Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2021

Κυριακὴ Δ΄ Λουκᾶ: (†) Ἐπίσκοπος Αὐγουστίνος Καντιώτης- Ἀγκάθια!

 

«Καὶ ἕτερον ἔπεσεν ἐν μέσῳ τῶν ἀκανθῶν, καὶ συμφυεῖσαι αἱ ἄκανθαι ἀπέπνιξαν αὐτό·
...τὸ δὲ εἰς τὰς ἀκάνθας πεσόν, οὗτοί εἰσιν οἱ ἀκούσαντες, καὶ ὑπὸ μεριμνῶν καὶ πλούτου καὶ ἡδονῶν τοῦ βίου πορευόμενοι συμπνίγονται καὶ οὐ τελεσφοροῦσι» (Λουκ. 8,7,14)

Ἀκούσατε, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο εὐαγγέλιο. Εἶνε μία ἀπὸ τὶς ὡραιότερες παραβολὲς ποὺ εἶπε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός· εἶνε μιὰ εἰκόνα ἀπὸ τὴ φύσι, ἡ εἰκόνα τοῦ γεωργοῦ ποὺ βγῆκε νὰ σπείρῃ «τὸν σπόρον αὐτοῦ» (Λουκ. 8,5), τὸ σπόρο ποὺ πέφτει στὴ γῆ.

Ἀλλὰ καὶ κάθε φορὰ ποὺ ἀκούγεται ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, κάποιος ἄλλος σπόρος, οὐ ράνιος, «ὁ λόγος» (ἔ.ἀ. 8,11) δηλαδὴ ποὺ ἔφερε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, πέφτει ὄχι πιὰ σὲ αὐλάκια τῆς γῆς ἀλλὰ μέσα σὲ καρδιές, καὶ γεωργὸς ποὺ τὸν σπέρνει εἶνε ὁ κήρυκας τοῦ εὐαγγελίου. Ἔτσι καὶ τούτη τὴ στιγμὴ μέσα στὰ αὐλάκια τοῦ δικοῦ σας ψυχικοῦ κόσμου.

Ἀπὸ τὸ σπόρο βγαίνουν ἄνθη, φυτά, δέντρα· καὶ ἀπὸ τὸ κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου βγαίνουν «μυρίπνοα ἄνθη», ὅπως ψάλλει σή μερα ἡ Ἐκκλησία μας (δοξ. αἴν. Ἁγ. Πατ.)· φωτεινὲς ἰδέες, εὐγενῆ αἰσθήματα καὶ «ἔργα» ἀγαθὰ ποὺ λέει ὁ ἀπόστολος (Τίτ. 3,8,14). Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ δημιουργεῖ ἕνα πολιτισμὸ ὄχι μηχανικὸ ἀλλὰ ψυχικό.

Ὁ σπόρος στὴ γῆ ὅμως δὲν καρποφορεῖ ἐξἴσου· ὅταν δὲν βρῇ κατάλληλο ἔδαφος μένει ἄκαρπος· ἔτσι καὶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ὅταν συναντᾷ ἐμπόδια. Καὶ τὰ ἐμπόδια εἶνε οἱ καρδιές. Ὅπως χωράφι ἀπὸ χωράφι διαφέρει, ἔτσι καὶ καρδιὰ ἀπὸ καρδιά· ὑπάρχουν καρδιὲς σκληρές, ὑπάρχουν καὶ καρδιὲς εὐγενικές.

* * *

Τί ἐμποδίζει, ἀδελφοί μου, τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ νὰ καρποφορήσῃ; Ὡρισμένα ἐμπόδια τὸ εὐαγγέλιο σήμερα τὰ ὠνόμασε ἀγκάθια. Ποιά εἶν' αὐτά;

Τὰ φυσικὰ ἀγκάθια τὰ γνωρίζουμε ὅλοι καὶ ἰδίως ὅσοι γεννηθήκαμε σὲ χωριά. Ὅταν ἤμασταν μικροί, προσέχαμε περνώντας μέσα ἀπὸ χωράφια μὲ ἀγκάθια νὰ μὴ μᾶς ἀγκυλώσουν. Κι ὅταν μᾶς ἀγκύλωναν τρέχαμε στὴ μάνα ἢ τὴ γιαγιὰ νὰ μᾶς βγάλουν τ' ἀγκάθια, ποὺ δὲν μᾶς ἄφηναν οὔτε τὴ νύχτα νὰ ἡσυχάσουμε. Τὸ ἀγκάθι, ὅταν μπῇ στὸ δέρμα, βασανίζει. Λένε ὅτι ἕνα λιοντάρι ποὺ πάτησε ἀγκάθι οὔρλιαζε ἀπ' τὸν πόνο· πλησίασε τότε κάποιος κυνηγός, τοῦ ἀφαίρεσε τὸ ἀγκάθι ἀπὸ τὸ πέλμα, καὶ τὸ λιοντάρι ἀπὸ εὐγνωμοσύνη τὸν ἀκολουθοῦσε πλέον σὰν πιστὸ σκυλὶ καὶ φρόνιμο ἀρνάκι. Ὑπάρχουν ἀγκάθια δηλητηριώδη καὶ ἀγκάθια ποὺ ὅπου φυτρώσουν ῥουφοῦν ὅλη τὴν ὑγρασία τῆς γῆς καὶ δὲν ἀφήνουν νὰ καρποφορήσῃ τίποτ' ἄλλο.

Ἐδῶ ὁ Χριστός, μιλώντας παραβολικά, μᾶς λέει ὅτι, ὅπως στὴ φύσι, ἔτσι καὶ στὸν ψυχικό μας κόσμο ὑπάρχουν ἀγκάθια. Ποιά εἶν' αὐτά; Μᾶς τὰ ἑρμήνευσε ὁ ἴδιος· εἶνε, εἶπε, οἱ μέριμνες τοῦ κόσμου (ὤ λόγος μεγάλος, βαθειὰ ψυχο λογικός, ποὺ θὰ χρειαζόταν ὥρα νὰ τὸν ἐξηγήσω! – εὔχομαι κανείς ἀπὸ σᾶς νὰ μὴν εἶνε ἀγκαθότοπος ποὺ συμπνίγει τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ).

Οἱ μέριμνες τοῦ κόσμου. «Μὴ μεριμνᾶτε...», λέει ὁ Κύριος (Ματθ. 6,25,28. Λουκ.12,22,26), ἀπαγορεύει τὴ μέριμνα. Ποιά μέριμνα; –Μπᾶ; θὰ πῇ ὁ ἄνθρωπος τῆς δραστηριότητος· ὥστε τὸ Εὐαγγέλιο λέει νὰ σταυρώσουμε τὰ χέρια, νὰ λέμε κ' ἐμεῖς
«πέσε σῦκο νὰ σὲ φάγω»; ἐγκρίνει τὴν ἀδράνεια, τὴ μοιρολατρία, τὸ κισμὲτ τοῦ Ἰσλάμ;...

Ὄχι, ἀδελφοί μου. Εἶνε ψέμα, ἀπάτη αὐτό, πλαστογραφία τοῦ Εὐαγγελίου. Τὸ Εὐαγγέλιο κηρύττει τὴν ἐργασία ὡς εὐλογημένο θεσμό. Μέσα στὸν παράδεισο δόθηκε ἡ πρώτη ἐντολή, τὸ «ἐργάζεσθαι» (Γέν. 2,15). Στὸ ὄρος Σινὰ ἀκούστηκε· «Ἓξ ἡμέρας ἐργᾷ καὶ ποιήσεις πάντα τὰ ἔργα σου» (Ἔξ. 20,9). Καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς εἶπε «Ἐργάζεσθε...», ὅτι «Ὁ πατήρ μου ἕως ἄρτι ἐργάζεται, κἀγὼ ἐργάζομαι», ὅτι «Ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύνα ται ἐργάζεσθαι» (Ἰω. 6,27· 5,17· 9,4). Καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος εἶπε ἐκεῖνο ποὺ τὸ πῆραν κι αὐτοὶ οἱ μπολσεβῖκοι ὡς σύνθημά τους καὶ τὸ ἔχουν γραμμένο ἐπάνω στὸ Κρεμλῖνο· «Εἴ τις οὐ θέλει ἐργάζεσθαι, μηδὲ ἐσθιέτω», ὅποιος δὲν θέλει νὰ ἐργάζεται δὲν πρέπει καὶ νὰ τρώῃ (Β' Θεσ. 3,10).

Γι' αὐτὸ ἂς εἶνε εὐλογημένη κάθε ἐργασία ποὺ γίνεται ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Ναζωραίου γιὰ τὸ καλὸ τοῦ πλησίον· νὰ φροντίζῃ ἡ μάνα γιὰ τὸ παιδί, ἡ νοσοκόμος γιὰ τὸν ἄρρωστο, ὁ γιατρὸς γιὰ τὸν ἀσθενῆ, ὁ δάσκαλος γιὰ τὸ μαθητή, ὁ ἀξιωματικὸς γιὰ τὸ στρατιώτη, ὁ ὑπάλληλος γιὰ τὸ κοινό, ὁ ἱερεὺς γιὰ τὸ ποίμνιό του. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέει, ὅτι φροντίδα του ἦταν «ἡ μέριμνα πασῶν τῶν ἐκκλησιῶν» (Β' Κορ. 11,28).

Μὰ τότε ποιά μέριμνα καταδικάζει τὸ Εὐαγγέλιο; Τὴν ἀγωνιώδη φροντίδα, τὴν ἀνησυχία, τὴν ταραχή, τὸ φόβο. Ἀνησυχεῖ ὁ ἄνθρωπος γιὰ τὴν ὑγεία, γιὰ τὴν ἀ σφάλεια, γιὰ τὰ οἰκονομικά, γιὰ τὴν οἰκογένεια τὰ παιδιά του, γιὰ τὰ ἔξοδα ποὺ αὐξάνουν, γιὰ τὸ μέλλον... Ὅλα αὐτὰ εἶνε ἀγκάθια ποὺ κεντοῦν. Ποτέ ἄλλοτε ὁ κόσμος δὲν ἦταν τόσο ἀνήσυχος ὅσο εἶνε σήμερα. Κι ὅσο προχωρεῖ ὁ ψεύτικος πολιτισμὸς καὶ ἐξελίσσεται ὑλιστικώτερα, τόσο ἡ ἀγωνία, τὸ ἄγχος ποὺ λένε οἱ ψυχολόγοι, κυριαρχεῖ στὶς ψυχὲς καὶ στοὺς λαούς. Γιατί;

Η ἀνησυχία αὐξήθηκε, γιατὶ ἐπικράτησαν νέες ἀντιλήψεις γιὰ τὴ ζωὴ κι ὁ ἄνθρωπος θέλει νὰ ἔχῃ ἕνα ἐπίπεδο ζωῆς μὲ ὅλες τὶς ἀνέσεις καὶ ἀπολαύσεις. Ἐπικράτησε ὁ ὑλισμός, εἴτε ἀριστερὸς εἴτε δεξιός, εἴτε μαῦρος εἴτε κόκκινος, καὶ ὑψώθηκε ἡ σημαία μὲ τὸ σύνθημα «Φάγωμεν καὶ πίωμεν, αὔριον γὰρ ἀποθνῄσκο μεν» (Ἠσ. 22,13 = Α' Κορ. 15,32).

Ἄλλοτε οἱ τίμιες γιαγιάδες μας, ποὺ γέννησαν τοὺς ἥρωες τοῦ ' 12, κάθονταν νύχτα στὸν ἀργαλειὸ καὶ ὕφαιναν, φοροῦσαν ἁπλὲς ὡραῖες στολές, δὲν ζητοῦσαν μοδίστρες ἀπὸ τὸ Παρίσι καὶ κασμίρια ἀπὸ τὸ Λονδῖνο. Ἕνα φόρεμα σεμνὸ καὶ καθα ρὸ ἀνεδείκνυε τὴν Ἑλληνίδα σὲ μία ὑπέροχη γυναῖκα μέσα στὸν κόσμο, μὲ τὸ δικό της πολιτισμό. Τώρα εἰσέβαλε ἕνας ἀμερικανισμός, πολυτέλεια, διαφθορά, ἐκ φυλισμός. Δὲν ῥάβει πιὰ τὰ ῥουχαλάκια της ἡ χωριάτισσα στὸ χωριό, κατεβαίνει στὴν πρωτεύουσα· καὶ ἡ κυρία τῆς πόλεως πάει στὴν Εὐρώπη νὰ ῥάψῃ ἄλλη τουαλέττα γιὰ τὸ πρωί, ἄλλη γιὰ τὸ βράδυ, ἄλλη γιὰ τὸ χορὸ καὶ τὴ δεξίωσι. Ὁ κόσμος σήμερα μεριμνᾷ γιὰ νὰ στολίσῃ τὴ γυναῖκα σὰν μία κούκλα γιὰ τὴ βιτρίνα.

Ἀνησυχία γιὰ τὸ ἔνδυμα, ἀνησυχία καὶ γιὰ τὴν κόμμωσι. Δὲν τῆς φτάνει τῆς κυρίας τὸ σαπούνι, λίγο νερὸ καὶ μιὰ χτένα γιὰ νὰ περιποιηθῇ τὰ μαλλιά της, ἀλλὰ τρέχει στὰ κομμωτήρια, καὶ γέμισε ὁ τόπος ἀπ' αὐτά, γιὰ ἄφρονες γυναῖκες, ποὺ νομίζουν ὅτι ἀποκτοῦν ἀξία ἂν περιποιηθοῦν τὸν ἐξωτερικό τους κόσμο, ἐνῷ ὁ ἐσωτερικὸς εἶνε γεμᾶτος ἀράχνες.

Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος ἔχασε τὴν ἁπλότητα. Δὲν τὸν φτάνουν μερικὲς καρέκλες καὶ ἕνα τραπέζι εὐλογημένο, γύρω ἀπ' τὸ ὁποῖο κάθονται καὶ κάνουν τὸ σταυρό τους. Θέλει ἔπιπλα νέου ῥυθμοῦ ἀπὸ τὴ Δανία καὶ τὴ Γαλλία. Δὲν τὸν φθάνει πλέον νὰ ἔχῃ ἕνα σπιτάκι νὰ μαζέψῃ τὰ παιδιά του· θέλει νὰ ἔχῃ σπίτι στὴν πόλι, σπίτι στὴν ἐξοχή, διαμερίσματα ἐδῶ κ' ἐκεῖ. Δὲν θέλει μιὰ ἁπλῆ ζωή, θέλει ὅλα τὰ κομφὸρ καὶ τὶς πολυτέλειες.

Ὅταν ἤμουν στὸ στρατό, θυμᾶμαι ὅτι κάποιο παιδὶ τὴ νύχτα στὸ στρατόπεδο δὲν μποροῦσε νὰ κοιμηθῇ. Τί εἶχε συμβῆ· κάποιοι συν άδελφοί του, γιὰ νὰ παίξουν, ἔβαλαν μέσα στὸ προσκέφαλό του καρφίτσες, πῆγε ὁ ταλαίπωρος νὰ ξαπλώσῃ, οἱ καρφίτσες τὸν ἀγκύλωναν καὶ τὸν μάτωναν· καὶ ὠργίστηκε, σηκώθηκε πάνω, καὶ ἔγινε ὁλόκληρο ἐπεισόδιο. Ὅπως λοιπὸν ὁ στρατιώτης ἐκεῖνος δὲν μποροῦσε νὰ ἡσυχάσῃ, καὶ ὅπως καὶ ὁ Χριστός μας ὑπέφερε ἐπάνω στὸ σταυρὸ γιατὶ τὸν κεντοῦσε τὸ ἀγκάθινο στεφάνι, ἔτσι νιώθει καὶ ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος μέσα στὶς μέριμνες τῆς ἀποστάτιδος γενεᾶς μας.

* * *

Ἡ ἀγωνία, ἀδελφοί μου, αὐτὴ ἡ ἄκανθα ποὺ κεντᾷ τὶς καρδιὲς φτωχῶν καὶ πλουσίων, εἶνε ἡ βαθύτερη αἰτία συχνῶν παθήσεων, τῶν νεύρων καὶ τῆς καρδιᾶς ὅπως λένε οἱ ψυχολόγοι –ἐγὼ προσθέτω καὶ τοῦ καρκίνου–, εἶνε πικρὸ φαρμάκι. Ποῦ εἶνε οἱ ἁπλοϊκοὶ ἐκεῖνοι ἄνθρωποι ποὺ δὲν ἤξεραν οὔτε καρκίνο οὔτε καρδιὰ οὔτε νεῦρα, γιατὶ ζοῦσαν κοντὰ στὸ Θεὸ καὶ μέσα στὴ φύσι! Καὶ τὸ φάρμακο ποιό εἶνε;

Θὰ τὸ προσφέρω, μὰ θὰ τὸ πάρετε; Τὸ φάρμακο εἶνε ἡ πίστις! Ἡ πίστι σ' αὐτὸ ποὺ βεβαιώνει ὁ Κύριος· «Οὐ μή σε ἀνῶ, οὔτε μή σε ἐγκαταλείπω», δὲν θὰ σ' ἐγκαταλείψω (Δευτ. 31,6). Ἡ πίστι στὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ «Ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἕξετε· ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον» καὶ «Μὴ ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία μηδὲ δειλιάτω» (Ἰω. 16,33· 14,27,1). Καὶ ἂν ἀκόμα βλέπῃς τὰ ἄστρα νὰ πέφτουν καὶ τὴ γῆ νὰ σείεται καὶ τὰ βουνὰ νὰ λειώνουν καὶ τὰ ποτάμια νὰ ξεραίνωνται, ἐσὺ μὴ φοβηθῇς. «Ἐὰν γὰρ καὶ πορευθῇς ἐν μέσῳ σκιᾶς θανάτου» μὴ φοβηθῇς, ἐγώ εἰμι μετὰ σοῦ (Ψαλμ. 22,4). Ἡ πίστι, νά τὸ φάρμακο τῆς ἀγωνίας, τῆς ἀνησυχίας καὶ τοῦ φόβου.

Ὁ δὲ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ἂς φυτεύσῃ στὶς καρδιές μας τὴν πίστι διὰ πρεσβειῶν καὶ εὐχῶν πάν των τῶν ἁγίων· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

«Πᾶνος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου