Κυριακή, 28 Απριλίου 2019

Ἅγιος Παΐσιος: Εἶναι ἀσφάλεια ἡ προσευχὴ



– Πῶς θὰ νιώσουμε, Γέροντα, τὴν προσευχὴ ὡς ἀνάγκη;

– Ἔπρεπε νὰ εἴχατε πάει στὸν πόλεμο, γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ συνεννοηθοῦμε! Στὸν στρατό, ἐν καιρῷ πολέμου, ὅταν ἤμασταν σὲ συνεχῆ ἐπαφὴ καὶ «ἐν διαρκεῖ ἀκροά­σει» μὲ τὸ Κέντρο, εἴχαμε περισσότερη σιγουριά. 

Ὅταν ἐπικοινωνούσαμε κάθε δύο ὧρες, νιώθαμε μία ἀνα­σφάλεια. Ὅταν ἐπικοινωνούσαμε μόνο δύο φορὲς τὴν [//29] ἡμέρα, πρωὶ καὶ βράδυ, τότε νιώθαμε ξεκρέμαστοι. 

Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὴν προσευχή. Ὅσο περισσότερο προσεύχεται κανείς, τόσο περισσότερη πνευματικὴ σι­γουριὰ νιώθει. Εἶναι ἀσφάλεια ἡ προσευχή.

Ἂν βρισκώμαστε σὲ συνεχῆ ἐπαφὴ καὶ «ἐν διαρκεῖ ἀκροάσει» μὲ τὸν Θεό, θὰ προλαβαίνουμε κάθε κακό. Μιὰ φορὰ μέσα σὲ ἕνα λεωφορεῖο ἦταν ἕνας μοναχὸς[1] ποὺ προσευχόταν μὲ κλειστὰ μάτια καὶ οἱ ἄλλοι νόμιζαν ὅτι κοιμᾶται. 

Κάποια στιγμὴ ἕνα φορτηγὸ ποὺ ἐρχόταν ἀπὸ τὴν ἀντίθετη κατεύθυνση χτύπησε πάνω σὲ μιὰ κολόνα τῆς ΔΕΗ καὶ τὰ αὐτοκίνητα ποὺ ἔρχονταν ἀπὸ τὸ ἕνα καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο ρεῦμα συγκρούστηκαν μεταξύ τους καὶ ἔπαθαν μεγάλη ζημιά. 

Τὸ λεωφορεῖο ὅμως βρέθηκε λίγα μέτρα ἔξω ἀπὸ τὸν δρόμο, σὰν νὰ τὸ πῆρε ἕνα ἀόρατο χέρι, καὶ κανένας ἀπὸ τοὺς ἐπιβάτες δὲν ἔπαθε τίποτε. Ἡ προσευχὴ τοῦ μοναχοῦ τοὺς ἔσωσε.

– Γέροντα, συχνὰ λαϊκοὶ ρωτοῦν πῶς θὰ συνηθί­σουν νὰ προσεύχωνται.

– Κοίταξε, παλιά, μερικοὶ ποὺ ξεκινοῦσαν γιὰ τὸν Μοναχισμὸ καὶ εἶχαν σκληρὸ χαρακτήρα, πήγαιναν καὶ ἀσκήτευαν σὲ ἀπόκρημνα βράχια, μέσα σὲ σπηλιές, σὲ τάφους εἰδωλολατρῶν ἢ σὲ κατοικητήρια δαιμόνων. 

Ἐκεῖ διέτρεχαν ἕνα σωρὸ κινδύνους – ἔτρεμαν μήπως ξεκοπῆ ὁ βράχος, μούγκριζαν οἱ δαίμονες κ.λπ. –, καὶ ὁ φόβος τοὺς ἀνάγκαζε νὰ φωνάζουν συνέχεια: «Χριστέ μου, Παναγία μου». Ἔτσι τοὺς ἔμενε ἡ καλὴ συνήθεια τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς. 

Σήμερα, μὲ τὰ ξενύχτια, τὰ ναρκωτικὰ κ.λπ., πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ὁδηγοῦν δὲν ἐλέγχουν τὸν ἑαυτό τους. 

Ὁπότε ξεκινάει κάποιος νὰ πάη στὴν δουλειά του καὶ δὲν ξέρει ἂν θὰ γυρίση [//30] ζωντανὸς στὸ σπίτι του ἢ θὰ βρεθῆ σακατεμένος σὲ κανένα νοσοκομεῖο. Αὐτὸ δὲν τὸν ἀναγκάζει νὰ λέη συνέχεια: «Χριστέ μου, Παναγία μου»; 

Ἂν οἱ λαϊκοὶ ἀξιοποιοῦσαν τοὺς κινδύνους ποὺ διατρέχουν, θὰ μᾶς εἶχαν ξεπεράσει ἐμᾶς τοὺς μοναχοὺς στὴν προσευχὴ καὶ θὰ ἀπέφευγαν καὶ τοὺς κινδύνους.

Ἦρθε κάποιος στὸ Καλύβι πολὺ στενοχωρημένος, γιατὶ ἀπὸ ἀπροσεξία χτύπησε μὲ τὸ αὐτοκίνητό του ἕνα παιδάκι. «Εἶμαι ἔνοχος», ἔλεγε. 

«Προσευχόσουν ἐκείνη τὴν ὥρα;», τὸν ρώτησα. «Ὄχι», μοῦ εἶπε. 

«Δὲν εἶσαι τόσο ἔνοχος ποὺ χτύπησες τὸ παιδί, τοῦ εἶπα, ὅσο εἶσαι ἔνοχος, ἐπειδὴ δὲν προσευχόσουν». Καὶ τοῦ ἀνέ­φερα ἕνα ἄλλο περιστατικὸ ποὺ εἶχα ὑπ’ ὄψιν μου: 

Εἶχα γνωρίσει ἕναν ὑπάλληλο ποὺ εἶχε φθάσει σὲ μεγάλα μέ­τρα ἀρετῆς. Ἔλεγε τὴν εὐχὴ συνέχεια, καὶ στὴν δου­λειά του καὶ στὸν δρόμο, καὶ παντοῦ. 

Ἡ προσευχή του εἶχε γίνει αὐτενέργητη[2] καὶ ἀπὸ τὰ μάτια του ἔτρεχαν δάκρυα δοξολογίας καὶ ἀγαλλιάσεως. Ἐκεῖ ποὺ ἐργα­ζόταν στὸ γραφεῖο του, ἔβρεχε τὰ χαρτιὰ μὲ δάκρυα. 

Γι’ αὐτὸ σκεφτόταν νὰ φύγη ἀπὸ τὴν δουλειά του μὲ μειωμένη σύνταξη, καὶ ἦρθε στὸ Καλύβι νὰ μὲ ρωτή­ση τί νὰ κάνη. «Μὴ φεύγης, τοῦ εἶπα, καί, ὅταν σὲ ρω­τοῦν οἱ συνάδελφοί σου γιατί κλαῖς, νὰ λές: “Θυμήθη­κα τὸν μακαρίτη τὸν πατέρα μου”». 

Μιὰ μέρα λοιπόν, ἐνῶ ὁδηγοῦσε, πετάχτηκε ξαφνικὰ μπροστά του ἕνα παιδάκι. Τὸ πέταξε πέρα σὰν σβούρα, ἀλλὰ τὸ παιδὶ δὲν ἔπαθε τίποτε. Φύλαξε ὁ Θεός, γιατὶ ἐκείνη τὴν ὥρα ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς προσευχόταν.

______________________________

[1] Ἀργότερα διαπιστώσαμε ὅτι ἦταν ὁ ἴδιος ὁ Γέροντας.

[2] Γιὰ τὴν αὐτενέργητη εὐχὴ βλ. σ. 167-168.
«Πᾶνος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου