Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2021

Περί των αφωρισμένων της Λαύρας ολίγα (Μέρος Α')

 

Το τοπωνύμιο όμως είναι σε πληθυντικό «Αφωρισμένοι». Σήκωσα αυθόρμητα και τούτη τη φορά τα μάτια μου προ τις δύο σπηλιές εκεί, στα ψηλά και καταμεσίς περίπου του κάθετου γκρεμού, και παρατηρούσα τα στόμιά τους. Να ήταν μεγάλο, και πόσο άραγε, το βάθος και το εύρος τους; 
 
Και να πάλι στο νου μου η τοπογραφική θεώρησις και διάστασις των πολλών εκδόσεων και πλειόνων παραποιήσεων της διηγήσεως, πού αναφέρεται στην επέλαση των οργάνων του πάση θυσία την ένωση των Εκκλησιών επιδιώξαντος αυτοκράτορας Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου (1259-82) και των εμπίστων κληρικών τού λατινόφρονος Πατριάρχου Ιωάννου ΙΑ' του Βέκκου (1275-82), πού και στους αγιορείτες θέλησαν να την επιβάλουν έστω και με την βία.
 
Δέχθηκαν, λέει, στην Λαύρα με τιμές τούς έξαρχους τού Βέκκου και την αυτοκρατορική κουστωδία. Μια έκδοσις υποστηρίζει ότι η αποστολή ήταν πολυπληθής και προΐσταντο αυτοπροσώπως ό Αυτοκράτωρ με αξιωματούχους και ό Πατριάρχης πλαισιούμενος από αρχιερείς και από άλλους κληρικούς. Και πώς οι Λαυριώτες διαιρέθηκαν στα δύο, αφού οι μεν υπέκυψαν και δέχθηκαν την ένωση, οι δε εναντιώθηκαν και εγκατέλειψαν το Μοναστήρι. Και ότι έγινε συλλείτουργο στο Καθολικό. 
 
Όταν όμως ήρθε ή ώρα τους και πέθαναν εκείνοι οι προϊστάμενοι ιερομόναχοι, πού συμπροσευχήθηκαν με τούς παπόφρονας και ιερούργησαν μαζί τους, και ακολούθησε, μετά απ' τον καθιερωμένο χρόνο, ή εκταφή τους για την μεταφορά των οστών τους στο κοινό οστεοφυλάκιο, βρέθηκαν άλιωτοι, κατάμαυροι και τυμπανιαίοι. Τούς ξανάθαπταν, τούς ξέθαπταν, τούς ξανάθαπταν, τούς ξέθαπταν, πάντοτε σε διαφορετικά και πάντοτε σε κρύφια μέρη, μη και μαθευτεί ή θεοσημία και γίνη ρεζίλι ή Λαύρα, και πάλι και πάλι, και τα ίδια. Τότε αποφάσισαν την μεταφορά τους έως εδώ, τούς πέταξαν μέσα και έκτισαν τα στόμια των σπηλαίων, για να μη τούς βλέπει κανένας.
 
Ή άφιξις της ορδής εκείνης στο Άγιονόρος είναι αναμφισβητήτως με- μαρτυρημένη και με παλαιά γραπτά. Τα θύματά της στο Πρωτάτο, στην Ιβήρων, στο Βατοπαίδι και στους Ζωγράφου τιμώνται εορταστικώς και πανηγυρικώς ως οσιομάρτυρες στις αντίστοιχες Ιερές Μονές. Ό δε άγιος Νικόδημος ό Αγιορείτης είναι σαφέστατος στην ακολουθία πού συνέταξε προς τιμήν των. [Κυριακή επομένη της των Αγίων Πάντων «επειδή ήλεγξαν κατά πρόσωπον ως αιρετικούς, τόσον τον Λατινόφρονα βασιλέα Μιχαήλ τον Παλαιολόγον, όσον και τον Λατινόφρονα Βέκκον τον Πατριάρχην»].
 
Μώμος προσάπτεται και στους Ξηροποταμινούς, πού δέχθηκαν τούς παπόφρονας και λόγος γίνεται για το θαύμα πού ήκολούθησε την Τεσσαράκοντα αγίων Μαρτύρων, πού μ' εκείνο τον τρόπο φανέρωσαν την απαρέσκειά των.
 
Πουθενά όμως σε παλαιό Κώδικα και σε μεταγενεστέρων χρόνων σοβαρό κείμενο δεν μπόρεσα να βρω επαληθευόμενα τα μεταθανάτια δεινοπαθήματα των σωμάτων των «άφωρισμένων» προϊσταμένων της Λαύρας την παράταξί τους κυρίως επί αιώνες (και μέχρι τα τέλη του 19ου κατά τούς ζηλωτάς !!!) στον νάρθηκα του κοιμητηρίου προς θέα παραδειγματική, και την κατάχωση τους, επί τέλους, στις σπηλαιότρυπες αυτές, πού έβλεπα για πολλοστή φορά και τώρα κατέναντί μου.
 
Πρόσφορο ήταν το υλικό στα στόματα και στην φαντασία των ακραίων ζηλωτών, όταν το παλαιοημερολογίτικο κίνημα ολοένα και περισσότερο φούντωνε από του 1923 και εντεύθεν. Πήραν την ιστορική καταβολή του, την μυθόπλασαν, την εξάμβλωσαν και την προσωποποίησαν σε δύο ή τρεις (άλλοι τούς ανεβάζουν σε επτά και κάποιοι σε ένδεκα) «άφωρισμένους» (από ποιούς αρχιερείς ή σύνοδο άραγε;), τούς οποίους ως μορμολύκεια ή και ως μορμοδαιμόνια έκφοβιστικά επέσειαν προ και εναντίον των αγιορειτών εκείνων πού εξακολουθούσαν να έχουν σχέσι και εκκλησιολογική κοινωνία με εκείνες τις επί μέρους Εκκλησίες πού αποδέχτηκαν το νέο ημερολόγιο.
 
Και τί δεν έχω ακούσει ανά την οσονούπω συμπληρωμένη πεντηκονταετία μου στο Όρος για τούς δυστυχείς, αν όντως είναι υπαρκτά πρόσωπα και επομένως στην κρίσι του Θεού παραδεδομένα. Ότι και στην φωτιά τούς έριχναν αλλά δεν καίγονταν, σε μαρτυρία της βέβηλου πράξεώς των. Ότι τα μάτια τους ορθάνοιχτα και γουρλωμένα παραμένουν ότι τα γένια τους άσχημοφόρμισαν και επέτειναν το θέαμα της φρίκης ότι τα μαλλιά τους ευθυτέντωσαν σαν των σκαντζόχοιρων- ότι τα νύχια τους με το γάμψωμά τους τρύπησαν τις παλάμες τους αρκετές φορές έως τώρα, και ποιός ξέρει πόσες είναι οι συστροφές και πόσο μεγάλες οι νυχοκουλούρες, αφού εξακολουθούν... να μεγαλώνουν ακόμα ότι και χαλκέντεροι κατάντησαν αφού, όταν κάποιος αποφάσισαν το χάσκον στόμα τους πετάξει λιθαράκι, ακούει ύστερα το θόρυβο και τα κουδουνίσματα του, έως ότου κάπου σκαλώσει ή κατακαθίσει. Και σχετικά βιβλιαράκια «εκπόνησαν» και κυκλοφόρησαν οι φανατικότεροι των ζηλωτών με ανάλογο υλικό, και με σκιτσοζωγραφιές μάλιστα των «αφωρισμένων» τέτοιες, πού οι αναγνώστες να τις εκλαμβάνουν ως φωτογραφίες - ντοκουμέντα.
 
(Και δη ό Ρουμανικής καταγωγής μοναχός Αρσένιος Κοτέας. Ό αγιογράφος παπά Διονύσιος (Αλκιβιάδης Αγαθοκλής του Αλκιβιάδου εκταφή Λόφου Λεμεσού Κύπρου, γεν.1886, προσελ. 1951, κουρ. 1953, κοιμ. 1965) Άγιαννανίτης, τής καλύβης του Αγίου Σεραφείμ, καθ` ύπόδειξι και περιγραφές του πρώτου, κατασκεύασε τα φρικιαστικά πορτραίτα. Αλλά ό καημένος, μετά την κυκλοφορία των, έδειχνε πολύ προβληματισμένος, και, περί το τέλος του βίου του, εξομολογείτο τούς λογισμούς τής μεταμελείας του.
 
Φόβος και τρόμος έπιανε και τα δικά μας άγια και ευκολόπιστα γεροντάκια, οσάκις εμείς, καλογέρια ακόμη, από περιέργεια περισσή για το θέμα, προκαλούσαμε και ανοίγαμε συζήτησι. Και να ή ντροπή για τούς προκατόχους τους προϊσταμένους, πού τούς αζυμίτας και αιρετικούς παπικούς έμπασαν στο Καθολικό, και λειτούργησαν και μαγάρισαν τα ιερά μας και να και ή λύπη τους για τον αφορισμό, το τυμπάνισμα και τον κολασμό τους. Το κάναμε ιδίως τότε πού μας ερέθιζε και ή έπικαιρότης. Ήταν τότε πού, εξ αιτίας των προσπαθειών του Πατριάρχου Αθηναγόρου για επαφές και διάλογο με την Δυτική Εκκλησία, και δη των ιστορικών συναντήσεων και συμπροσευχών του και με τον ίδιο τον πάπα, δεν έμεινε ασκανδάλιστος κανένας αγιορείτης.
 
Με πολλή προσοχή και διακριτικότητα με κράτησε ό Γέρο Θεόφιλος στο Καθολικό μετά την απόλυση ενός εσπερινού, του όποιου είχε προηγήθη σχετική συζήτησις μαζί του, και κατέληξε με την απειλητική αναφορά του στους «αφωρισμένους». Και στρέφοντας την σεβάσμια κεφαλή του δεξιά και αριστερά, μη και τον ακούσει άλλος, με δέος άπλωσε το χέρι του και μου έδειχνε προς τούς τοίχους, τις αψίδες και τούς τρούλους, επεξηγώντας κατηχητικά:

(συνεχίζεται)

από το βιβλίο Πόθος και Χάρις στον Άθωνα  (σελ. 161-166)
 
 
 
«Πᾶνος»

2 σχόλια:

  1. Εύγε γιά τήν ΔΥΝΑΤΗ αυτή ανάρτηση!
    Καυτό ζήτημα, που εδώ καί πολλές - πολλές δεκαετίες αποφεύγουν ΟΣΟΙ τό γνωρίζουν νά μιλήσουν.
    Επειδή ΕΝΟΧΛΕΙ βαθιά τίς αντορθόδοξες καί ΑΝΙΕΡΕΣ (καί υπαγορευμένες...) προσεγγίσεις μέ τό Βατικανό.
    Οι φωτογραφίες (αψευδείς μάρτυρες) λοιπόν είναι απειροελάχιστες καί μάλλον κακής ποιότητος, αφού φαίνεται νά έχουν τραβηχθεί προπολεμικώς, αλλά τό "θέαμα" είναι ΤΡΟΜΕΡΟ καί ανείπωτα συγκλονιστικό.
    Σίγουρα απαιτείται μεγάλη προσοχή στό πώς τό παρουσιάζει κανείς πρός τούς πολλούς, που είναι απογοητευτικά άγευστοι καί αδαείς σέ αυτά τά ακανθώδη ζητήματα.
    (Η φυσική πρόσβαση ΕΚΕΙ γράφεται από όσους γνωρίζουν, ότι είναι εξαιρετικά δύσκολη, σχεδόν αδύνατη, ενώ υπάρχει φόβος από παλαιότερα περιστατικά, νά ΜΗΝ αντέξει κάποιος τό θέαμα καί νά συμβεί κάτι μοιραίο).
    Καλή συνέχεια καί καλή δύναμη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σὲ εὐχαριστοῦμε πολὺ ἀγαπητὲ Ἰωάννη γιὰ τὰ καλά σου λόγια καὶ τὴν τιμὴ ποὺ μᾶς κάνεις νὰ μᾶς παρακολουθεῖς καὶ ὅσες φορὲς γράφεις, εἶναι πολὺ εὔστοχα καὶ ἐνημερωτικὰ τὰ σχόλιά σου.

      Αὔριο πρῶτα ὁ Θεὸς θὰ ἀναρτήσουμε καὶ τὸ δεύτερο μέρος «Περί των αφωρισμένων της Λαύρας».

      Καλὴ συνέχεια καὶ καλὴ δύναμη μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ εὐχόμαστε καὶ σὲ ἐσένα.

      Διαγραφή