Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2019

Ἅγιος Παΐσιος: Σκοπὸς τῆς ἀσκήσεως: ἡ ἀπέκδυση ἀπὸ τὸν παλαιό μας ἄνθρωπο



– Πῶς, Γέροντα, θὰ ξεπεράσω τὴν φιλαυτία; Οἱ σωματικές μου δυνάμεις εἶναι λίγες καὶ δυσκολεύομαι στὴν αὐταπάρνηση καὶ στὴν θυσία.

– «Θυσία τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον· καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει»[1]. Δὲν ξεπερνᾶς τὴν φιλαυτία σου μὲ τὸ νὰ σηκώνης τὸν βαρὺ τουρβᾶ τοῦ ἄλλου – αὐτὸ δὲν θὰ τὸ ζητήση ἀπὸ σένα ὁ Θεός, ἀφοῦ δὲν ἔχεις σωματικὲς δυνάμεις –, ἀλλὰ ἂν ταπεινώνεσαι καὶ σηκώνης μιὰ κουβέντα, μιὰ ἀδικία. Κι ἂν προστεθῆ καὶ λίγος σωματικὸς κόπος ἀπὸ ἀγάπη καὶ καλωσύνη, ξέρεις πῶς βοηθάει μετὰ ὁ Θεός;

– Γέροντα, ὁ σωματικὸς κόπος καὶ ἡ ἄσκηση τί σχέση ἔχουν μὲ τὴν ἐκκοπὴ τῶν παθῶν;

– Ὁ σωματικὸς κόπος ὑποτάσσει τὸ σῶμα στὸ πνεῦμα. Καὶ ἡ νηστεία καὶ ἡ ἀγρυπνία καὶ κάθε ἄσκηση, ὅταν γίνωνται γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, παράλληλα μὲ τὸν ἀγώνα γιὰ τὴν ἐκκοπὴ τῶν ψυχικῶν παθῶν, βοηθοῦν. 

Γιατί, ἂν δὲν κάνη κανεὶς ἀγώνα γιὰ νὰ ξερριζώση τὰ ψυχικὰ πάθη, τὴν ὑπερηφάνεια, τὴν ζήλεια, τὸν θυμό, καὶ κάνη μόνο μιὰ ξερὴ σωματικὴ ἄσκηση, θὰ θρέψη τὰ πάθη του μὲ τὴν ὑπερηφάνεια. 

Τὰ ψυχικὰ πάθη μᾶς κάνουν μεγαλύτερο κακὸ ἀπὸ ὅ,τι τὸ πάχος τοῦ σώματος· αὐτὸ εἶναι καλοήθης ὄγκος, ἐνῶ τὰ ψυχικὰ πάθη εἶναι κακοήθης ὄγκος. Δὲν λέω νὰ μὴν κάνη κανεὶς ἄσκηση, ἀλλὰ νὰ μπῆ στὸ νόημα τῆς ἀσκήσεως ποὺ σκοπός της εἶναι ἡ ἀπέκδυση ἀπὸ τὸν παλαιό μας ἄνθρωπο.

– Πῶς πρέπει, Γέροντα, νὰ ἀγωνίζεται κανεὶς στὴν ἐγκράτεια;

– Ὁ ἀγώνας πρέπει νὰ γίνεται ὡς ἑξῆς: Ὅ,τι ἔχει ἀνάγκη ὁ ὀργανισμὸς νὰ τοῦ τὸ δίνη κανείς· ὕπνο, φαγητὸ κ.λπ. Μετὰ θὰ ἔχη στόχο νὰ κόβη τὰ ψυχικὰ πάθη: τὶς ἐπιθυμίες του, τὸν ἐγωισμό του, τὴν ζήλεια του κ.λπ. Καὶ μετὰ νὰ κάνη ἐγκράτεια στὸ φαγητό, στὸν ὕπνο. Τότε θὰ ἔχη νόημα ἡ σωματικὴ ἄσκηση.

– Γέροντα, πῶς θὰ διακρίνη κανεὶς μέχρι ποῦ φθάνουν τὰ ὅρια τῆς ἀντοχῆς του καὶ ἀπὸ ποῦ ξεκινάει ἡ φιλαυτία;

– Πρέπει νὰ παρακολουθῆ τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ δοκιμάζη. Δοκιμάζοντας θὰ βρῆ τὰ δικά του μέτρα. Καὶ ὁ μπακάλης στὴν ἀρχὴ ποὺ εἶναι ἄπειρος, ὅταν ζυγίζη, ἄλλοτε βάζει λίγο καὶ ἄλλοτε πολύ. Ὅταν μετὰ ἀποκτήση πεῖρα, βάζει ὅσο χρειάζεται. 

Πάντως, ὅταν εἶναι νέος κανείς, μπορεῖ νὰ κάνη περισσότερη ἄσκηση. Ὅσο περνάει ἡ ἡλικία, οἱ δυνάμεις κάμπτονται καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ζορίση πολὺ τὸν ἑαυτό του. Ἂν τὸν ζορίση παραπάνω, μπορεῖ νὰ βλάψη καὶ τὴν ὑγεία του. Γι᾿ αὐτὸ κατὰ καιροὺς χρειάζεται νὰ κάνη μιὰ ἀναθεώρηση τῶν δυνάμεών του καὶ νὰ προσαρμόζεται ἀνάλογα μὲ τὴν νέα κατάστασή του.

– Καμμιὰ φορά, Γέροντα, ὅταν αἰσθάνωμαι μία ἐξάντληση, μὲ πιάνει μία δειλία καὶ δὲν μπορῶ νὰ κάνω τίποτε. Μήπως εἶναι φιλαυτία;

– Ὅταν αἰσθάνεσαι ἐξάντληση, νὰ ἐξετάζης ἐὰν εἶναι ἀπὸ ἀρρώστια. Ἐὰν δὲν εἶναι ἀπὸ ἀρρώστια, δὲς μήπως σοῦ λείπη ὕπνος ἢ μήπως χρειαζόταν νὰ φᾶς ἢ νὰ ξεκουρασθῆς λίγο παραπάνω. Ἂν τίποτε ἀπὸ αὐτὰ δὲν συμβαίνη, τότε εἶναι τοῦ πειρασμοῦ. Σήκω, ἄρχισε τὴν δουλειά σου, καὶ νικᾶς τὸν πειρασμό.

– Πόσο πρέπει νὰ ἐπιμείνω, Γέροντα, στὸν κόπο; Μήπως μὲ τὸ νὰ οἰκονομάω τὸν ἑαυτό μου διώχνω τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ;

– Ὄχι, εὐλογημένη! Θέλει νὰ προσέχης καὶ νὰ σταματᾶς, πρὶν φθάσης νὰ μὴν μπορῆς.

– Ὅμως, Γέροντα, αἰσθάνομαι ὅτι ποτὲ δὲν ἐφάρμοσα αὐτὸ ποὺ λένε οἱ Πατέρες: «Δῶσε αἷμα, γιὰ νὰ λάβης πνεῦμα»[2].

– Τί αἷμα νὰ δώσης ἐσύ, ἀφοῦ σοῦ λείπει αἷμα; Ἐσὺ ἔχεις ἀνάγκη νὰ σοῦ δώσουν αἷμα... Τὰ ψυχικὰ πάθη νὰ προσέξης.

______________________________

[1] Ψαλμ. 50, 19.
[2] Βλ. Τὸ Γεροντικόν, Ἀββᾶς Λογγῖνος ε´, σ. 63.
«Πᾶνος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου