Ἡ γυναίκα, ὅταν δὲν ἔχη παιδιά, ἂν δὲν ἀξιοποιήση τὸ θέμα αὐτὸ πνευματικά, βασανίζεται. Τί εἶχα τραβήξει μιὰ φορὰ μὲ μιὰ γυναίκα ποὺ δὲν εἶχε παιδιά! Ὁ ἄνδρας της εἶχε μεγάλη θέση στὴν δουλειά του.
Αὐτὴ εἶχε σπίτια ποὺ τὰ νοίκιαζε, σπίτι μεγάλο στὸ ὁποῖο ἔμεναν, προίκα μεγάλη, καὶ βαριόταν νὰ πάη στὴν ἀγορὰ νὰ ψωνίση, βαριόταν νὰ μαγειρέψη, ἀλλὰ οὔτε καὶ ἤξερε νὰ μαγειρεύη. Τηλεφωνοῦσε καὶ τῆς ἔφερναν ἕτοιμα φαγητά. Τίποτε δὲν τῆς ἔλειπε, καὶ ὅμως ἦταν βασανισμένη, γιατὶ τίποτε δὲν τὴν εὐχαριστοῦσε.
Ὅλη μέρα καθόταν στὸ σπίτι· τῆς ἔφταιγε τὸ ἕνα, τῆς ἔφταιγε τὸ ἄλλο, βαριόταν τὸ ἕνα, βαριόταν τὸ ἄλλο. Τὴν ἔπνιγαν μετὰ οἱ λογισμοὶ καὶ ἀναγκαζόταν νὰ παίρνη χάπια. Ὁ ἄνδρας της ἔπαιρνε δουλειὰ ἀπὸ τὸ γραφεῖο στὸ σπίτι, γιὰ νὰ τῆς κάνη παρέα, καὶ ἐκείνη καθόταν πάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι του, γιὰ νὰ περνάη τὴν ὥρα της.


























