Άγνωρες δυνάμεις κι ένα αόρατο χέρι με σπρώχνανε, το αποφάσισα. Με ένα
ξερόκλαδο για μπαστούνι, πήρα το μονοπάτι στο δάσος εδώ στο Όρος το
Ιερό, πέρασα αγριοκαστανιές, βάτα, καρυδιές, ελιές και θάμνους πολλούς,
τρύπωσα, ξετρύπωσα ανάμεσα νεροφαγιές, σκόνταψα σε χωμένες στα ξερά
φύλλα ρίζες, ακροβάτησα να διασχίσω το ποταμάκι, έστριψα δεξιά, βρέθηκα
στη σκήτη του.
Απ’ όξω περίμεναν κάμποσοι προσκυνητές. Χαιρέτισα, φάνηκε ένας μεσήλικας
καλόγερος, με κέρασε λουκούμι και νερό, δεν πήρα, είχα αγωνία, βλέπεις
και τον παρακάλεσα αν μπορούσα να δω τον γέροντα Γαβριήλ.