Σ’
ένα γυναικείο μοναστήρι μόναζε μαζί μέ την ηγουμένη καί ή ανιψιά της, πού ήταν
πανέμορφη σωματικά καί άμεμπτη ψυχικά.
Όλες οι αδελφές τή θαύμαζαν καί παραδειγματίζονταν
από την αγγελική αγνότητα της άλλά καί τή σπάνια μετριοφροσύνη της. Όταν
κοιμήθηκε, την κήδεψαν μέ μεγαλοπρέπεια, βέβαιες πώς ή καθαρή ψυχή της είχε ανέβει
στον παράδεισο.
Ή ηγουμένη, λυπημένη γιά τή στέρηση της ενάρετης ανιψιάς της, αγρυπνούσε
μέ νηστεία καί προσευχή, παρακαλώντας τόν Κύριο να της άποκαλύψει την ουράνια
δόξα της κεκοιμημένης ανάμεσα στις άλλες μακάριες παρθένες.

























