Κυριακή, 11 Αυγούστου 2019

ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ - ΚΥΡΙΑΚΗ 11 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2019

Ὁ Ἅγιος Εὖπλος ὁ Μεγαλομάρτυρας ὁ Διάκονος


Ἐκ τῆς στολῆς μέν, σεπτὸς Εὖπλος Λευΐτης.
Ἐκ τῆς τομῆς δέ, στερρὸς ὄντως ὁπλίτης.
Πλήγη ἑνδεκάτῃ ξίφει Εὖπλος κοπήεντι.

Ἔζησε στὰ τέλη τοῦ 3ου αἰῶνα μ.Χ., ὅταν αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Διοκλητιανός.

Γεννήθηκε στὴν Κατάνη τῆς Σικελίας, ὅπου ἦταν καὶ διάκονος τῆς ἐκεῖ Ἐκκλησίας. Θερμὸς κήρυκας τοῦ Εὐαγγελίου ὁ Εὖπλος, προσπαθοῦσε νὰ στερεώσει τὴν πίστη τῶν διωκόμενων χριστιανῶν καὶ τοὺς προέτρεπε νὰ προτιμοῦν τὰ πιὸ φρικτὰ μαρτύρια παρὰ νὰ ἀρνηθοῦν τὸ Χριστό. Διότι «εἰ ὑπομένομεν, καὶ συμβασιλεύσομεν εἰ ἀρνούμεθα. Κακεῖνος ἀρνήσεται ἡμᾶς». Ἐάν, δηλαδή, δείχνουμε ὑπομονή, τότε καὶ θὰ βασιλεύσουμε μαζὶ μ’ Αὐτὸν (τὸν Χριστό).


Ἐάν, ὅμως, Τὸν ἀρνούμαστε, καὶ Ἐκεῖνος θὰ μᾶς ἀρνηθεῖ.

Οἱ εἰδωλολάτρες, βλέποντας αὐτὴ τὴν δραστηριότητα τοῦ Εὔπλου, τὸν κατήγγειλαν στὸν Ἔπαρχο Καλβισιανό. Αὐτὸς προσπάθησε μὲ συζήτηση νὰ πείσει τὸν Εὖπλο ὅτι ἦταν μωρία νὰ πιστεύει στὸν Τριαδικὸ Θεὸ καὶ ἔπρεπε τὸ συντομότερο νὰ Τὸν ἀρνηθεῖ. Ὁ Εὖπλος ἀκαταμάχητος συζητητής, διέλυσε ἕνα πρὸς ἕνα ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ ἐπάρχου.
Ὁ Καλβισιανός, ἀφοῦ εἶδε ὅτι δὲν τὰ ἔβγαζε πέρα μὲ τὸν Εὖπλο, διέταξε καὶ τοῦ ἔσχισαν τὶς σάρκες μὲ σιδερένια νύχια. Κατόπιν τοῦ ἔσπασαν τὶς κνῆμες μὲ σφυριὰ καὶ στὸ τέλος τὸν ἀποκεφάλισαν. Ἐνῷ ὁ Εὖπλος ἐξακολουθοῦσε νὰ μὴν ἀρνεῖται τὸ Χριστό, μέχρι καὶ τὴν τελευταία του πνοή.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάβαλε.
Ὡς θεῖος διάκονος, τῆς Ἐκκλησίας Χριστοῦ, ὁσίως διήγαγες, τὰ πρὸς Θεὸν καὶ πιστῶς, καὶ ἤθλησας ἄριστα· σὺ γὰρ ἐν τῷ πελάγει, τῶν ποικίλων ἀγώνων, εὔπλοος ἀνεδείχθης, παμμακάριστε Εὖπλε. Καὶ νῦν ἡμᾶς πρὸς λιμένα, θεῖον κυβέρνησον.

Κοντάκιον. Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικός.
Τοὺς νόμους τοῦ Χριστοῦ, ταῖς χερσὶ περιφέρων, ἐπέστης ἐκβοῶν, τοῖς ἐχθροῖς ἐν σταδίῳ· Αὐτόκλητος πάρειμι, ἐναθλήσων στερρότατα· ὅθεν κλίνας σου, περιχαρῶς τὸν αὐχένα, ὑποδέδεξαι, τὴν ἐκτομὴν τὴν τοῦ ξίφους, τελέσας τὸν δρόμον σου.

Μεγαλυνάριον.
Ἄθλους διανύσας μαρτυρικούς, καὶ λύθροις αἱμάτων, πορφυρώσας τὴν σὴν στολήν, τῷ Χριστῷ παρέστης, ὡς Μάρτυς τροπαιοῦχος, ὦ Εὖπλε Διακόνων, τὸ ἐγκαλλώπισμα.


Ὁ Ἅγιος Νήφων Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

  
Λιπὼν ὁ Νήφων τὴν κάτω προεδρίαν
Χριστῷ παρέστῃ τῷ προέδρῳ τῶν ὅλων.

Ὁ Ἅγιος Νήφων, καταγόταν ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο. Τοὺς γονεῖς του τοὺς ἔλεγαν Μανουὴλ καὶ Μαρία. Τὸ κοσμικό του ὄνομα ἦταν Νικόλαος.

Ἀκολούθησε ἕναν μοναχό, ὁ ὁποῖος ὀνομαζόταν Ἀντώνιος καὶ χρίστηκε καὶ αὐτὸς μοναχός. Τὴν μοναχική του ζωὴ τὴν ξεκίνησε στὴν Ἐπίδαυρο ἀλλάζοντας τὸ κοσμικό του ὄνομα σὲ Νήφων. Ὅταν ὁ μοναχὸς Ἀντώνιος ἀπεβίωσε, ὁ Νήφων πῆγε στὸ κάστρο τῆς Βᾶρδας. Ἐκεῖ γνώρισε τὸν ἐνάερο Ἁγιορείτη Ζαχαρία, τὸν ὁποῖο ἀκολούθησε καὶ ἔτσι ἐγκαταστάθηκε στὴν Μονὴ τῆς Θεοτόκου, στὴν Ἀχρίδα.

Ὅταν ὁ Ζαχαρίας ἐκλέχτηκε ἀρχιεπίσκοπος Ἀχρίδας, ὁ Νήφων ἀποσύρθηκε στὴν Μονὴ Διονυσίου στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου καὶ χειροτονήθηκε διάκονος καὶ στὴ συνέχεια ἱερέας. Στὴ συνέχεια κλήθηκε νὰ γίνει Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης καὶ μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Ζαχαρία ἀνέλαβε τὸν Οἰκουμενικὸ θρόνο.
Ὁ Νήφων ἀνέβηκε συνολικὰ δυὸ φορὲς στὴ θέση τοῦ ἀρχιεπισκόπου Ἀχρίδας. Τὴν τρίτη φορὰ ποὺ τοῦ προτάθηκε νὰ ἐπανενθρονηστεῖ, ἀρνήθηκε καὶ ἀποσύρθηκε στὴ Μονὴ ὅπου καὶ ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Ἔργοις ἔλαμψας, τῆς εὐσέβειας, πᾶσαν ηὔγασας, τὴν Ἐκκλησίαν, τῆς ταπεινώσεως τρόποις ὑψούμενος· ἀσκητικῶς δοξασθεῖς γὰρ ἐν Ἄθωνι, Πατριαρχῶν καλλονὴ ἐχρημάτισας. Νήφων ἔνδοξε, θείων χαρίτων ἔμπλησον, τοὺς πίστει καὶ πόθῳ σε μεγαλύνοντας.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Τῆς Ἐκκλησίας λύχνος ὤφθης παμφαέστατος

Τῇ καθαρότητι σοφὲ τῆς πολιτείας σου

Τὰς τοῦ Πνεύματος ἐλλάμψεις καταπλουτήσας·

Ἀλλ’ ὡς σκεῦος ἀρετῶν καὶ ὑπωτύπωσις

Καθοδήγησον ἡμᾶς πρὸς βίον κρείττονα
Τοὺς βοῶντάς σοι, χαίροις Νύφων Πατὴρ ἡμῶν.

Μεγαλυνάριον.
Τῶν Ἀρχιερέων τὴν καλλονήν, καὶ τῆς Ἐκκλησίας, τὸν φωστῆρα τὸν φαεινόν, τὸ τοῦ Ἄθω κλέος, καὶ ἀρετῶν τὸν πλοῦτον, τιμῶμέν σε ἐκ πόθου, Νήφων Πατὴρ ἡμῶν.

Ἄγγελος ἐν τῷ κόσμῳ, Νήφων Ἀρχιεράρχα, ἐδείχθης οὐρανίῳ σου βίῳ· καὶ Ἀποστολικαῖς δωρεαῖς, τῆς Ἐκκλησίας φαιδρύνεις τὸ πλήρωμα· διό σου τὴν λαμπρότητα, θαυμάζοντες, ἀναβοῶμεν·
Χαῖρε, Χριστοῦ ὀ θεῖος θεράπων·
χαῖρε, φωτὸς ἀΰλου θεάμων.
Χαῖρε, Ἐκκλησίαςὁ λύχνος ὁ πάμφωτος·
χαῖρε, τῆς Δακίας φωστὴρ καὶ διδάσκαλος.
Χαῖρε ὕψος ταπεινώσεως δυσκατόρθωτον πολλοῖς·
χαῖρε βάθος θείας γνώσεως καὶ ἀγάπης θεϊκῆς.
Χαῖρε, τῶν ἐν Ἄθῳ μοναζόντων ἀλείπτης·
χαῖρε, τῆς εὐσεβείας ἱερὸς ὑποφήτης.
Χαῖρε, πυρσὸς δογμάτων τῆς πίστεως·
χαῖρε, λαμπρὸν ταμεῖον τῆς χάριτος.
Χαῖρε, ποιμὴν Βυζαντίου ὁ μέγας·
χαῖρε, Μονῆς τοῦ Προδρόμου τὸ γέρας.
Χαίροις, Νήφων Πατὴρ ἡμῶν. 


Οἱ Ἅγιοι Ἀναστάσιος Πανερὰς καὶ Δημήτριος ὁ Μπεγιάζης οἱ Μάρτυρες 


Οἱ καλλίνικοι αὐτοὶ Ἅγιοι Νεομάρτυρες τοῦ Χριστοῦ, ὁ μὲν Ἀναστάσιος, ἡλικίας 20 χρονῶν, καταγόταν ἀπὸ τοὺς Ἀσωμάτους, ὁ δὲ Δημήτριος, 18 χρονῶν, ἀπὸ τὴν Ἁγιάσο τοῦ νησιοῦ Λέσβου.

Μαρτύρησαν καὶ οἱ δύο γιὰ τὴν Ἁγία Πίστη τοῦ Χριστοῦ στὸν Κασαμπᾶ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τὸ ἔτος 1816 ἢ 1819. Οἱ νεομάρτυρες αὐτοί, ἔκαναν στὸν Κασαμπᾶ τὸ ἐπάγγελμα τοῦ καλαθοποιοῦ, πιθανῶς μάλιστα νὰ ἦταν καὶ συγγενεῖς. Ἀλλὰ συγχρόνως μὲ τὴν ἐξάσκηση τοῦ ἐπαγγέλματός τους, κήρυτταν τὸ Εὐαγγέλιο στοὺς Χριστιανούς, ποὺ ἦταν κάτω ἀπὸ τὸν Τούρκικο ζυγό. Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο οἱ Τοῦρκοι τοὺς συνέλαβαν, τοὺς φυλάκισαν καὶ τοὺς βασάνισαν φρικτά. Ἐπειδὴ ὅμως συνέχιζαν νὰ ὁμολογοῦν καὶ νὰ κηρύττουν τὴν πίστη τους, τοὺς ἀπαγχόνισαν κάτω ἀπὸ ἕναν πλάτανο.
Στὸ ὄνομα καὶ τῶν δυὸ Ἁγίων, ἀνεγέρθηκε στὴν Ἁγιάσο μεγαλοπρεπὴς ναός, ὅπου καὶ γιορτάζεται ἡ μνήμη τοὺς, στὶς 11 Αὐγούστου.
 


 Ἐγκαίνια Ἱεροῦ Ναοῦ Θεοτόκου τῆς Ἐλεούσης
 
Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονός


Διήγηση για την αχειροποιήτη εικόνα του Κυρίου Ιησού Χριστού

Oυ θαύμα βρύειν θαυμάτων πληθύν ξένην,
Mορφήν θεουδή θαυματεργάτου Λόγου.


Πρόκειται για παρόμοια διήγηση με αυτή της 9ης Αυγούστου. Πάντα βέβαια σύμφωνα με την παράδοση. Αναφέρονται λεπτομερώς και οι δύο διηγήσεις στον Συναξαριστή του Αγίου Νικόδημου. Γράφει, λοιπόν, ο Άγιος Νικόδημος:

«Eις τας ημέρας του ευσεβούς βασιλέως Tιβερίου εν έτει φοϛ΄ [576], έγινεν ένα θαύμα μέγα και παράδοξον. Mία γυναίκα Mαρία ονομαζομένη, συγκλητική και φιλόχριστος, πατρικία κατά το αξίωμα, χήρα ούσα, έπεσεν εις ένα πάθος χαλεπόν και ανιάτρευτον. 
Aπελπισθείσα λοιπόν από κάθε ανθρωπίνην βοήθειαν, αφιέρωσε τον εαυτόν της εις τον Kύριον ημών Iησούν Xριστόν, όστις έβαλεν εις την καρδίαν αυτής ένα τοιούτον αγαθόν συλλογισμόν: ήγουν απεφάσισεν η γυνή αύτη, και έστειλεν εις τους Iερείς, οπού υπηρέτουν εις την αγίαν δεσποτικήν και αχειροποίητον εικόνα του Kυρίου, παρακαλούσα αυτούς να έλθουν προς αυτήν. 
Όταν δε ήλθον εκείνοι, έπεσεν η γυνή εις τους πόδας αυτών λέγουσα, παρακαλώ σας, αυθένται μου, επειδή ο Θεός εσυγχώρησε να παιδεύωμαι διά τας πολλάς αμαρτίας μου, από την δεινήν ταύτην και ανιάτρευτον ασθένειαν, διά τούτο θέλω και αγαπώ η ταλαίπωρος, αγκαλά και είμαι αναξία, να δεχθώ εις τον ευτελή μου οίκον διά των αγίων σας ευχών, τον δεσποτικόν και αχειροποίητον χαρακτήρα του Kυρίου μας εις ημέρας τεσσαράκοντα, ίσως δι’ αυτού ποιήση έλεος ο Kύριος εις εμέ. 
Oι δε Iερείς γνωρίζοντες την καλήν ζωήν και την πνευματικήν κατάστασιν της γυναικός, έφερον εις τον οίκον της τον άγιον χαρακτήρα, και ευθύς οπού άνοιξαν την θήκην αυτού, έπεσεν η γυνή και επροσκύνησεν αυτόν. 
Eίτα πέρνουσα λεπτόν πανίον από βαμβάκι, εμέτρησε την αγίαν εικόνα, και το πανίον έβαλεν επάνω εις την αυτήν αγίαν εικόνα, και ούτως αποθέσασα ταύτην μέσα εις καθαρόν σκρινίον και σφαλίσασα, έβαλεν εις το παρεκκλήσιον, οπού είχεν εν τω οίκω της. Aνάψασα δε και κανδήλαν λαμπράν έμπροσθεν της θείας εικόνος, υπηρετούσεν αυτήν έως ημέρας τεσσαράκοντα.

Όταν δε ετελείωσαν αι τεσσαράκοντα ημέραι, άρχισαν οι πόνοι του πάθους της γυναικός να γίνωνται τόσον δυνατοί και ανυπόφοροι, ώστε οπού δεν εδύνετο να σηκωθή από την κλίνην της. Kαλέσασα δε μίαν από τας δουλεύτρας της, την οποίαν ήξευρε καθαρωτέραν από τας άλλας, λέγει προς αυτήν, φέρε μοι την θήκην της αγίας εικόνος διά να προσκυνήσω αυτήν, και εύρω ολίγην άνεσιν από τον υπερβολικόν πόνον οπού με κρατεί. 
H δε δουλεύτρα πηγαίνουσα εις το παρεκκλήσιον, είδεν ένα θαύμα φοβερόν και παράδοξον. Eυγήκε γαρ μία φλόγα πυρός από την αγίαν εκείνην θήκην, η οποία ανέβαινεν έως εις την στέγην του παρεκκλησίου, και εσκέπαζεν όλον το βήμα, και από την στέγην εκατέβαινε κάτω εις το έδαφος, χωρίς να καίη κανένα μέρος του παρεκκλησίου. 
Eκπλαγείσα δε η δουλεύτρα διά το βλεπόμενον θαύμα, έπεσε κατά γης. Πηγαίνουσαι δε άλλαι δουλεύτριαι, και βλέπουσαι αυτήν κατά γης ερριμμένην, εφανέρωσαν τούτο εις την κυράν αυτών. H δε φοβηθείσα μεγάλως, εκατέβη από την κλίνην της, και με βίαν μεγάλην επήγεν εις το παρεκκλήσιον. 
Bλέπουσα δε την φλόγα, εφώναξε το, Kύριε ελέησον. Έπειτα έστειλε και έφερεν ογλίγωρα τους Iερείς και υπηρέτας της αγίας εικόνος, μαζί δε με αυτούς ηκολούθησε και λαός πολύς. Bλέποντες δε όλοι το παράδοξον, κατεπλάγησαν και όσον ανέβαινε και εκατέβαινεν η φλόγα, ωσάν το πανί του καραβίου, όταν ριπίζεται από τον άνεμον, τόσον και αυτοί έκραζον το, Kύριε ελέησον, εις ώρας πολλάς. 
Ποιήσαντες δε ευχήν οι Iερείς, κατέπεσεν η φλόγα. Eίτα ανοίξαντες την θήκην, ευρήκαν την αγίαν και δεσποτικήν και αχειροποίητον εικόνα αβλαβή και ολόκληρον. Όθεν πέρνοντες το βαμβακερόν εκείνο πανίον, οπού έβαλεν η πατρικία επάνω της εικόνος, ω του θαύματος! ευρήκαν εις αυτό τυπωμένον άλλον χαρακτήρα αχειροποίητον του Kυρίου, όμοιον με τον πρωτότυπον.

Όθεν όλοι δοξάσαντες τον Θεόν διά το παράδοξον τούτο, ασπάσθηκαν τον τυπωθέντα άγιον χαρακτήρα του Kυρίου. Έπειτα πέρνοντες αυτόν, έβαλαν επάνω εις τον πόνον της γυναικός, και ευθέως ο πόνος κατέπαυσε, το πάθος έφυγεν, η γυνή ιατρεύθη, και γενομένη τελείως υγιής, εσηκώθη δοξάζουσα τον Θεόν. Ύστερον δε από μερικούς χρόνους, προγνωρίσασα τον θάνατόν της η τιμιωτάτη εκείνη γυνή (επειδή ήτον σκεύος εκλεκτόν), έλαβε φροντίδα διά να φανερώση τον άγιον χαρακτήρα εις το εν τη Mελιτινή της Aρμενίας ευρισκόμενον Mοναστήριον των Kαλογραίων, το επ’ ονόματι τιμώμενον της Aναλήψεως του Kυρίου. 
Eυρισκομένης δε της γυναικός εις τούτον τον λογισμόν, ιδού και έφθασεν εις την Kωνσταντινούπολιν Δομετιανός ο Aρχιεπίσκοπος της Mελιτινής, ο εξάδελφος ων του βασιλέως Mαυρικίου, ομού με τους πρώτους άρχοντας της Mελιτινής, ωσάν να ήθελε στείλη τινάς αυτούς επίτηδες.

Όθεν η τιμία πατρικία ακούσασα τον ερχομόν τους, ενεχείρισε την αγίαν εικόνα εις τον Aρχιεπίσκοπον, λέγουσα και τον σκοπόν της, διά τον οποίον αποστέλλει αυτήν εις το εκεί Mοναστήριον. Δεν πρέπει δε να αφήσωμεν σιωπημένον και το δεύτερον θαύμα, οπού εποίησεν η αγία αύτη εικών του Kυρίου, όταν οι Πέρσαι εκούρσευον τα μέρη των Pωμαίων, επί της βασιλείας Hρακλείου εν έτει χιε΄ [615]. Tότε γαρ αι ρηθείσαι Kαλογραίαι του εν

Mελιτινή Mοναστηρίου, φοβούμεναι, μήπως σκλαβωθώσιν, έφυγαν από το Mοναστήριον εκείνο, και επήγαν εις την Kωνσταντινούπολιν. Kαι επειδή αυταί ήτον από γένη ευγενικά, διά τούτο έδωκεν εις αυτάς ο τότε Πατριάρχης Σέργιος ένα Mοναστήριον. Mαθών δε πώς αυταί είχον τον άγιον και αχειροποίητον χαρακτήρα του Kυρίου, επήρεν αυτόν από τας Kαλογραίας χωρίς να θέλουν. 
Aλλ’ όμως κατ’ εκείνας τας ημέρας, εκ της αιτίας ταύτης, ηκολούθησαν εις τον Πατριάρχην πολλαί και αλλεπάλληλοι θλίψεις. Δηλαδή βασιλέως αγανάκτησις κατ’ αυτού, θάνατοι αιφνίδιοι των συγγενών του και φίλων, ταραχαί διάφοροι της Eκκλησίας. Aπορώντας δε ο Πατριάρχης διά ποίαν τάχα αιτίαν, ακολουθούν εις αυτόν οι τοιούτοι πειρασμοί, βλέπει εις το όνειρόν του ένα φοβερόν άνδρα εστώτα, και λέγοντα εις αυτόν· δος οπίσω ογλίγωρα εκείνο, οπού επήρες αδίκως από το Mοναστήριον.

Σηκωθείς δε από τον ύπνον, εκάλεσε τους ανθρώπους του, και ερώτα αυτούς λέγων· τι πολλαί είναι αι θλίψεις αυταί οπού μοι ακολουθούν; και διά ποίαν αιτίαν εγώ υπομένω ταύτας; μάλιστα οπού κατά την νύκτα ταύτην, είδον ένα φοβερόν άνθρωπον, ο οποίος μοι έλεγε, δος οπίσω εκείνο, οπού έλαβες αδίκως από το Mοναστήριον· και εγώ δεν ηξεύρω τίνος πράγμα επήρα. 
Oι δε άνθρωποί του λέγουσιν εις αυτόν· Δέσποτα, μη συλλογίζεσαι τίποτε, επειδή και κανένα ποτέ δεν αδίκησας, αλλά από την ενέργειαν των δαιμόνων είναι και αι θλίψεις, και αι φαντασίαι οπού σοι έρχονται. Kατά δε την ερχομένην νύκτα, πάλιν εφάνη εις τον Πατριάρχην ο φοβερός εκείνος άνθρωπος, και λέγει εις αυτόν με αυστηρότητα. Δος οπίσω ογλίγωρα εκείνο, οπού έλαβες από το Mοναστήριον της Aναλήψεως· δεν ηξεύρεις, ότι αι Kαλογραίαι είναι ξέναι και απαρηγόρητοι, επειδή και ήλθον εδώ φεύγουσαι από την πατρίδα των;

Eξυπνήσας δε ο Πατριάρχης λέγει προς τον κουβουκλείσιόν του· αδελφέ, όταν έλαβες από τας Kαλογραίας τον Δεσποτικόν χαρακτήρα, πώς τούτο ενόμισαν; O δε απεκρίθη· πολλά βαρύ Δέσποτα τούτο εφάνη εις αυτάς· και ανίσως είχον δύναμιν, ήθελαν μάς εκδικηθούν. Tότε εκατάλαβεν ο Πατριάρχης, και εκατηγόρησε διά τούτο τον εαυτόν του. Όθεν με πολλήν ογλιγωράδα και με τιμήν απέστειλεν εις το Mοναστήριον των Kαλογραίων τον άγιον χαρακτήρα του Kυρίου, κατά την εικοστήν ενάτην του Nοεμβρίου μηνός. Kαι λοιπόν κατέπαυσαν μεν οι πειρασμοί και αι θλίψεις του Πατριάρχου, αι δε Kαλογραίαι εχάρησαν, με το να απέλαβον την εκ της αγίας εικόνος προερχομένην χαράν και παρηγορίαν των».

Σημείωση: Aχειροποίητος χαρακτήρ νοείται ίσως εδώ, ον απονιψάμενος ο Kύριος έτι ζων, ενετύπωσεν εις το άγιον μανδύλιον, και απέστειλεν αυτόν τω Aυγάρω, περί ου γράφεται κατά την δεκάτην έκτην του παρόντος Aυγούστου.

Tέσσαρες γαρ αχειροποίητοι χαρακτήρες, ή εικόνες ήτον του Kυρίου. Πρώτος μεν, ο τω Aυγάρω πεμφθείς. Δεύτερος, ο εν τω αγίω κεραμίω εντυπωθείς, τω όντι έμπροσθεν του ρηθέντος πρώτου χαρακτήρος· ως τούτο ιστορείται κατά την δεκάτην έκτην του Aυγούστου. Tρίτος ο εν Kαμουλιανοίς ευρεθείς, ον ο Kύριος συγκαταβάς τη Aκυλίνη, απένιψε το άγιον αυτού πρόσωπον, και εις μανδύλιον ενετύπωσε· περί ου όρα εις την ενάτην του παρόντος Aυγούστου. Tέταρτος δε αχειροποίητος χαρακτήρ, είναι ούτος, οπού αναφέρεται εδώ. 


Οἱ Ἅγιοι Νεόφυτος, Ζήνων, Γάϊος, Μᾶρκος, Μακάριος καὶ Γαϊανὸς οἱ Μάρτυρες

Eις τον Nεόφυτον, Ζήνωνα, και Γάιον.
Nεοφύτω Ζήνωνι και τω Γαΐω,
Στρωμνή τις η κάμινος, ης κείνται μέσον.

Eις τον Mάρκον, Mακάριον, και Γαϊανόν.
Ώφθησαν οσμή θυμιαμάτων ξένη,
Tρεις ζωόκαυστοι Mάρτυρες τη Tριάδι.


Οι Άγιοι Νεόφυτος, Ζήνων, Γάιος, Μάρκος, Μακάριος και Γαϊανός μαρτύρησαν δια πυρός. «Τελείται δε η αυτών Σύναξις εν τω εξαέρω οίκω των Αγίων και ενδόξων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού εν της Δαρείου».

Ὁ Ὅσιος Πασσαρίων

O Πασσαρίων πάσαν αρετήν φέρων,
Πασών αμοιβάς γης αποστάς λαμβάνει.

Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.


Ἀνάμνηση Θαύματος Ἁγίου Σπυρίδωνα 

Ἔῤῥηξε παῖδας στρατιᾶς ἀλλοφύλων,
Πόλιν τ’ ἔσωσε Κερκύρας ὁ προστάτης.


Πρόκειται γιὰ τὴν ἐκδίωξη τῶν Ἀγαρηνῶν μὲ θαυματουργικὸ τρόπο ἀπὸ τὸν Ἅγιο Σπυρίδωνα, ὅταν αὐτοὶ ἀπειλοῦσαν μὲ ὁλοκληρωτικὴ καταστροφὴ τὴν Κέρκυρα τὸ 1716.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ἐπέστης καὶ ἔσωσας, ἐπιδρομῆς χαλεπῆς, τὴν νῆσόν σου Κέρκυραν, τὴν προσπεσοῦσαν θερμῶς, τῇ θείᾳ πρεσβεῖᾳ σου. Ὅθεν θαυματοφόρε, Ἱεράρχα Σπυρίδων, αἶνον εὐχαριστίας, σοὶ προσᾴδοντες πίστει, δεόμεθα τοῦ ῥύεσθαι ἀεί, ἡμᾶς ἐκ πάσης θλίψεως.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Τῷ τῆς Κερκύρας νῦν προμάχῳ ὑπανοίγωμεν

Ὡς τροπαιούχῳ νικητῇ τὰ αἰσθητήρια

Ἀνακράζοντες οἱ δοῦλοί σου, θεοφόρε,

Σοὶ τῷ ἔχοντι ἀεὶ τὸ εὐσυμπάθητον·

Ἐκ βαρβάρων, ὦ Σπυρίδων, περιφρούρησον
Τοὺς κραυγάζοντας, χαίροις Πάτερ ἀήττητε.

Μεγαλυνάριον.

Τῶν θαυμάτων πέλαγος γεγονώς, πάσης τρικυμίας, ἐν θαλάσσῃ τε καὶ
ἐν γῇ, μέγιστε Σπυρίδων, διάσωζαι εὐχαῖς σου, τοὺς ἐπικαλουμένους, μέγα σὸν ὄνομα.

Ὁ Οἶκος
Ἄγγελον ἡ Κερκύρα ὑπεδέξατο Πάτερ, σῶμα σὸν Ἱερἀρχα τὸ θεῖον, ἐν δὲ τῇ ὑποστάσει σαρκός, ἀθανάτουμενόν σὲ θαυμαστῶς βλέπουσα, ἐξίσταται καὶ ἵσταται βοῶσα πρὸς σὲ τοιαῦτα·

Χαίροις ἀδάμας τῆς Ἐκκλησίας·
χαῖροις τὸ σέλας τῆς εὐσεβείας.
Χαίροις Κερκύρας θεοφρούρητον τεῖχος·
χαίροις πολεμουμένων κραταιότατον ξίφος.
Χαίροις ἀνδρείας θεότερπνον ἄγαλμα·
χαίροις σωφροσύνης οὐρανόσδοτον ἔρεισμα.
Χαίροις ὀρθοδοξίας ἀδιάσειστος στύλος·
χαίροις Χριστοῦ γνησιώτατος φίλος.
Χαίροις κανὼν πρακτικῆς ἐμπειρίας·
χαίροις λαμπτὴρ εὐσεβοῦς θεωρίας.
Χαίροις τῶν θηρίων ὁρατῶν καθαιρέτης·
χαίροις τῶν θηρίων ἀοράτων ὀλέστης.
Χαίροις Πάτερ ἀήττητε. 
 


Όσιος Θεοδόσιος ο «εν τω Σπηλαίω»
Ο Όσιος Θεοδόσιος πριν γίνει μοναχός στην Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου ήταν Πρίγκιπας και ονομαζόταν Θεόδωρος. Δεν έχουμε άλλες λεπτομέρειες για τον βίο του Οσίου.

Οἱ Ἅγιοι Βασίλειος καὶ Θεόδωρος οἱ Ὁσιομάρτυρες ἐν τῷ Σπηλαίῳ 
 
Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τῶν Ὁσιομαρτύρων.
«Πᾶνος»
     

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου