Τρίτη, 26 Μαΐου 2020

Σάββας Ἠλιάδης: ... «πάντα δέ ταῦτα ἀρχή ὠδίνων» (Ματθ.24,8).



Δὲν ὑπάρχει τίποτα στὴν Ἐκκλησία, ποὺ νὰ μὴν εἶναι ἁγιασμένο, γιὰ τὸν ἁπλούστατο λόγο, ὅτι ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι Ἁγία! Ὅ,τι ἐκ τῆς ἁγίας Παραδόσεως προσλήφθηκε καὶ καθιερώθηκε μέσα σ᾿ αὐτὴν εἶναι ἅγιο. 

Πῶς λοιπὸν εἶναι δυνατὸν πάντα τὰ ἐν αὐτῇ περιεχόμενα καὶ χρησιμοποιούμενα ἀλλὰ καὶ τὰ δι᾿ αὐτῆς ἐνεργούμενα, νὰ μὴν εἶναι ἅγια καὶ νὰ μὴν ἁγιάζουν καὶ νὰ μὴν συνεργοῦν γιὰ τὴν ὑγεία τοῦ σώματος καί τῆς ψυχῆς; 

Τὸ ὀρθὸ δόγμα καὶ τὸ ἅγιο ἦθος, ἡ ὀρθὴ πίστη καὶ τὰ ἔργα γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὀρθοδοξία καὶ ἡ ὀρθοπραξία, ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ἀγάπη εἶναι ζεύγη ἀδιάσπαστα, ἀλληλοπεριχωρούμενα, ποὺ ὁδηγοῦν στὸ ἀσφαλὲς μονοπάτι καὶ τῆς παρούσης ζωῆς καὶ τῆς αἰώνιας.

Καὶ τολμοῦν σημερινοὶ θεολόγοι ἱερωμένοι καὶ μάλιστα δεσποτᾶδες, μὲ τὸν παραμικρὸ πειρασμὸ ποὺ θὰ προκύψει στὴν Ἐκκλησία, νὰ βγάζουν στὴν ἐπιφάνεια «ἐφευρέσεις», «ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων», προτείνοντας καὶ ἐπιβάλλοντας τὴν ὅποια ὑβριστικὴ ἀλλὰ καὶ ὁπωσδήποτε τὴν ἐκ τοῦ πονηροῦ «λύση». 

Αὐτὴ εἶναι ἡ πίστη τῶν ποιμένων; Νὰ ἐπιχειροῦν δηλαδὴ μὲ θεολογούμενες ἀκροβασίες τὸν διαχωρισμὸ τῶν πραγμάτων σὲ δογματικὰ καὶ μή, σὲ πρακτικὰ καὶ θεολογούμενα καὶ ἄλλες τέτοιες ὐποδιαιρέσεις καὶ ὑποσύνολα καὶ νὰ ἀσεβοῦν στὰ ἱερά; Ποῦ βρίσκουν τὴν βεβαιότητα αὐτή; Ἀπὸ ποῦ ἀντλοῦν τὶς ἐμπειρίες καὶ ὁρίζουν πράγματα, ποὺ καὶ οἱ σύγχρονοι ἅγιοι δὲν τόλμησαν νὰ ἀγγίξουν;

Ναί, τώρα διερχόμαστε πειρασμό. Ἀλλὰ αὐτὸς εἶναι ἡ ἀρχή, εἶναι ὁ μικρός: «πάντα δὲ ταῦτα ἀρχὴ ὠδίνων». (Ματθ.24,8). Τὸ «ποτάμι» ἀσέβειας πῆρε τὰ δικαιώματά του, ἄνοιξε τὴν κοίτη του καὶ ἔγινε ρεῦμα ἰσχυρό. Μᾶς πῆρε στὴν ἀγκαλιά του. Θὰ μᾶς παρασύρει παρακάτω. 

Μέχρι νὰ ἔρθουν οἱ ἄλλοι πειρασμοί, αὐτοί, στοὺς ὁποίους δοκιμάστηκε ἡ πίστη τῶν ἁγίων καὶ ἡ βεβαιότητά τους γιὰ τὴν μακαριότητα τῆς αἰώνιας ζωῆς. Καὶ θὰ αἰωρεῖται ἀδιάκοπα πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια μας βασανιστικὸ τὸ ἐρώτημα τῶν Ἀποστόλων πρὸς τὸν Χριστό: «τίς ἄρα δύναται σωθῆναι;». (Ματθ.19,25).

Στὸν εὐαγγελικὸ στίχο: «ὃς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ᾿ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐμοῦ, εὑρήσει αὐτήν». (Ματθ. 16,25), ἑρμηνεύει ὁ Ὠριγένης: «Ἄν κάποιος ἀγαπᾶ τὴν ζωή του καὶ θεωρεῖ τὴν παροῦσα ζωὴ πὼς αὐτὴ εἶναι τὸ πρῶτο ἀγαθό, τὴν προσέχει ἐπιμελῶς, γιὰ νὰ ζήσει πολὺ μέσα σ᾿ αὐτὴν τὴν σάρκα, ἔχοντας συνεχῶς τὸν φόβο τοῦ θανάτου, ἀφοῦ εἶναι βέβαιος πὼς δι᾿ αὐτοῦ θὰ τὴν χάσει μιὰ μέρα. 

Ὁ Ὠριγένης
Αὐτός, θέλοντας μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ σώσει τὴν ζωή του, θὰ τὴν χάσει πραγματικά, θέτοντάς την ἔξω ἀπὸ τὶς προϋποθέσεις τῆς μακαριότητας. Ἄν δὲ κάποιος περιφρονεῖ τὴν παροῦσα ζωή, ἐπειδὴ πίστεψε στὸν λόγο μου (τοῦ Χριστοῦ) περὶ τῆς αἰώνιας ζωῆς, ὥστε νὰ ἀγωνίζεται μέχρι θανάτου ὑπὲρ τῆς ἀληθείας, θὰ χάσει τὴν ζωὴ του κατὰ τὴν παροῦσα πραγματικότητα, ἀφοῦ θὰ τὴν παραδώσει ὑπὲρ τῆς εὐσεβείας στὸν κοινῶς ὀνομαζόμενο θάνατο. Ἀλλὰ αὐτός, ἐπειδὴ θὰ χάσει τὴν ζωή του γιὰ μένα, μᾶλλον θὰ τὴν σώσει καὶ θὰ τῆς προσφέρει τὴν τελειότερη φροντίδα».

Ἡ θεία Κοινωνία εἶναι δόγμα ἀλλὰ ἡ ἁγία λαβίδα δὲν εἶναι, λέει! Καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶναι δόγμα, σήμερα τὴν χρησιμοποιοῦμε καὶ αὔριο, ἐπειδὴ προέκυψε πειρασμός, ἐγκαταλείπουμε τὴν χρήση της καὶ ἐπινοοῦμε τοῦ κεφαλιοῦ μας; Ἡ Ἐκκλησία δοκίμασε, δοκιμάστηκε, ἀγωνίστηκε καὶ κατέληξε καὶ ἀποφάνθηκε ἐδῶ καὶ αἰῶνες. 


Πῶς θὰ τολμήσετε νὰ χαλάσετε ἐμπειρίες καὶ ἔργα ἁγιασμένα; Τὸ ἴδιο κατ᾿ ἀναλογία καὶ σὲ ὅλα τὰ ἄλλα «μὴ δογματικὰ» θέματα. Εἶναι τόσο ἀκίνδυνο αὐτὸ τὸ ἐπιπόλαιο παιχνίδι; Νὰ παίζουμε ζαριὲς κατὰ περίσταση μὲ τὰ ἅγια πράγματα; Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀκριβὴς ὀρθόδοξη ἰχνηλασία τῶν πατερικῶν λόγων καὶ ἔργων ἀπὸ τὴν σημερινὴ ἐκκοσμικευμένη μερίδα τοῦ κλήρου;

Ἡ Ἐκκλησία ὀφείλει νὰ πλησιάσει στὴν σύγχρονη πραγματικότητα καὶ νὰ δείξει ἀγάπη καὶ κατανόηση στὰ προβλήματα τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου, λένε. Ναί, ἀλλὰ ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ αὐτὴ στὸ παρόν, στὸ παρελθὸν καὶ στὸ μέλλον. Γιὰ τὴν Ἐκκλησία τὰ πάντα εἶναι πάντοτε «νῦν», τώρα, διότι ὑπερβαίνει τὰ κτιστά, τὰ ὁποῖα χρησιμοποιεῖ μὲ ἄριστο τρόπο, χάριν τοῦ ἀγαπημένου πλάσματος τοῦ Θεοῦ, τὸν ἄνθρωπο, καὶ μόνο, εἰ δυνατόν, πρὸς τὴν σωτηρία ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας.

Λέει ὁ ἅγιος Χρυσόστομος: «Ταύτ᾿ οὖν εἰδότες, τὴν πάντων τῶν ἀγαθῶν μητέρα πίστιν μετὰ πάσης ὑποδεχώμεθα εὐνοίας, ἶνα ὥσπερ ἐν γαληνῷ πλέοντες λιμένι τὰ τε ὀρθὰ διατηρῶμεν δόγματα καὶ τὸν βίον ἡμῶν μετὰ ἀσφαλείας κατευθύνοντες, τῶν αἰωνίων ἐπιτύχωμεν ἀγαθῶν». Δηλαδή, γνωρίζοντας ὅλα αὐτά, ἂς δεχτοῦμε μὲ κάθε ἀγαθὴ διάθεση τὴν μητέρα ὅλων τῶν ἀγαθῶν, τὴν πίστη, ἔτσι ὥστε νὰ πλέουμε στὴ συνέχεια σὲ γαληνεμένο λιμάνι καὶ τὰ ὀρθὰ δόγματα νὰ τὰ διατηροῦμε καὶ τὴν ζωή μας νὰ τὴν κατευθύνουμε μὲ ἀσφάλεια, γιὰ νὰ ἐπιτύχουμε τὰ αἰώνια ἀγαθά. 

Ἡ «μετὰ ἀσφαλείας κατεύθυνση τοῦ βίου μας», δηλαδὴ ἡ ζωὴ τῆς εὐσεβείας, ὁρίζεται ἀπὸ τὴν μαθητεία μας στὸν βίο καὶ τὴν πολιτεία τῶν ἁγίων. Δὲν πρόκειται νὰ φτάσει ποτὲ σὲ δογματικὴ ἀμφισβήτηση ὅποιος διαβάζει καὶ ὑπακούει τοὺς ἁγίους. Ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι ἐκ τοῦ πονηροῦ.

Ποιὸς κορονοϊός; Ἡ ἀσέβεια κατὰ τῶν ἁγίων Μυστηρίων καὶ πάντων τῶν ἱερῶν ἔχει ἐξαπλωθεῖ σὲ θανατηφόρο κολαστικὴ πανδημία, γιὰ τὴν ὁποία καμαρώνει κιόλας ὁ σημερινὸς Ὀρθόδοξος Χριστιανός. Ἀπὸ τὸ πιὸ ἀσήμαντο, τὸ χαρακτηριζόμενο πλέον ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὸν ἐκκλησιαστικὸ χῶρο ὡς «δὲν πειράζει», μέχρι τὴν ἀπροκάλυπτη ἀσέβεια, τὴν ὁποία καταπίνει λόγῳ τῶν αἰσθημάτων κατωτερότητας, ἐνώπιον τοῦ «ἐπολιτισθέντος ἀνθρώπου», τῆς «ὑπερβολικῆς ἀγάπης» καὶ τῶν «χαμηλῶν τόνων»

Δὲν ὑπάρχει χειρότερη πνευματικὴ προδοτικὴ συμπεριφορά. Λέει ὁ ἅγιος Χρυσόστομος πάλι: «Δεινὸν μὲν γὰρ τὸ αἰσχρὰ πράττειν· τὸ δὲ πράττοντα αἰσχύνεσθαι, ἐξ ἡμισείας έστι δεινόν· ὅταν μέντοι τὶς καὶ ἐγκαλλωπίζηται, ὑπερβολὴ ἀναισθησίας»! «Εἶναι φοβερὸ πρᾶγμα τὸ νὰ πράττεις αἴσχη, δηλαδή, ἁμαρτίες. 

Ὅταν ὅμως τὰ κάνεις καὶ σὲ πιάνει ντροπὴ γι᾿ αὐτά, τότε ἡ αἰσχρότητα τῆς πράξης αὐτῆς πέφτει στὸ μισὸ τοῦ βάρους της. Ὅταν ὅμως τὰ κάνει κάποιος καὶ παινεύεται καὶ τὰ διαλαλεῖ καὶ καμαρώνει, τότε ἔχει φτάσει στὸ ὕψιστο σημεῖο τῆς ἀναισθησίας»


Μήπως δὲν εἶναι σήμερα καύχηση ἡ ἁμαρτία; Καὶ μιὰ ἀκόμη φράση τοῦ ἁγίου: «Τὸν Θεό τον ἀγανακτεῖ καὶ τὸν ὀργίζει, ὄχι τόσο τὸ νὰ ἁμαρτάνει κάποιος, ἀλλὰ τὸ νὰ ἁμαρτάνει καὶ νὰ μὴν αἰσθάνεται πόνο ψυχικό, μετάνοια, γιὰ τὴν ἁμαρτία του».

Ὅταν ὁ Χριστιανὸς φτάσει μπροστὰ στὴ θεία Κοινωνία, μὲ τὴν καθοδήγηση καὶ τὴν εὐλογία τοῦ ὀρθοδοξοῦντος πνευματικοῦ του πατέρα, δὲν καταλαβαίνει τίποτε ἀπὸ τέτοιες κενολογίες! Κολλάει, δὲν κολλάει, ἀρρωσταίνει δὲν ἀρρωσταίνει; Δὲν νοοῦνται, δὲν ὑφίστανται τέτοιες ἐρωτήσεις καὶ προβληματισμοί. 

Θὰ μᾶς βάλουν στὸν πειρασμὸ οἱ ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας ἐχθροὶ καὶ οἱ ἐντὸς ὀμόφιλοι αὐτῶν, οἱ ἄσχετοι, οἱ ἐπὶ παντὸς ἐπιστητοῦ ἐξυπνάκηδες, οἱ δημοσιογράφοι, οἱ μορφωμένοι, οἱ ἐπιστήμονες, οἱ τρεφόμενοι ψυχικῶς μὲ τὴν ἄρνηση, θὰ μᾶς βάλουν στὸν πειρασμὸ νὰ σκεφτόμαστε τὴν ὕβριν; Ἀκόμη καὶ αὐτοὶ οἱ κρατικοὶ λειτουργοί; Λέει ὁ ἅγιος Χρυσόστομος, ἑρμηνεύοντας τὸν (Ματθ. 22, 21) στίχο: «Σὺ δέ, ὅταν ἀκούσεις νὰ λέει ἀπόδωσε τὰ τοῦ Καίσαρος στὸν Καίσαρα, νὰ ξέρεις πὼς ἐκεῖνα μόνο ἐννοεῖ, ὅσα δὲν βλάπτουν καθόλου τὴν εὐσέβεια. Ἄν δὲ συμβαίνει νὰ εἶναι κάτι τέτοιο, τότε αὐτὸ δὲν εἶναι τοῦ Καίσαρος ἀλλὰ φόρος καὶ χρέος τοῦ διαβόλου».

Ἄν κάποιος Χριστιανὸς ἔπεσε στὸν πειρασμὸ αὐτὸ τῆς περὶ τοῦ Μυστηρίου ἀμφιβολίας ἢ ἐπηρέασε καὶ ἄλλους ἢ δὲν κοινώνησε, ἀφοῦ μποροῦσε, ὀφείλει νὰ τὸ ἐξομολογηθεῖ ταπεινὰ καὶ ἄμεσα, διότι στὰ πνευματικὰ λειτουργοῦν θεῖοι νόμοι καὶ ἀλίμονό μας! Δὲν ξέρουμε πῶς θὰ οἰκονομήσει ὁ Θεός, γιὰ νὰ μᾶς ἐπαναφέρει στὴν μετάνοια. Γι᾿ αὐτὸ ἂς προλάβουμε, προτοῦ ἐνεργήσει Ἐκεῖνος οἰκονομικῶς, παιδαγωγικῶς καὶ ἴσως πονετικῶς.

Σάββας Ἠλιάδης
Δάσκαλος
Κιλκίς, 25-5-2020
________________

Ἡ προσθήκη τῶν φωτογραφιῶν
εἶναι τοῦ ἱστολογίου μας

 «Πᾶνος»

1 σχόλιο:

  1. Χριστός Ανέστη αγαπητέ Δάσκαλε. Η βλασφημία έφτασε στο αποκορύφωμα.

    Μας λες στο άρθρο σου:
    Αὐτὴ εἶναι ἡ πίστη τῶν ποιμένων; Νὰ ἐπιχειροῦν δηλαδὴ μὲ θεολογούμενες ἀκροβασίες τὸν διαχωρισμὸ τῶν πραγμάτων σὲ δογματικὰ καὶ μή, σὲ πρακτικὰ καὶ θεολογούμενα καὶ ἄλλες τέτοιες ὐποδιαιρέσεις καὶ ὑποσύνολα καὶ νὰ ἀσεβοῦν στὰ ἱερά;

    Την απάντηση θα την δώσω από αντιγραφή από άλλο άρθρο που ανέβασε ο Αδερφός μας Πάνος.

    Τους βγάζανε και τα ράσα αυτούς τους επισκόπους!

    Διότι δυστυχῶς, ὑπάρχουν οἱ ψευτο-εὐλαβεῖς, ὑπάρχουν οἱ ψευτο-χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι λέγουν: «θὰ κολαστεῖς ἅμα φωνάξεις ἐναντίον τῶν παπάδων καὶ δεσποτάδων, θὰ πᾶς στὴν κόλαση». Ἐὰν τὸ ἤξερα τὸ ἐπεισόδιον αὐτὸ θὰ ἔδιδα ἄλλον σύνθημα, ἡρωϊκότερον ἀπὸ τὰ συνθήματα ποὺ ἐδώσαμεν. Ποιό, γιὰ ἀκούσατε.

    Στὴν ἐποχὴ ποὺ εὑρίσκετο μέσα εἰς τὴν Κων/πολιν ὁ Γρηγόριος Ναζιανζηνός, εὑρίσκετο ἕνα κάθαρμα (ἔτσι τὸ ὀνομάζει κι ὁ ἴδιος), κάθαρμα, κυνικὸν κάθαρμα. Φιλόσοφος ὁ ὁποῖος ἤθελε νὰ μιμηθεῖ τὸν Διογένη τὸν φιλόσοφον, ἀλλ’ ἀπεῖχε πολὺ τοῦ Διογένους τοῦ φιλοσόφου. Ὀνομάζετο Μάξιμος. Καὶ ὁ Μάξιμος αὐτός, περιβαλλόμενος ἀπὸ κόλακας καὶ διεφθαρμένους καὶ γυναίκας ἀκόμη, καλὰ καὶ σώνει ἤθελε νὰ γίνει Ἐπίσκοπος Κων/πόλεως.

    Ἀλλὰ καθ’ ἣν στιγμὴ ἦσαν ἕτοιμοι νὰ βάλλουν τὰ χέρια ἐπάνω στὸν Μάξιμο, τότε ἠκούσθη ὡς βροντὴ ἰσχυρὰ καὶ ἀστραπὴ κι ὡς σεισμός, ἠκούσθη ἡ φωνὴ «ἀνάξιος». «Ἀνάξιος». Φωνάξανε μία, ὁ λαός, φωνάξανε δύο. Εἶναι ὑποχρεωμένοι οἱ ἐπίσκοποι (σύμφωνα μὲ τὸ τυπικό), νὰ σταματήσουν πάσα χειροτονία· ἐκτὸς ἐὰν οἱ ἐπίσκοποι θεωροῦν τὸ λαὸ ζῶα. Ἀλλὰ ὡς ζῶα μᾶς περνοῦνε. Λοιπόν, ἔπρεπε νὰ σταματήσει ἡ χειροτονία. Ἀλλὰ αὐτοὶ τίποτα ἀπολύτως. «Ἄστους νὰ φωνάζουν».

    Ἀλλὰ (οἱ χριστιανοὶ τότε) δὲν ἦσαν σὰν τοὺς χριστιανοὺς τοὺς σημερινούς. Ὅταν εἶδαν ὅτι αὐτοὶ δὲν σταματούσανε κι ὅτι δὲν τοὺς ἐνδιέφερε τελείως (τί λέει ὁ λαός), καὶ ὅτι εἶχαν σκοπὸ ὁπωσδήποτε νὰ χειροτονήσουν αὐτὸν (τὸν Μάξιμο), ἐν μέσῳ φωνῶν καὶ κραυγῶν, τότε τί κάνουν; Ὁρμοῦν ἐπάνω, τοὺς ἁρπάζουν, τοὺς βγάζουν τὰ ἄμφια καὶ τοὺς κυνηγοῦν εἰς τοὺς δρόμους. Ναί, αὐτὸ κάνανε.

    Ἐὰν ζοῦσε στὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἕνας ἀπὸ τοὺς ψευτοχριστιανοὺς τοῦ σημερινοῦ καιροῦ, κι ἔβλεπε τοὺς ὀπαδοὺς τοῦ Γρηγορίου νὰ κρατοῦν ρόκες καὶ ρόπαλα καὶ νὰ κυνηγοῦν τοὺς ἀναξίους καὶ νὰ τοὺς ἀναγκάζουν νὰ κρυφτοῦν στὰ πλυσταριά, θἄλεγε: «Πώ, πώ, τί φανατικοὶ ἄνθρωποι εἶναι αὐτοί! Τί κακὸ μεγάλο κάνουν στὴν Ἐκκλησία! Τί σκάνδαλο μεγάλο κάνουν».


    Μάλιστα· τοιοῦτος λαός, τοιοῦτοι Ἐπίσκοποι. Τοιοῦτος λαός, τοιοῦτοι Ἀρχιερεῖς... Δὲν πέφτουν ἀπὸ τὰ οὐράνια. Ἀγωνιστεῖτε νὰ ἀποκτῆστε Ἐπίσκοπο. Μὴ παραπονεῖσθε οὔτε ἐναντίον ἱερέων, οὔτε ἐναντίον Ἀρχιερέων, ἐὰν δὲν γίνεται ἀγωνισταὶ καὶ καταδιώξουμε ἀπεινῶς τὴν ἀγέλην αὐτήν, ἡ ὁποία ρημάζει τὸ ποίμνιον τοῦ Χριστοῦ μας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή