σύμφωνα μὲ τὸ Κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιο
[Ὑπομνηματισμὸς στὰ ἐδάφια Ματθ. 27,45-56]
«Ἀπὸ δὲ ἕκτης ὥρας σκότὸς ἐγένετο ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν ἕως ὥρας ἐνάτης. περὶ δὲ τὴν ἐνάτην ὥραν ἀνεβόησεν ὁ ᾿Ιησοῦς φωνῇ μεγάλῃ λέγων· ἠλὶ ἠλί, λιμᾶ σαβαχθανί; τοῦτ᾿ ἔστι, Θεέ μοῦ Θεέ μου, ἱνατί μὲ ἐγκατέλιπες; τινὲς δὲ τῶν ἐκεῖ ἑστώτων ἀκούσαντες ἔλεγον ὅτι Ἠλίαν φωνεῖ οὗτος. καὶ εὐθέως δραμὼν εἷς ἐξ αὐτῶν καὶ λαβὼν σπόγγον πλήσας τε ὄξους καὶ περιθεὶς καλάμῳ ἐπότιζεν αὐτόν. οἱ δὲ λοιποὶ ἔλεγον· ἄφες ἴδωμεν εἰ ἔρχεται Ἠλίας σώσων αὐτόν (:καὶ ἀπὸ τίς δώδεκα τὸ μεσημέρι ἔγινε σκοτάδι σ᾿ ὅλη τη γῆ ἕως τίς τρεῖς τὸ ἀπόγευμα. Καὶ στὶς τρεῖς τὸ ἀπόγευμα φώναξε ὁ Ἰησοῦς μὲ φωνὴ μεγάλη καὶ εἶπε: "Ἠλί, ἠλί, λιμᾶ σαβαχθανί;". Ἡ φράση αὐτὴ σημαίνει: "Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί μὲ ἐγκατέλειψες;" Μερικοὶ μάλιστα ἀπὸ ἐκείνους ποὺ στέκονταν ἐκεῖ καὶ δὲν γνώριζαν τὴν ἀραμαϊκὴ γλῶσσα, ὅταν τὸ ἄκουσαν αὐτὸ ἔλεγαν ὅτι αὐτὸς φωνάζει τὸν Ἠλία. Κι ἀμέσως ἕνας ἀπ᾿ αὐτοὺς ἔτρεξε καὶ πῆρε ἕνα σφουγγάρι, κι ἀφοῦ τὸ βούτηξε στὸ ξύδι, τὸ τύλιξε σ᾿ ἕνα καλάμι καὶ προσπαθοῦσε νὰ τοῦ δώσῃ νὰ πιεῖ Οἱ ὑπόλοιποι ὅμως ἔλεγαν: Ἄφησε νὰ δοῦμε ἐὰν θὰ ἔλθει ὁ Ἠλίας νὰ τὸν σώσῃ.)» [Ματθ. 27,45-49].
























