπει νὰ μᾶς ἀπελπίζῃ, διότι ὅλες οἱ ἀντιξοότητες καὶ τὰ προβλήματα εἶναι μηδαμινά, σὲ σχέση μὲ τὸ θάνατο καὶ ἐφόσον αὐτὸς ἔχει καταργηθεῖ, δὲν δικαιολογεῖται στὸν πιστὸ καμιὰ ἀνησυχία, καμιὰ ἀπελπισία, καμιὰ κατήφεια!
Ὡς ἐκ τούτου, τὴν ἁγία καὶ πανσεβάσμια ἐτούτη ἡμέρα, «Προσέλθωμεν λαμπαδηφόροι τῷ προϊόντι Χριστῷ ἐκ τοῦ μνήματος ὡς νυμφίῳ, καὶ συνεορτάσωμεν ταῖς φιλεόρτοις τάξεσι, Πάσχα Θεοῦ τὸ σωτήριον»!
Χριστὸς Ἀνέστη – Ἀληθῶς Ἀνέστη ὁ Κύριος!
__________________________________
Πολυτονισμὸς ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΣ
«Πᾶνος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου