– Γέροντα, συνήθως κινοῦμαι ἀπὸ φόβο νὰ μὴ στενοχωρήσω τοὺς ἄλλους ἢ νὰ μὴν ξεπέσω στὰ μάτια τους· δὲν σκέφτομαι νὰ μὴ στενοχωρήσω τὸν Θεό. Πῶς θὰ αὐξηθῆ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ;
– Ἐγρήγορση χρειάζεται. Ὅ,τι κάνει ὁ ἄνθρωπος, νὰ τὸ κάνη γιὰ τὸν Θεό. Ξεχνᾶμε τὸν Θεὸ καὶ μπαίνει μετὰ ὁ λογισμὸς ὅτι κάνουμε κάτι σπουδαῖο, μπαίνει καὶ ἡ ἀνθρωπαρέσκεια καὶ κοιτᾶμε νὰ μὴν ξεπέσουμε στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων.
– Ἐγρήγορση χρειάζεται. Ὅ,τι κάνει ὁ ἄνθρωπος, νὰ τὸ κάνη γιὰ τὸν Θεό. Ξεχνᾶμε τὸν Θεὸ καὶ μπαίνει μετὰ ὁ λογισμὸς ὅτι κάνουμε κάτι σπουδαῖο, μπαίνει καὶ ἡ ἀνθρωπαρέσκεια καὶ κοιτᾶμε νὰ μὴν ξεπέσουμε στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων.
Ἐνῶ, ἂν ἐνεργῆ κανεὶς μὲ τὴν σκέψη ὅτι ὁ Θεὸς τὸν βλέπει, τὸν παρακολουθεῖ, τότε ὅ,τι κάνει εἶναι σίγουρο· ἀλλιῶς, ἂν κάνη κάτι, γιὰ νὰ φανῆ καλὸς στοὺς ἀνθρώπους, ὅλα τὰ χάνει, ὅλα χαραμίζονται. Γιὰ κάθε ἐνέργειά του ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ ρωτάη τὸν ἑαυτό του: «Καλά, ἐμένα αὐτὸ ποὺ κάνω μὲ ἀναπαύει· τὸν Θεὸ Τὸν ἀναπαύει;» καὶ νὰ ἐξετάζη ἂν εἶναι εὐάρεστο στὸν Θεό. Ἂν ξεχνάη νὰ τὸ κάνη αὐτό, ξεχνάει καὶ τὸν Θεὸ μετά.






























