ΙΑ. Δίκαιοι εἰς τὸν αἰῶνα ζῶσι.
Τριάντα χρόνια πέρασαν ἀπὸ τότε. Ὁ Κύριος θέλησε νὰ δοξάσῃ περισσότερο τὸν ἐκλεκτὸ δοῦλό Του. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ζοῦσε κοντὰ στὴν μονὴ ἕνας εὐσεβής, ποὺ ἔτρεφε μεγάλη εὐλάβεια στὸν Ὅσιο καὶ συχνὰ ἐρχόταν καὶ προσευχόταν στὸν τάφο του. Κάποια νύκτα, ἔπειτα ἀπὸ θερμὴ προσευχή, τὸν πῆρε ὁ ὕπνος καὶ ξαφνικά, τοῦ ἐμφανίζεται ὁ Ὅσιος καὶ τοῦ λέει:
-Πὲς στὸν ἡγούμενο τῆς μονῆς, γιατί μὲ ἀφήνει τόσο καιρὸ στὸν τάφο καὶ τὰ νερὰ περιβάλλουν τὸ σῶμά μου;
Ὁ ἄνθρωπος ξύπνησε γεμάτος φόβο καὶ χαρά. Χωρὶς καθυστέρηση συνάντησε τὸν ἡγούμενο Νίκωνα καὶ τοῦ διηγήθηκε τὸ ὅραμα. Οἱ μοναχοί, μὲ συγκίνηση πληροφορήθηκαν τὸ γεγονός, καὶ πολὺς κόσμος συγκεντρώθηκε στὴν λαύρα. Ἔφθασε καὶ ὁ πρίγκηπας τοῦ Ζβενιγόρσκυ Γιούρι Δημητρίγιεβιτς, ποὺ τιμοῦσε σὰν πατέρα τὸν Ὅσιο καὶ ἐνδιαφερόταν ἐξαιρετικὰ γιὰ τὴν μονή.



























