Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2019

Ἅγιος Παΐσιος: Οἱ κατὰ φαντασίαν ἀσθενεῖς


Μεγαλύτερη ἀρρώστια εἶναι τὸ νὰ πιστέψη ὁ ἄνθρωπος στὸν λογισμό του ὅτι ἔχει κάποια ἀρρώστια. Ὁ λογισμὸς αὐτὸς τοῦ δημιουργεῖ ἄγχος, τὸν κάνει νὰ στενοχωριέται, νὰ μὴν ἔχη ὄρεξη γιὰ φαγητό, νὰ μὴν μπορῆ νὰ κοιμηθῆ, νὰ παίρνη φάρμακα, καὶ τελικὰ ἀρρωσταίνει, ἐνῶ ἦταν καλά. 

Νὰ εἶναι ἄρρωστος κανεὶς καὶ νὰ κάνη θεραπεία, αὐτὸ τὸ καταλαβαίνω· ἀλλὰ νὰ εἶναι ὑγιὴς καὶ νὰ νομίζη ὅτι εἶναι ἄρρωστος καὶ νὰ ἀρρωσταίνη στὰ καλὰ καθούμενα, αὐτὸ εἶναι... 

Ἕνας λ.χ., ἐνῶ ἔχει καὶ σωματικὴ καὶ πνευματικὴ δύναμη, δὲν μπορεῖ νὰ κάνη τίποτε, γιατὶ ἔχει πιστέψει στὸν λογισμὸ ποὺ τοῦ λέει ὅτι δὲν εἶναι καλά, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ σβήνη σωματικὰ καὶ πνευματικά. Δὲν εἶναι ὅτι λέει ψέματα. 

Ἂν ὁ ἄνθρωπος πιστέψη ὅτι κάτι ἔχει, πανικοβάλλεται, τσακίζεται, καὶ δὲν ἔχει μετὰ κουράγιο νὰ κάνη τίποτε. Ἔτσι ἀχρηστεύεται χωρὶς λόγο.

Ἔρχονται μερικοὶ στὸ Καλύβι ποὺ εἶναι τελείως τσακισμένοι. «Μοῦ λέει ὁ λογισμὸς ὅτι ἔχω ἔιτζ», λένε καὶ τὸ πιστεύουν. 

Τοὺς ρωτάω: «Μήπως συνέβη ἐκεῖνο, ἐκεῖνο;». 
«Ὄχι», μοῦ λένε. 

«Τότε ἄδικα στενοχωριέσαι. Πήγαινε νὰ κάνης μιὰ ἐξέταση, γιὰ νὰ σοῦ φύγη ὁ λογισμός». 

«Καὶ ἂν γίνη ἡ ἐξέταση καὶ βροῦν ὅτι ἔχω;», λένε μερικοὶ καὶ δὲν μ᾿ ἀκοῦν καὶ βασανίζονται. 

Ἐνῶ αὐτοὶ ποὺ ἀκοῦν, κάνουν ἐξέταση, βλέπουν ὅτι δὲν ἔχουν τίποτε καί, νὰ δῆτε, τὸ πρόσωπό τους ἀλλάζει, τὸ κουράγιο ἐπανέρχεται. Οἱ ἄλλοι ἀπὸ τὴν στενοχώρια ξαπλώνουν στὸ κρεββάτι καὶ οὔτε νὰ φᾶνε δὲν θέλουν. Ἐντάξει, ἔχεις ἔιτζ. Γιὰ τὸν Θεὸ δὲν ὑπάρχει δύσκολο πρόβλημα. Ἂν ζήσης πιὸ πνευματικά, ἐξομολογῆσαι, κοινωνᾶς κ.λπ., θὰ βοηθηθῆς.

– Πῶς ξεκινάει, Γέροντα, καὶ νομίζει κάποιος ὅτι εἶναι ἄρρωστος;

– Σιγὰ-σιγὰ καλλιεργεῖ αὐτὸν τὸν λογισμό. Πολλὲς φορὲς μπορεῖ νὰ ὑπάρχη κάποια αἰτία, ἀλλὰ νὰ μὴν εἶναι κάτι σοβαρό. Βγάζει μετὰ καὶ ὁ λογισμὸς κάτι ἀκόμη καὶ τὸ μεγαλοποιεῖ. 

Ὅταν ἤμουν στὴν Μονὴ Στομίου, ἦταν ἕνας οἰκογενειάρχης στὴν Κόνιτσα ποὺ νόμιζε ὅτι εἶχε φυματίωση. Δὲν ἄφηνε οὔτε τὴν γυναίκα του νὰ πάη κοντά του. «Μὴν πλησιάζης, τῆς ἔλεγε, θὰ κολλήσης». Σὲ ἕνα ξύλο κρεμοῦσε ἡ καημένη τὸ καλάθι μὲ τὸ φαγητὸ καὶ τοῦ τὸ ἔδινε ἀπὸ μακριά. 

Ἡ φουκαριάρα εἶχε λειώσει. Τὰ παιδιά του τὰ κακόμοιρα ἀπὸ μακριὰ τὸν ἔβλεπαν. Αὐτὸς ἐν τῷ μεταξὺ δὲν εἶχε τίποτε, ἀλλά, ἐπειδὴ ὁ ἥλιος δὲν τὸν ἔβλεπε – ἦταν κλεισμένος μέσα καὶ τυλιγμένος συνέχεια μὲ τὶς κουβέρτες –, ἦταν κίτρινος καὶ πίστευε ὅτι ἔχει χτικιό. 

Σηκώνομαι καὶ πάω στὸ σπίτι του. Μόλις μὲ εἶδε, μοῦ λέει: «Μὴ μὲ πλησιάζης, καλόγερε, μὴν κολλήσης κι ἐσύ, καὶ ἔρχεται κόσμος ἐκεῖ στὸ μοναστήρι. Ἔχω χτικιό». «Ποιός σοῦ εἶπε, μωρέ, ὅτι ἔχεις χτικιό;», τοῦ λέω. 

Ἡ γυναίκα του ἔφερε νὰ μὲ κεράση γλυκὸ καρύδι. «Ἄνοιξε τὸ στόμα σου, τοῦ λέω. Θὰ κάνης ὑπακοὴ τώρα». Τὸ ἄνοιξε· δὲν ἤξερε τί θὰ κάνω. Βάζω τὸ καρύδι μέσα στὸ στόμα του καὶ τὸ γυρνάω δυὸ-τρεῖς φορὲς καὶ ὕστερα τὸ παίρνω καὶ τὸ τρώω. «Μή, μή, θὰ κολλήσης!», φώναζε. 

«Τί θὰ κολλήσω! Τίποτε δὲν ἔχεις, τοῦ λέω. Ἂν εἶχες χτικιό, χαμένο τὸ εἶχα νὰ τὸ κάνω αὐτό; Σήκω νὰ βγοῦμε ἔξω». Λέω στὴν γυναίκα του: «Πέταξέ τα ὅλα, φάρμακα, κουβέρτες ...». 

Τὸν σηκώνω καὶ βγαίνουμε ἔξω. Ἔπειτα ἀπὸ τρία χρόνια ποὺ ἦταν κλεισμένος μέσα κοιτοῦσε τὸν κόσμο παράξενα. Ὕστερα, σιγὰ-σιγά, πῆγε καὶ στὴν δουλειά του. Τί εἶναι ὁ λογισμός, ὅταν τὸν καλλιεργῆς!

Ἀπὸ τὸ βιβλίο Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου ΛΟΓΟΙ Γ' «Πνευματικὸς ἀγώνας»

«Πᾶνος» 

1 σχόλιο:

  1. Αραγε τι ειδους λογισμο εχει η πλειοψηφια των ελληνων για την καταντια την δικη τους και της
    πατριδος μας...???

    ΑπάντησηΔιαγραφή