Κυριακή 5 Μαΐου 2019

Κυριακή του Θωμά – Η νοησιαρχία εμπόδιο στην κλήση του Θεού (Ιερομόναχος Ιουστίνος)


Ιερομόναχος Ιουστίνος 

Ο νους αποτελεί ανεκτίμητο δώρο του Πλάστη. Αν ο άνθρωπος βρίσκεται μεταξύ της θεότητος και της άλογης κτίσεως, ο νους, η λογική, είναι ένα από τα κύρια συστατικά ιδιώματά του, που τον διαστέλλει οξέως από το άνουν περιβάλλον του. Ταυτόχρονα τον κάνει να μοιάζει κάπως με τον Δημιουργό.

Μα τότε γιατί λέμε πως ο νους, η λογική, ο σκεπτικισμός, συνιστά το πρώτο εμπόδιο που δεν μας αφήνει ν’ ακούμε και ν’ αποδεχόμαστε την κλήση του Θεού;

Δυστυχώς όταν λέμε «λογική», συχνά εννοούμε μια κακέκτυπη εκδοχή της λογικής, μιαν άκριτη και άκρατη και ακράτητη λογοκρατία, που δεν έχει αυτογνωσία –μιαν απολυτοποίηση τυφλή του μυαλού. 

Ας επιμείνουμε λίγο σε αυτό το θέμα. Μας το επιβάλλει σήμερα «ο λεγόμενος Δίδυμος» και μας το επιβάλλουν αρκετοί που καυχώνται σαν εγκεφαλικοί τύποι, και συχνά «βγαίνουν» ανεγκέφαλοι.

Όταν ο Χριστός πρότεινε στον Φίλιππο να γίνει απόστολός Του, εκείνος έτρεξε στον Ναθαναήλ για να τον κάνει κοινωνό της συνταρακτικής ανακαλύψεως: Είχε βρεθεί ο Μεσσίας! Ήταν ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ. Και του πρότεινε να έρθει και αυτός στον Ιησού, να δει με τα ίδια του τα μάτια.

Ο Ναθαναήλ δίσταζε. Είχε εν μέρει δίκαιο. Από την ανυπόληπτη Ναζαρέτ μπορούσε να βγει κάτι καλό; (Ιω. 1.44-47). Να ήταν η Βηθλεέμ, τότε μάλιστα! Αγνοούσε όμως την ιστορία του Κυρίου, ότι δηλαδή είχε δυο πατρίδες, τη Βηθλεέμ και τη Ναζαρέτ.

Η λογική είναι λοιπόν ατελής και ανυψώνεται μερικές φορές σαν οδόφραγμα και κλείνει το δρόμο στο «έρχου», στη θεία κλήση. Μεταβάλλεται κάποτε-κάποτε σε «ύψωμα επαιρόμενο κατά της γνώσεως του Θεού» (Β’ Κορ. 10.5), κάθε άλλο παρά σε περίοπτο οδοδείκτη της θεογνωσίας.

Η αυτοδύναμη και αυτάρκης λογική δεν συνιστά πάντοτε ασφαλή προϋπόθεση της πίστεως. Άλλοτε μεν υποχρεώνει σε πίστη· λ.χ. πώς μπορεί να υπάρχει η Δημιουργία χωρίς Δημιουργό; Αλλά και άλλοτε απορρίπτει το θαύμα· λ.χ. ο ορθολογιστής Θωμάς αρνείται το ενδεχόμενο της Αναστάσεως του Χριστού, η οποία όμως έχει λάβει χώρα!

Η νοησιαρχία ρωτάει επιφυλακτικά για να μη πούμε αποφατικά: «Είναι δυνατό τούτο; Γίνεται εκείνο;» Η Γραφή απαντάει: «Γευθείτε και δείτε» (Ψαλμ. 33.9), «έρχου και ίδε», «Φέρε τον δάκτυλόν σου ώδε και ίδε … και μη γίνου άπιστος, αλλά πιστός».

Ας λάβουμε υπόψη και κάτι ακόμη, το ότι οι όροι και τα πεδία της γνώσεως, στην οποία στηρίζεται η λογική, μεταβάλλονται. Οι επιστήμες προοδεύουν, ξεπερνούν τον εαυτό τους· δείγμα πως βρίσκονται σε εξέλιξη, σε πορεία και δεν είναι τέλειες, αλλά ατελείς. 

Ας γίνουμε σαφέστεροι με δυο ιστορικές αναφορές.

Στον Μεσαίωνα εξαπλώθηκε ευρύτατα στη Δύση η Αλχημεία, η πρόδρομος της χημείας (αλ-χημεία = η χημεία). Κύριοι στόχοι της ήταν η ανακάλυψη της «Φιλοσοφικής λίθου» και της «πανάκειας». 

Με την πρώτη θα μεταποιούνταν τα αγενή μέταλλα σε ευγενή, σε χρυσό. Με τη δεύτερη θα προλαμβάνονταν ή και θα θεραπεύονταν όλες οι αρρώστιες, οπότε θα παρατεινόταν η ανθρώπινη ζωή (πανάκεια = παν-φάρμακο, παν-θεραπεία). Οι αλχημιστές ήσαν πεπεισμένοι ότι υπήρχαν και τα δύο.

Τις προσπάθειες και τα πειράματα σχετικά με τη μεταστοιχείωση των μετάλλων σε χρυσάφι τα ενθάρρυναν όχι μόνο βασιλείς που είχαν… άδεια τα δημόσια ταμεία τους(!), αλλά και επιστήμονες διεθνούς κύρους μέχρι σήμερα. 

Πλην η ανιλεής, άτεγκτη σύγχρονη γνώση τα καταδικάζει άσπλαχνα και κυνικά… (πρβλ. Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Εκδ. Πυρσός, Αθήνα, τόμ. Δ’ σελ. 126 λ. Αλχημεία· Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, Αθήνα 1963, τόμ. 2 στ. 230 λ. Αλχημεία).

Πιο κοντά μας χρονικά έχουμε τον μεγάλο Παστέρ, τον θερμό χριστιανό-παραφωνία στην υλιστική και «θετικιστική» νοοτροπία που κυριαρχούσε στην εποχή του. Αυτός ο μεγαλοφυής ευεργέτης της ανθρωπότητος επέτυχε δια της θερμότητος την «παστερίωση», δηλαδή την αποστείρωση και την ασηψία. 

Μέχρι τότε η επιστήμη δόξαζε και διακήρυττε την αυτόματη γένεση. Ο Παστέρ ωστόσο απέδειξε ότι οι μικροοργανισμοί δεν προέρχονται από το τίποτε, αλλά από άλλους μικροοργανισμούς της ατμόσφαιρας· ώστε αν την αποστειρώσουμε, από το μηδέν θα βγουν μηδέν μικρόβια. 

Έτσι κατέρρευσε όλο το οικοδόμημα που ήταν θεμελιωμένο επάνω σε αυτή την «επιστημονική» αντίληψη επί αιώνες.

Με τέτοια προηγούμενα πλάνης, έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε ότι αύριο θ’ αποδειχθεί σύμφωνο με τις Γραφές κάτι που σήμερα η επιστήμη μπορεί να το εκλαμβάνει αντίθετο τυχόν στις Γραφές, όπως εκλάμβανε επί Παστέρ την αυτόματη δημιουργία.

Για πόσα και πόσα που τώρα τα θεωρούμε αναμφισβήτητα, που ούτε καν μας περνάει από τον νου ότι υπάρχει το ενδεχόμενο να είναι εσφαλμένα, για πόσα και πόσα που τα έχουμε σημαία, θα γελάσουν οι επόμενες εποχές. Γιατί όχι, αφού και η δική μας εποχή διασκεδάζει με πολλές επιστημονικές τάχα επιταγές και θεωρίες των προηγούμενων εποχών.

Το συμπέρασμα που εξάγεται αβίαστα είναι ότι και οι γνώσεις μας είναι κάτι το συμβατικό, όχι το τέλειο. Άρα ας μη στηρίζεται απόλυτα η λογική μας επάνω τους, και μας εμποδίζει κάποτε στο «και μη γίνου άπιστος, αλλά πιστός».

* * *
Μια χειρότερη φάση είναι ο εγωισμός και η πεισμοσύνη που συχνά εμπνέει και φουσκώνει η νοησιαρχία. Τυφλώνεται ο καημένος ο άνθρωπος.

Εδώ σκάλωσε και ο απόστολος Θωμάς. Φέρθηκε απόλυτα αρνητικά σε κάτι πανθομολογούμενα θετικό, για το οποίο τον διαβεβαίωναν οι πάντες. Δεν έβαζε ερωτηματικό στη σκέψη του, δεν δεχόταν την πιθανότητα να σφάλλει και ν’ απατάται.

Έπρεπε το μυαλό του να του πει ότι δεν τα ήξερε όλα, και ότι εκεί που σταματάει (το μυαλό), αρχίζει η πίστη. Η απόλυτη νοησιαρχία είναι ανοησία, κατρακυλάει στη ματαιότητα του νοός, όπως τη χαρακτηρίζει ο Παύλος (Εφ. 4.17).

Το ότι ο νους του Θωμά ήταν το παν, ήταν αφελές. Υποσυνείδητα νόμιζε πως ήταν αλάνθαστος, καίτοι άνθρωπος. Ο ανυποχώρητος ορθολογισμός ρίχνει στο άλλο άκρο, στον παραλογισμό. Τα άκρα συναντώνται! «Αλλοίμονο, οι συνετοί κατά τη δική τους γνώμη και επιστήμονες μπροστά στα δικά τους μάτια», φωνάζει ο Ησαΐας (5.21). 

«Εματαιώθησαν εν τοις διαλογισμοίς αυτών» (Ρωμ. 1.21), συμπληρώνει ο Παύλος, ενώ επισφραγίζει ο θυμόσοφος λαός επισημαίνοντας πως «το έξυπνο πουλί απ’ τη μύτη πιάνεται».

Ε λοιπόν! Ο «έξυπνος»-δύσπιστος Θωμάς πιάσθηκε από τη νοησιαρχία του. Ο «δρασσόμενος τους σοφούς εν τη πανουργία αυτών» Θεός (Α’ Κορ. 3.19) τον συνέλαβε στην αγάπη και πίστη Του, με τους όρους που είχε θέσει εκείνος, ο Θωμάς.

Είχε ζητήσει ανυπέρθετα δηλαδή να δει τα χέρια και την πλευρά, νομίζοντας επίμονα ότι ήταν αδύνατο –τούτο διαφαίνεται από τη στιχομυθία του με τους συναποστόλους του. Το ίδιο μέτρο, το ίδιο νόμισμα του ανταποδίδει ο Αναστάς: «Φέρε τον δάκτυλόν σου ώδε και ίδε τας χείρας μου και … την πλευράν μου».

Αυτό που τον έσωσε και τον αποκατέστησε –και μάλιστα του έπλεξε στέφανο, κατά την Υμνολογία (Τροπάριο Ζ’ ωδής)– ήταν η άρδην μετάνοιά του και ακόμη περισσότερο το ξέσπασμα στην ομολογία «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου».

Εάν λοιπόν ο φτωχός άνθρωπος την περιορισμένη διάνοιά του την ανάγει σε άπειρο Θεό, δεν υπάρχει περιθώριο για άλλο Θεό. Πώς να πλησιάσει σε άλλο Θεό κατανεύοντας στην πρόσκληση «Φέρε τον δάκτυλόν σου» και τον εαυτό σου «και μη γίνου άπιστος, αλλά πιστός»;


Ιερομόναχος Ιουστίνος

«Πᾶνος» 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου