Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2019

Η ζωή του Γέροντος Παϊσίου Ολάρου (μέρος α’)


Κατά τα έτη 1974-1975 το Μοναστήρι Συχαστρία είχε μεγάλη φήμη από πνευματικής απόψεως χάρις στην παρουσία κυρίως τριών Πατέρων: 

Του π. Παϊσίου, του π. Κλεόπα και του π. Ιωήλ. Ο αντιπροσωπευτικότερος όλων ήταν αναμφίβολα ο π. Κλεόπας, ο οποίος μιλούσε συχνά στα πλήθη των πιστών που έρχονταν για προσκύνημα, ακόμη και σ’ αυτούς τους δύσκολους καιρούς του διωγμού της Εκκλησίας.


Αν ο π. Κλεόπας ήταν ο πιο δημοφιλής στις σχέσεις του με τους Χριστιανούς που έρχονταν από κάθε γωνιά της χώρας για να θεραπευθούν ψυχικά, ο π. Παΐσιος σεμνυνόταν, διότι ήταν Πνευματικός των άλλων δύο Πατέρων. 

Οσάκις τα πλήθη των προσκυνητών κατέκλυζαν τη Μονή, ο π. Παΐσιος αναχωρούσε στη «Συχαστρία» της Συχαστρίας, τη Σκήτη Σύχλα.


Ο π. Παΐσιος γεννήθηκε στις 20 Ιουνίου 1897. Την ημέρα της βαπτίσεώς του, του δόθηκε το όνομα Πέτρος. Οι γονείς του ήταν πολύ ευλαβείς Χριστιανοί.


Εκείνο τον καιρό λειτουργούσαν στο χωριό του μόνο τρεις τάξεις, και στα τρία αυτά χρόνια ο Πέτρος βραβεύθηκε. Τα βραβεία που δίνονταν ήσαν βιβλία με τους Βίους των Αγίων. Διαβάζοντας ο νεαρός Πέτρος τους Βίους των Αγίων, του ήλθε ο λογισμός να πάει σε μοναστήρι.


Ο Πέτρος πήγε να εκπληρώσει τη στρατιωτική του θητεία και συμμετείχε και στον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο στο μέτωπο της Ουγγαρίας. Προσευχόταν εκεί στον Θεό να τον λυτρώσει από τους κινδύνους, για να μπορέσει να γίνει μοναχός. 

Σαν πληρωμή για την υπηρεσία του στον στρατό, το κράτος του έδωσε πέντε εκτάρια (50 στρέμματα) χωράφια, τα οποία αυτός διαμοίρασε στα μεγαλύτερα αδέλφια του, όταν αναχώρησε για τη Σκήτη Κοζάντσεα.


Το έτος 1912 ο Πέτρος εισήλθε στη Σκήτη Κοζάντσεα. Τον Ιούνιο του 1922, σε ηλικία 25 ετών, εκάρη μοναχός και έλαβε το όνομα Παΐσιος. Πήγε τότε στη σκήτη Σύχλα κοντά στη σκήτη Κοζάντσεα και βρήκε ένα μικρό ξέφωτο, όπου αναχωρούσε συχνά για προσευχή και ησυχία. 

Εκεί ίδρυσε μια μικρή εκκλησία προς τιμήν του αγίου Μηνά και τρία κελιά. Κάθε ημέρα επιτελούσε το διακόνημά του στη Σκήτη και το βραδάκι αναχωρούσε για το ερημητήριό του.


Επί 18 χρόνια, δηλαδή μέχρι το 1948, φρόντιζε τους γέρους και ασθενείς μέχρι τον θάνατό τους και, αφότου χειροτονήθηκε ιερέας, τους κοινωνούσε και των αχράντων Μυστηρίων. 

Γι’ αυτό ένας από τους μοναχούς, ο Ιλαρίων Μπολοβάν του είπε: «Πάτερ Παΐσιε, η οσιότης σου είσαι πατέρας και μητέρα μου!»


Το έτος 1933, σε ηλικία 36 ετών, έλαβε το μέγα και αγγελικό Σχήμα με τον λογισμό ν’ αναχωρήσει για την ερημική ζωή. Στο ερημητήριό του, προπαντός τις νύκτες, ζούσε πνευματικές χαρές, αλλά περισσότερες αισθανόταν στην εκκλησία κατά τη θεία Λειτουργία.


Απ’ αυτή την περίοδο ξεκίνησε ένας στενός πνευματικός δεσμός με τον π. Κλεόπα Ηλίε, ο οποίος διήρκεσε σ’ ολόκληρη τη ζωή του, διότι ήταν δεσμός καρδιακός.


Το έτος 1943 χειροτονήθηκε διάκονος, ενώ το 1947 ιερέας από τον επίσκοπο Βαλέριο Μογγλάν. Μπήκε τότε στο μοναστήρι Συχαστρία, το οποίο διοικούνταν από τον π. Κλεόπα. 

Εκείνο τον καιρό η Συχαστρία κρατούσε μια αληθινή κοινοβιακή τάξη. Οι πατέρες δεν είχαν τίποτε στα κελιά τους παρά μόνο το κρεβάτι τους, μερικά διδακτικά βιβλία και προσευχητάρια.


Παρότι ήταν νεοχειροτόνητος, ο π. Παΐσιος δέχθηκε και έγινε Πνευματικός πατέρας ολόκληρης της Αδελφότητας μέχρι το τέλος της ζωής του. Οι άνθρωποι τον αποκαλούσαν «Γερο-Παΐσιος ο ερημίτης». 

Στην ακμή των σωματικών του δυνάμεων μπορούσε να εξομολογεί 30-50 ανθρώπους την ημέρα, ενώ στις μεγάλες νηστείες και παραμονές των εορτών έφθανε τους εκατό, καθήμενος μέχρι και 15 ώρες στην καρέκλα.


Τις νύκτες κοιμόταν τις μεσονύκτιες ώρες είτε σ’ ένα ξύλινο κρεβάτι, είτε στο σκαμνάκι του. Στον ελεύθερο χρόνο του εργαζόταν πρόθυμα στους κήπους, διότι έτσι ένοιωθε τον νου του ελεύθερο για την άσκηση της εσωτερικής του προσευχής. 

Αυτοί που τον γνώρισαν ομολογούν ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας βρισκόταν σε κάποια εργασία, σωματική ή πνευματική.


Το φθινόπωρο του 1949 ακολούθησε τον π. Κλεόπα στο μοναστήρι Σλάτινα. Επειδή ο π. Παΐσιος επιθυμούσε την ησυχία για την άσκηση της προσευχής, ο ηγούμενος του έδωσε ευλογία να μείνει σ’ ένα κελί έγκλειστος δοκιμαστικά επί μία εβδομάδα. 

Το πώς ζούσε ο Γέροντας, το μαθαίνουμε καλύτερα από ένα περιστατικό που συνέβη το 1984 και αποτελεί μια μεγάλη πνευματική του εμπειρία: «Έμεινα κλεισμένος μέσα στο κελί μια εβδομάδα. Κατόπιν με ρώτησε ο ηγούμενος αν εξοικειώθηκα με την προσευχή. Του είπα ότι δεν μπόρεσα να τη συνηθίσω. Όταν με άκουσε, στενοχωρήθηκε και μου είπε: 

«Είσαι ένα βάζο μικρό και άδειο! Μείνε ακόμη στο κελί μια εβδομάδα για να διδαχθείς τη νοερά προσευχή». Έμεινα εγώ ακόμη μια εβδομάδα, και το Σάββατο, όταν με ρώτησε, για να μην τον λυπήσω πάλι, του είπα ότι την έμαθα την ευχή. 

Αυτός χαρούμενος μου πρότεινε να τη διδάξω και στους άλλους. Εγώ όμως ούτε τώρα (1984) δεν έμαθα να προσεύχομαι νοερώς, διότι δεν έχω πνευματική ζωή και δεν αγαπώ τον Κύριο, όσο πρέπει».


Την άνοιξη του 1954 οι δύο επέστρεψαν στο μοναστήρι Συχαστρία. Η περίοδος που άρχιζε απ’ αυτό το έτος ήταν η πλέον καρποφόρα στη μοναχική του ζωή.

Από το βιβλίο: π. Κων. Κόμαν, Αρχιμ. π. Ιωαννικίου Μπάλαν, Ο Γέροντας Παΐσιος Ολάρου, Πνευματικός του Γέροντος Κλεόπα Ηλίε (1897-1990). Μετάφραση-επιμέλεια υπό αδελφών Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους. Άγιον Όρος 1990.

«Πᾶνος» 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου