Κυριακή, 19 Μαΐου 2019

Το Ευαγγέλιο και ο Απόστολος της Κυριακής του Παραλύτου (19 Μαΐου 2019)

Στὸν τόπο τοῦ πόνου

Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 19 Μαΐου 2019, τοῦ Παραλύτου (Ἰωάν. ε΄ 1-15)

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἀνέβη ὁ Ἰησοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα. ἔστι δὲ ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις ἐπὶ τῇ προβατικῇ κολυμβήθρα, ἡ ἐπιλεγομένη Ἑβραϊστὶ Βηθεσδά, πέντε στοὰς ἔχουσα. ἐν ταύταις κατέκειτο πλῆθος πολὺ τῶν ἀσθενούντων, τυφλῶν, χωλῶν, ξηρῶν, ἐκδεχομένων τὴν τοῦ ὕδατος κίνη­σιν. ἄγγελος γὰρ κατὰ καιρὸν κατέβαινεν ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ, καὶ ἐτάρασσε τὸ ὕδωρ· ὁ οὖν πρῶτος ἐμβὰς μετὰ τὴν ταραχὴν τοῦ ὕδατος ὑγιὴς ἐγίνετο ᾧ δήποτε κατείχετο νοσήματι. ἦν δέ τις ἄνθρωπος ἐκεῖ τριάκοντα καὶ ὀκτὼ ἔτη ἔχων ἐν τῇ ἀσθενείᾳ αὐτοῦ. τοῦτον ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς κατακείμενον, καὶ γνοὺς ὅτι πολὺν ἤδη χρόνον ἔχει, λέγει αὐτῷ· θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι; ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ἀσθενῶν·
Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τὸ ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τὴν κολυμβήθραν· ἐν ᾧ δὲ ἔρχομαι ἐγώ, ἄλλος πρὸ ἐμοῦ καταβαίνει. λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἔγειρε, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει. καὶ εὐθέως ἐγένετο ὑγιὴς ὁ ἄνθρωπος, καὶ ἦρε τὸν κράβαττον αὐτοῦ καὶ περιεπάτει. ἦν δὲ σάββατον ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ. ἔλεγον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι τῷ τεθεραπευμένῳ· σάββατόν ἐστιν· οὐκ ἔξεστί σοι ἆραι τὸν κράβαττον. ἀπεκρίθη αὐτοῖς· ὁ ποιήσας με ὑγιῆ, ἐκεῖνός μοι εἶπεν· ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει. ἠρώτησαν οὖν αὐτόν· τίς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος ὁ εἰπών σοι, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει; ὁ δὲ ἰαθεὶς οὐκ ᾔδει τίς ἐστιν· ὁ γὰρ Ἰησοῦς ἐξένευσεν ὄχλου ὄντος ἐν τῷ τόπῳ. μετὰ ταῦτα εὑρίσκει αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς ἐν τῷ ἱερῷ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἴδε ὑγιὴς γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται. ἀπῆλθεν ὁ ἄνθρωπος καὶ ἀνήγγειλε τοῖς Ἰουδαίοις ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ ποιήσας αὐτὸν ὑγιῆ.

1. Ὁ Θεὸς εἶναι κοντά μας στὶς θλίψεις μας

Σ᾿ ἕναν τόπο μεγάλου πόνου μᾶς μεταφέρει τὸ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς τοῦ Παραλύτου: στὴν «κολυμβήθρα», δηλαδὴ στὴ δεξαμενή, Βηθεσδά. Ἐκεῖ ὑπῆρχαν πέντε ὑπόστεγα ὅπου παρέμεναν πολλοὶ ἀσθενεῖς. Αὐτοὶ περίμεναν τὸ θαῦμα: Κατὰ δια­στήματα κατέβαινε ἄγγελος καὶ τάραζε τὰ νερὰ τῆς κολυμβήθρας. Ὁ πρῶτος ποὺ ἔπεφτε τότε μέσα στὸ νερό, γινόταν καλά, ἀπὸ ὅ,τι κι ἂν ἔπασχε.

Ὁ πόνος, ἡ ἀσθένεια, ἀλλὰ καὶ κάθε θλίψη, εἶναι δυσάρεστη δοκιμασία. Ἀλ­λὰ ὠφελεῖ πολὺ τὸν θλιβό­μενο ἄνθρωπο, ἂν τὴν ἀν­τιμετωπίζει μὲ πίστη καὶ ὑ­πομονή: τὸν ἐξαγιάζει, τὸν προετοιμάζει γιὰ κάτι πολὺ μεγάλο, γιὰ τὴ Βασιλεία τῆς αἰώνιας μακαριότητος. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Κύριος εὐδοκεῖ στὴ θλίψη ὡς ἀπαραίτητο παιδαγωγικὸ μέσο τοῦ ἀνθρώπου μετὰ τὴν πτώση του στὴν ἁμαρτία.

Ὡστόσο δὲν ἔμεινε καὶ ἀδιάφορος στὸν πόνο μας. Κατὰ τὴ δημόσια δράση Του ἐνήργησε πολλὰ θαύματα θεραπείας σὲ ὅλους ὅσοι προσέρχονταν σ᾿ Αὐτόν, ἐνῶ κάποτε ­«ἐστέναξε» γιὰ τὰ βάσανά μας (βλ. Μάρκ. ζ´ 34)· καὶ τώρα ἀκούσαμε ὅτι προσέρχεται σ᾿ ἕναν παράλυτο, «γνοὺς ὅτι πολὺν ἤδη χρόνον ἔχει», γνωρίζοντας ὅτι ἦταν πολὺ καιρὸ ἄρ­ρωστος: 38 ὁλόκληρα χρόνια! Ἀλλὰ καὶ στὴ ζωή μας ὁ Θε­ὸς μπορεῖ νὰ σιω­πᾶ στὴν ἀσθένειά μας καὶ νὰ μὴ δίνει συνήθως θαυμαστὴ θεραπεία, μᾶς παρακολουθεῖ ὅμως μὲ πολλὴ στοργὴ τὸν καθένα μας προσωπικὰ καὶ μετρᾶ τὸν καιρὸ τῆς δοκιμασίας μας, ὥστε νὰ μᾶς πλουτίσει μὲ τὴν Χάρι Του.

2. «Δὲν ἔχω ἄνθρωπο…»

Ὁ Κύριος λοιπὸν πλησίασε τὸν παράλυτο καὶ τὸν ρώτησε:

–Θέλεις νὰ γίνεις ὑγιής;

Ἐκεῖνος μίλησε μὲ πολλὴ πραότητα ποὺ ἔδειχνε πόσο ὠφελήθηκε ἀπὸ τὴν μακρόχρονη ἀσθένειά του:

–«Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω…», εἶπε. Δὲν ἔχω, Κύριε, ἕναν ἄνθρωπο νὰ μὲ βοηθήσει…

Σ᾿ ἕναν ὕμνο τοῦ Ἑσπερινοῦ παρουσιάζεται ὁ Κύριος νὰ ἀπαντᾶ σὲ καθέναν ποὺ λέει τὸ ἴδιο: «Διὰ σὲ ἄνθρωπος γέγονα… καὶ λέγεις, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω;»(*)· ἔγινα γιὰ σένα ἄνθρωπος, καὶ λές, «δὲν ἔχω ἄνθρωπο»; Ἐγὼ εἶμαι ὁ σύντροφος κάθε ἀνθρώπου, μάλιστα τοῦ πονεμένου, τοῦ μοναχικοῦ, ἐκείνου ποὺ δὲν ἔχει καμία ἀνθρώπινη βοήθεια.

Ὁ Κύριος στὸν καιρὸ τοῦ Πάθους ἔμεινε μόνος – Τὸν ἐγκατέλειψαν οἱ μαθητές. Ἔζησε τὴ μοναξιά, τὴν ἐξαγίασε καὶ ἔδωσε τέλος στὴν ἐ­ρημικὴ ἀπομόνωση κάθε ἀν­θρώ­που ποὺ πιστεύει σ᾿ Ἐκεῖνον. Ποτὲ πλέον δὲν εἴμαστε μόνοι· διότι εἶναι μαζί μας ὁ Κύριος, ποὺ ἔρ­χεται ἀοράτως καὶ μᾶς ἐνισχύει μὲ μυστικὲς παρακλήσεις κατ᾿ ἐξ­οχὴν τὴν ὥρα τοῦ πειρασμοῦ καὶ τῆς δοκιμασίας. Ἂς μὴν ξεχνᾶμε αὐτὴ τὴ μεγάλη ἀλήθεια.

Ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ πονεμένου κατακοίτου εἶναι παράπονο καὶ πολλῶν ἀνθρώπων, κυρίως γερόντων, καὶ σήμερα ἀλλὰ καὶ σὲ κάθε ἐποχή: «Δὲν ἔχω ἕναν ἄνθρωπο νὰ μὲ βοηθήσει στὴ δυσ­τυχία μου. Μὲ ἐγκατέλειψαν ὅλοι. Δὲν ἀσχολεῖται κανεὶς μαζί μου»… 

Καθῆκον ἀγάπης ἱερὸ ἔχουμε νὰ συμπαριστάμεθα ὅσο μποροῦμε σὲ τέτοιους πονεμένους ἀνθρώπους. Νὰ τοὺς πλησιάζουμε μὲ στοργὴ καὶ ἐνδιαφέρον, ὅπως ὁ Κύριος σήμερα τὸν παράλυτο, καὶ νὰ κάνουμε αὐτὸ τὸ λίγο ποὺ μποροῦμε, γιὰ τὴν ἀνακούφισή τους καὶ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ.

3. Μετὰ τὴ θλίψη

Ὁ Κύριος θεράπευσε τὸν παράλυτο μ᾿ ἕνα πρόσταγμα καὶ χάθηκε μέσα στὸ πλῆθος. Ἔπειτα ὅμως ἀπὸ κάποιο διάστημα τὸν συνάντησε στὸν ἱερὸ περίβολο τοῦ Ναοῦ καὶ τοῦ εἶπε:

–«Ἴδε ὑγιὴς γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται». Νά, ἔχεις γίνει ὑγιής. Μὴν ἁμαρτάνεις πιά, ὥστε νὰ μὴ σοῦ συμβεῖ τίποτε χειρότερο.

Ἀπὸ τὰ λόγια αὐτὰ συμπεραίνουμε ὅτι ὁ θεραπευμένος αὐτὸς παράλυτος εἶχε πάθει τὴν παράλυση ἐξαιτίας τῆς προηγούμενης ἁμαρτωλῆς ζωῆς του. Ὅμως μέσα στὸ καμίνι τῆς δοκιμασίας τῶν 38 χρόνων καθαρίστηκε σὰν τὸ χρυσάφι ἀπὸ τὴν ἁμαρτία του, καὶ τώρα τὸν βλέπουμε νὰ συχνάζει στὸν Ναό.

Οἱ περισσότερες ἀπὸ τὶς δοκιμασίες τῆς ζωῆς μας περνοῦν ἀργὰ ἢ γρήγορα, ἐνῶ ὅλες θὰ λήξουν τὴν ἡμέρα τοῦ θανάτου μας. Τὸ ἐρώτημα εἶναι: Οἱ θλίψεις περνοῦν, ἡ ὠφέλεια ἀπὸ αὐτὲς μένει; Ὅταν ξαναποκτοῦμε τὴν ὑγεία, τὴν ἄνεση, τὴν εὐημερία μας, εὐχαριστοῦμε τὸν Θεό; Μένουμε εὐγνώμονες γιὰ τὴν ἀπαλλαγὴ τῶν δεινῶν καὶ τὴν ὠφέλεια ποὺ μᾶς προσκόμισαν, ἢ ἐπιστρέφουμε στὸν ἴδιο τρόπο ζωῆς, στὴν προηγούμενη χαλαρότητα καὶ ἀπροσεξία μας;

«Ἴδε ὑγιὴς γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται».

Ὅταν ἔρχεται μιὰ δοκιμασία, ἀλλὰ καὶ ὅταν φεύγει, ἂς προβληματιζόμαστε: Γιατί τὸ ἐπέτρεψε ὁ Θεός; Κάτι περιμένει ἀπὸ ἐμένα. Κάτι πρέπει ν᾿ ἀλλάξει στὴ ζωή μου.

Ὁ Κύριος νὰ δώσει ὥστε κάθε δοκιμασία μας νὰ γίνεται ἀφορμὴ διορθώσεως καὶ ἐξαγιασμοῦ μας.

(*) Δοξαστικὸ τῆς Λιτῆς τῆς Κυριακῆς τοῦ Παραλύτου. 

Δύο θαύματα τοῦ Ἀναστάντος 


Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 19 Μαΐου 2019, τοῦ Παραλύτου ( Πράξ. θ΄ 32-42)

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἐγένετο Πέτρον διερχόμενον διὰ πάντων κατελθεῖν καὶ πρὸς τοὺς ἁγίους τοὺς κατοικοῦντας Λύδδαν. εὗρε δὲ ἐκεῖ ἄνθρωπόν τινα Αἰνέαν ὀνόματι, ἐξ ἐτῶν ὀκτὼ κατακείμενον ἐπὶ κραβάττῳ, ὃς ἦν παραλελυμένος. καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ Πέτρος· Αἰνέα, ἰᾶταί σε ᾿Ιησοῦς ὁ Χριστός· ἀνάστηθι καὶ στρῶσον σεαυτῷ. καὶ εὐθέως ἀνέστη. καὶ εἶδον αὐτὸν πάντες οἱ κατοικοῦντες Λύδδαν καὶ τὸν Σάρωνα, οἵτινες ἐπέστρεψαν ἐπὶ τὸν Κύριον. ᾿Εν ᾿Ιόππῃ δέ τις ἦν μαθήτρια ὀνόματι Ταβιθά, ἣ διερμηνευομένη λέγεται Δορκάς· αὕτη ἦν πλήρης ἀγαθῶν ἔργων καὶ ἐλεημοσυνῶν ὧν ἐποίει. ἐγένετο δὲ ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἀσθενήσασαν αὐτὴν ἀποθανεῖν· λούσαντες δὲ αὐτὴν ἔθηκαν ἐν ὑπερῴῳ. ἐγγὺς δὲ οὔσης Λύδδης τῇ ᾿Ιόππῃ οἱ μαθηταὶ ἀκούσαντες ὅτι Πέτρος ἐστὶν ἐν αὐτῇ, ἀπέστειλαν δύο ἄνδρας πρὸς αὐτὸν παρακαλοῦντες μὴ ὀκνῆσαι διελθεῖν ἕως αὐτῶν. ἀναστὰς δὲ Πέτρος συνῆλθεν αὐτοῖς· ὃν παραγενόμενον ἀνήγαγον εἰς τὸ ὑπερῷον, καὶ παρέστησαν αὐτῷ πᾶσαι αἱ χῆραι κλαίουσαι καὶ ἐπιδεικνύμεναι χιτῶνας καὶ ἱμάτια ὅσα ἐποίει μετ᾿ αὐτῶν οὖσα ἡ Δορκάς. ἐκβαλὼν δὲ ἔξω πάντας ὁ Πέτρος θεὶς τὰ γόνατα προσηύξατο, καὶ ἐπιστρέψας πρὸς τὸ σῶμα εἶπε· Ταβιθά, ἀνάστηθι. ἡ δὲ ἤνοιξε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῆς, καὶ ἰδοῦσα τὸν Πέτρον ἀνεκάθισε. δοὺς δὲ αὐτῇ χεῖρα ἀνέστησεν αὐτήν, φωνήσας δὲ τοὺς ἁγίους καὶ τὰς χήρας παρέστησεν αὐτὴν ζῶσαν. γνωστὸν δὲ ἐγένετο καθ᾿ ὅλης τῆς ᾿Ιόππης, καὶ πολλοὶ ἐπίστευσαν ἐπὶ τὸν Κύριον.

1. Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΑΙΝΕΑ

Στὴν πόλι τῆς Λύδδας ὁ ἀπόστολος Πέτρος συνάντησε ἕναν παράλυτο, τὸν Αἰνέα, ποὺ ἦταν ὀκτὼ χρόνια κατάκοι-τος καὶ τοῦ εἶπε: Αἰνέα, ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς σὲ ἰατρεύει ἀπὸ τὴν παραλυσία σου. Σήκω ἐπάνω! Καὶ τὸ θαῦμα ἔγινε. Τὸ εἶδαν ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς καὶ γι’ αὐτὸ πίστεψαν στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό.

Αὐτό ποὺ προκαλεῖ ἐντύπωσι εἶναι ὅτι ὁ ἀπόστολος Πέτρος σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς διακηρύττει ὅτι τὸ θαῦμα αὐτὸ δὲν τὸ ἐπιτέλεσε ὁ ἴδιος ἀλλὰ ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Διότι ὑπῆρχε ὁ μεγάλος κίνδυνος νὰ γίνῃ κάποια παρεξήγησι καὶ τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ νὰ θεωρήσουν τὸν ἀπόστολο Πέτρο ὡς αἴτιο τοῦ θαύματος. Ὁ ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ λοιπὸν ξεκαθαρίζει ὅτι αὐτὸς εἶναι μόνον ὄργανο τῆς δυνάμεως τοῦ Χριστοῦ. 

Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ στάσι τοῦ ἁγίου Ἀποστόλου μᾶς ἀποκαλύπτει τὴν ταπείνωσί του καὶ τὴν πρόθεσί του νὰ ἀποφύγῃ κάθε ἐπίδειξι. Ἀλλὰ καὶ μᾶς διδάσκει μιὰ μεγάλη ἀλήθεια: ὅτι ὅποιο θαῦμα ἐπιτελεῖται ἀνὰ τοὺς αἰῶνες ἀπὸ τοὺς ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας, δὲν εἶναι θαῦμα δικό τους ἀλλὰ τῆς δυνάμεως τοῦ ἀναστάντος Κυρίου. Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ ἐπιτελῶν τὰ θαύματα, ὁ ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν, ὁ πληθύνων καὶ τρέφων τὰ σύμπαντα, ὁ τελεσιουργῶν τὰ ἱερὰ Μυστήρια. 

Οἱ ἅγιοι εἶναι μόνον οἱ ὁδοδεῖκται, ποὺ καθοδηγοῦν μὲ τὴν ζωή, τὸ λόγο τους καὶ τὰ ἔργα τους στὸ μοναδικὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου μας. Γι’ αὐτὸ λοιπὸν κάθε θαυμαστὴ ἐπέμβασι τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή μας ποὺ πραγματοποιεῖται διὰ τῶν ἁγίων του, θὰ πρέπει νὰ μᾶς ὁδηγῇ ἀκόμη περισσότερο πρὸς τὸν Κύριο καὶ Πλαστουργό μας. Θὰ τιμοῦμε βέβαια καὶ θὰ εὐχαριστοῦμε τοὺς ἁγίους μας, ἀλλὰ πολὺ περισσότερο τὸν Κύριο θὰ δοξάζουμε, θὰ πιστεύουμε καὶ θὰ ἀγαποῦμε.

2. Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΗΣ ΤΑΒΙΘΑ

Μόλις ἔγινε τὸ θαῦμα αὐτὸ στὴν Λύδδα, θλιβερὰ νέα κατέφθασαν ἀπὸ τὴν γειτονικὴ πόλι τῆς Ἰόππης. Τὸ νέο κυκλοφόρησε ἀπὸ στόμα σὲ στόμα. Πέθανε ἡ Ταβιθά, ἡ ἀφωσιωμένη μαθήτρια, ποὺ ὅπως δήλωνε καὶ τὸ ὄνομά της, σὰν ζαρκάδι ἔτρεχε καθημερινὰ σὲ ἔργα ἀγάπης καὶ φιλανθρωπίας. Ἦταν πασίγνωστη γιὰ τὶς ἀμέτρητες ἀγαθοεργίες καὶ ἐλεημοσύνες της. Ὅμως δυστυχῶς τὶς ἡμέρες ἐκεῖνες εἶχε ἀρρωστήσει βαριὰ καὶ πέθανε. 

Κι ἀμέσως οἱ Χριστιανοὶ τῆς Ἰόππης ἔστειλαν δύο ἄνδρες νὰ τρέξουν στὴν Λύδδα ὅπου ἦταν ὁ ἀπόστολος Πέτρος καὶ νὰ τὸν παρακαλέσουν νὰ ἔλθῃ κοντά τους. Μόλις ἔφθασε ὁ Ἀπόστολος στὸ ἀνώγειο ὅπου ἔκειτο νεκρή, εἶδε τὶς χῆρες ποὺ ἡ Ταβιθὰ προστάτευε, νὰ κλαῖνε γι’ αὐτὴν καὶ νὰ δείχνουν τὰ ροῦχα ποὺ τοὺς ἔφτιαχνε, ὅταν ἦταν ζωντανή.

Ἡ Ταβιθὰ λοιπὸν εἶχε ἀναχωρήσει γιὰ τὴν ἄλλη ζωὴ ἔχοντας τὰ χέρια της γεμᾶτα ἀπὸ ἀγαθοεργίες, ἔχοντας γεμᾶτες τὶς ἀποσκευές της γιὰ τὴν αἰωνιότητα. Ἦταν δένδρο γεμᾶτο ἀπὸ καρποὺς ἀγάπης καὶ προσφορᾶς. Δὲν ἔμοιαζε μ’ ἐκείνους ποὺ ξέρουν νὰ λένε πολλὰ ἀγαθὰ λόγια ἀλλὰ κάνουν λίγα ἀγαθὰ ἔργα. Ἡ Ταβιθὰ ἦταν πρώτη σ’ ὅλα. Εἶχε εὐεργετήσει πολλοὺς καὶ ἰδιαιτέρως προστάτευε καὶ φρόντιζε τὶς χῆρες. Βέβαια ὅσο ζοῦσε ἔκρυβε τὶς ἀγαθοεργίες της. Τώρα ὅμως τὴν διαφημίζουν οἱ εὐεργετημένες γυναῖκες. Τὰ ἐνδύματα ποὺ ἔδειχναν ἀποτελοῦσαν μαρτυρίες ἀδιάψευστες τῶν ἀγαθοεργιῶν της καὶ τὰ δάκρυά τους ἦταν ὁ καλύτερος ἐπικήδειος λόγος τους.

Καὶ μᾶς διδάσκει ἡ Ταβιθὰ τὴν ἀρετὴ τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς φιλανθρωπίας. Μᾶς καλεῖ νὰ δείχνουμε ἀγάπη μ’ ὅποιο τρόπο μποροῦμε. Προσφέροντας χρήματα, ροῦχα, τρόφιμα, ὅ,τι μποροῦμε. Ἀλλὰ κι ἂν δὲν ἔχουμε κάτι νὰ δώσουμε, ἔχουμε χέρια καὶ πόδια, ἔχουμε στόμα καὶ δάκρυα. Νὰ προσφέρουμε τὸν κόπο μας, τὸν χρόνο μας καὶ τὴν ἀγάπη μας. Νὰ συμπαρασταθοῦμε σ’ ἕναν ἄρρωστο, νὰ παρηγορήσουμε ἕναν πονεμένο, νὰ διακονήσουμε στὰ συσσίτια ἢ σὲ ὅποια ἄλλη διακονία φιλανθρωπίας μᾶς καλεῖ ἡ Ἐκκλησία.

3. Η ΑΠΑΝΤΗΣΙ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ

Μέσα στὸ φορτισμένο κλῖμα τῆς ὀδύνης καὶ τῶν δακρύων ὁ ἀπόστολος Πέτρος τοὺς ἔβγαλε ὅλους ἔξω, γονάτισε, προσευχήθηκε καὶ ἀφοῦ στράφηκε πρὸς τὸ νεκρὸ σῶμα εἶπε: Ταβιθά, σήκω ἐπάνω! Αὐτὴ ἄνοιξε τὰ μάτια της, ἀνασηκώθηκε, κι ὁ ἀπόστολος Πέτρος τῆς ἔδωσε τὸ χέρι καὶ τὴν σήκωσε ὄρθια. Καὶ φώναξε ὅλους, ἰδιαιτέρως τὶς χῆρες, γιὰ νὰ δοῦν τὴν Ταβιθὰ ζωντανή, γιὰ νὰ παραλάβουν καὶ πάλι τὴν ἀδελφή τους, τὴν μάννα τους, τὴν προστάτιδά τους. 

Ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ κατανοήσουν ὅλοι τους ὅτι τὸ θαῦμα τῆς ἀναστάσεως τῆς Ταβιθὰ ἦταν ἕνα δῶρο τοῦ Θεοῦ στὴν ἁγία ζωὴ τῆς ταπεινῆς αὐτῆς δούλης του· ἦταν μιὰ ἐπιβράβευσι τῶν ἀγαθῶν ἔργων της, ἦταν ἡ ἀπάντησι τοῦ οὐρανοῦ στὰ δάκρυα καὶ τὴν θλῖψι τῶν εὐεργετηθέντων ἀνθρώπων. 

Καὶ μία ὑπόμνησι σὲ ὅλους μας: ὅτι ὅσοι ἐργάζονται τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης, θὰ ἔχουν τὸν Κύριο βοηθό τους «ἐπὶ κλίνης ὀδύνης αὐτῶν» καὶ θὰ βροῦν «ἔλεος παρὰ Κυρίου» (Ψαλ. μ΄ [40] 4).

Πηγή: https://antexoume.wordpress.com/
«Πᾶνος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου