Νὰ μπῶ μέσα στὰ ἐργοστάσια, ποὺ ἀναστενάζουν οἱ ἐργάτες;
Νὰ προχωρήσω μέσα στὰ καράβια, ποὺ ὑποφέρουν οἱ ναυτικοί;
Νὰ πᾶμε στὰ νοσοκομεῖα, ποὺ βογγοῦν οἱ ἄρρωστοι;
Ποῦ θέλετε νὰ πάω, ποῦ νὰ προχωρήσω; Ὁπουδήποτε καὶ νὰ πάω, εἴτε ἐκεῖ ὁ ἄνθρωπος κρατᾶ στὰ χέρια του ἕνα μάτσο διπλώματα, εἴτε εἶναι πτωχὸς καὶ δὲν ξέρει νὰ βάλη τὴν ὑπογραφή του, εἴτε εἶναι γυναίκα εἴτε εἶνε ἄντρας, εἴτε εἶνε μικρὸ παιδὶ εἴτε εἶναι ἀσπρομάλης γέρος, εἴτε ἔχει στὸ κεφάλι του κορώνα βασιλικιὰ εἴτε εἶναι μέσ᾽ στὸ δρόμο, στὸ πεζοδρόμιο· ὁπουδήποτε καὶ νὰ πάω, συναντῶ μιὰ δυστυχία ἀπερίγραπτη, συναντῶ ἕνα πόνο καὶ μία θλῖψι ἀπερίγραπτη.


























