Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2020

«ΚΥΡΙΕ, ΓΙΑΤΙ Μ’ ΑΦΗΣΕΣ ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ ΝΑ ΒΑΣΑΝΙΣΤΩ;»


Το παράπονο του Οσίου Ιωάννου του «Καρτερικού» και «Πολύαθλου»
Ο όσιος Ιωάννης, ο αθλητής της κατά Χριστόν παρθενίας και καθαρότητας, έζησε πολλά χρόνια έγκλειστος στο Σπήλαιο του Αγίου Αντωνίου (983–1073) [10 Ιουλ.], του αγιασμένου κτήτορα της περίφημης Κιεβο-Πετσέρσκαγια Λαύρας των Σπηλαίων. Ένας από τους αδελφούς, που δοκιμαζόταν από τον δαίμονα της πορνείας σε σημείο που να θέλει να εγκαταλείψει το μοναστήρι, ήλθε κάποτε να τον βρει ζητώντας με αγωνία τη βοήθειά του.
Ο άγιος Ιωάννης τού διηγήθηκε τότε τη δική του ιστορία, εμυστηρεύοντάς του τα εξής:
«Όταν έφθασα σ’ ετούτο το άγιο μοναστήρι, δέχθηκα την επίθεση τρομερών πειρασμών της σαρκός. Προσπάθησα να παλέψω περνώντας δύο ή τρεις ημέρες, ακόμη και μία εβδομάδα, δίχως να τρώω, δίχως να πίνω, αγρυπνώντας όλη τη νύχτα, αλλά δεν γινόταν τίποτα. Αφού υπέμεινα το μαρτύριο αυτό επί τρία χρόνια, πήγα στο Σπήλαιο του πατρός ημών Αντωνίου, κοντά στον τάφο του, για να προσεύχομαι εκεί νυχθημερόν. 


Άκουσα τότε τη φωνή του αγίου να με προστάζει να μείνω εκεί έγκλειστος με σιωπή και προσευχή, για να ελευθερωθώ από τις μηχανεύσεις του Εχθρού. Έμεινα λοιπόν εδώ. Τριάντα χρόνια πέρασαν από τότε, αλλά μόνο τελευταία βρήκα την ειρήνη. Όλα αυτά τα χρόνια δεν έπαυσα να παλεύω κατά των ακάθαρτων λογισμών με την προσευχή και την αγρυπνία. Γυμνός και σιδηροδέσμιος έμεινα εκτεθειμένος στο κρύο και στην υγρασία, αλλά η άσκηση αυτή αποδείχθηκε ανεπαρκής. Έτσι, καθώς πλησίαζε η Μεγάλη Τεσσαρακοστή, έσκαψα μία τρύπα στο αμμώδες χώμα του σπηλαίου και μπήκα μέσα αφήνοντας έξω μόνο το κεφάλι και τα μπράτσα. 

Έμεινα έτσι ακίνητος όλη τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή υπομένοντας τις χειρότερες επιθέσεις του δαίμονα. Οι κνήμες μου βάρυναν τόσο, ώστε μου φαινόταν πως τα κόκκαλά μου θα συντρίβονταν. Ένιωθα να καίγομαι ανυπόφορα, αλλά η ψυχή μου ένιωθε ανάλαφρη και ευφραινόταν που είχε ελευθερωθεί από την ακαθαρσία, γιατί προτιμούσα να πεθάνω για να συναντήσω τον Χριστό, παρά να βγω από την τρύπα και να πέσω στα χέρια του διαβόλου…

»Στην αρχή της Τεσσαρακοστής, ένας τρομερός δράκος που πετούσε φωτιές από το ρύγχος του μου επιτέθηκε για να με κατασπαράξει, αλλά τον απώθησα με το σημείο του Σταυρού και με την επίκληση του Ονόματος του Χριστού. Οι άγριες επιθέσεις του επαναλήφθηκαν όλη την εβδομάδα των Παθών και τη νύχτα της Αναστάσεως, ο φοβερός δράκοντας εμφανίστηκε για τελευταία φορά. Τον είδα ξαφνικά να ρίχνεται πάνω μου με το στόμα του ανοιχτό. 


Με άρπαξε αστραπιαία κι έχωσε μέσα στο φρικαλέο στόμα του το κεφάλι και τα χέρια μου, ό,τι βρισκόταν από εμένα έξω από τον λάκκο. Τα γένια και τα μαλλιά μου κάηκαν κι έμειναν έτσι καμένα, όπως τα βλέπεις τώρα· Με επέμβαση του Θεού όμως, ο δράκοντας δεν κατάφερε να με βλάψει περισσότερο. Καθώς το ανήμπορο κεφάλι μου ήταν μέσα στο λαρύγγι του, επικαλέστηκα με όλες μου τις δυνάμεις τον Κύριο και φώναξα μέσα από την καρδιά μου: 

—“Θεέ και Κύριε, σώσε με! Γιατί μ’ εγκατέλειψες; Σπλαχνίσου με, Δέσποτα, ο μόνος φιλάνθρωπος. Σώσε με, τον αμαρτωλό, ο μόνος αναμάρτητος. Απάλλαξέ με από την ακαθαρσία μου, για να μην πιαστώ στα δίχτυα του πονηρού για πάντα. Γλύτωσέ με από τον εχθρό που θέλει να με καταπιεί. Έλα να με σώσεις με τη δύναμή Σου. Ρίξε αστραπή και κάψ’ τον, για να εξαφανιστεί από το πρόσωπο της γης!”.  


 »Ακαριαία, ένα εκτυφλωτικό φως άστραψε μέσα στη σπηλιά και ο φοβερός δράκος έγινε άφαντος. Με τη Χάρη του Θεού δεν τον ξαναείδα από τότε. Μία φωνή με κάλεσε τότε: —“Ιωάννη, Ιωάννη! Σε βοήθησα, όπως Μου ζήτησες. Πρόσεχε τώρα τη ψυχή σου, για να μην πάθεις χειρότερα στον μέλλοντα αιώνα”. Ρώτησα τότε τον Κύριο με παράπονο: —“Κύριε, γιατί μ’ άφησες τόσο πολύ να βασανιστώ;”. Και ο αγαθός Κύριος μού απάντησε: —“Σε δοκίμασα κατά τη δύναμη της υπομονής σου. 

Περνώντας έτσι μέσα στο καμίνι των πειρασμών, θα παρουσιαστείς μπροστά Μου καθαρός σαν το χρυσάφι. Ποτέ δεν επιτρέπω να δοκιμαστεί ο άνθρωπος πάνω και πέρα από τις δυνάμεις του, ακριβώς για να μην εμπαιχθεί και να μην νικηθεί από τον ‘αρχέκακο όφη’. Εσύ, όμως, για να απαλλαχθείς από τον σαρκικό πόλεμο, προσευχήσου στον όσιο Μωϋσή τον Ούγγρο [26 Ιουλ]. Αυτός αναδείχθηκε ανώτερος από τον Πάγκαλο Ιωσήφ στη σωφροσύνη, γι’ αυτό και μπορεί, διά της Χάριτός Μου, να βοηθάει αποτελεσματικά όσους πολεμούνται από το πάθος της πορνείας”.

»Εγώ τότε έκραξα προς τον Κύριο: —“Κύριε, δι’ ευχών του οσίου Μωϋσέως, ελέησόν με!” Και να! Αμέσως μ’ έλουσε ένα υπέροχο, γλυκύτατο φως, που μέχρι τώρα παραμένει και φωτίζει τη σπηλιά μου τόσο, ώστε δεν μου χρειάζονται πλέον κεριά. Και όσοι έρχονται εδώ με πίστη, απλότητα και καθαρή καρδιά, αξιώνονται να βλέπουν το θείο αυτό φως, που με καταύγασε και με απάλλαξε από τα βέλη του πονηρού εκείνη τη νύχτα της Αναστάσεως».
 


Τελειώνοντας τη διήγησή του ο Καρτερικός και Πολύαθλος Ιωάννης, στράφηκε προς τον μοναχό που αντιμετώπιζε τον πόλεμο της πορνείας και του είπε:
—Αδελφέ, εμείς οι ίδιοι καρφώνουμε τον νου μας στη λατρεία της σάρκας, γι’ αυτό και ταλαιπωρούμαστε. Και ο Κύριος, με τη δίκαιη κρίση Του, αφήνει να πολεμηθούμε, γιατί δεν έχουμε καρπούς μετανοίας. Τέλος πάντων, ζήτησε κι εσύ τις ευχές του μακαρίου Μωϋσέως του Ούγγρου, και ίσως σε λυπηθεί ο Θεός.

Αφού προσευχήθηκε μαζί με τον μοναχό ο ευλογημένος Ιωάννης, πήρε ένα τεμάχιο από τα τίμια λείψανα του οσίου Μωϋσέως και του είπε:
—Ακούμπησέ το στο σώμα σου!
Ο αδελφός έκανε όπως του είπε. Και αυτοστιγμεί ένιωσε να υποχωρεί η πύρωση και να νεκρώνεται το πάθος της ακολασίας και της ακαθαρσίας, που δεν τον ενόχλησε ποτέ πια.

Ο όσιος Ιωάννης ο Καρτερικός και ο Πολύαθλος αναχώρησε για τον ουρανό λίγο αργότερα, στις 18 Ιουλίου του 1160. Τα άγια λείψανά του κείτονται ασάλευτα σήμερα στον λάκκο όπου ο ίδιος είχε θάψει τον εαυτό του, ζωντανό ακόμη, για την αγάπη του Χριστού και για την προσήλωσή του στην αγγελική αγνεία, και παρέχουν πλουσιοπάροχα την ίαση σε όσους επιθυμούν τη μεσιτεία του προς τον Θεό.

[ (1) Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 11ος (Ιούλιος),
σελ. 197–198.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Ιούνιος 20082.
(2) «Π α τ ε ρ ι κ ό ν
των Σπηλαίων του Κιέβου»·
Μέρος 2ο, Κεφ. 7ο, σελ. 187–191.
Εκδόσεις
Ιεράς Μονής Παρακλήτου·
Ωρωπός Αττικής, 20028.
 (3) Επιμέλεια ανάρτησης,
π. Δαμιανός. ]
«Πᾶνος» 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου