Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου
~ Στήν Κωνσταντινούπολι ζοῦσε ἕνας γέροντας μέ τό ὄνομα Νικόλαος.
Ἦταν μόνος μέ τήν γυναῖκα του, διότι δέν εἶχαν ἀποκτήσει παιδιά.
Αὐτοί σέ ὅλη τήν ζωή τους, τήν ἡμέρα τῆς
ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Νικολάου, ἐπήγαιναν ἀπό τό πρωΐ στήν ἐκκλησία, ἔκαναν
ἐλεημοσύνες, συμμετεῖχαν στίς ἀκολουθίες, ἔφτιαχναν κεριά, θυμίαμα,
πρόσφορα. Ἔκαναν ὅ,τι ἠμποροῦσαν.
Καί τώρα πού ἦταν γεροντάκια καί πτωχοί συνέχιζαν τό ἴδιο τυπικό
τους. Ἐρχόταν κάθε χρόνο ἡ γιορτή τοῦ ἁγίου Νικολάου κι αὐτοί δέν εἶχαν
μέ τί νά κάνουν τήν γιορτή τους, ὅταν ἐγύριζαν ἀπό τήν ἐκκλησία στό
σπίτι, δηλαδή δέν εἶχαν νά στρώσουν τραπέζι γιά τούς πτωχούς νά
εὐχαριστήσουν καί ἐκεῖνοι τόν Θεό.
























