Σάββατο 4 Μαΐου 2019

ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ - ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΗΣ ΔΙΑΚΑΙΝΗΣΙΜΟΥ 4 ΜΑΪΟΥ 2019

Ἡ Ἁγία Πελαγία ἡ Μάρτυς

 
Βοὸς τὸ χαλκούργημα πῦρ φανὲν φλέγον,
Βληθεῖσαν ἔνδον τὴν Πελαγίαν φλέγει.
Ἀμφὶ τετάρτῃ Πελαγίη καύθη βοῒ χαλκῷ.

Ἡ Ἁγία Πελαγία γεννήθηκε στὴν πόλη Ταρσὸ τῆς Κιλικίας καὶ ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.). Μεγάλωσε σὲ εἰδωλολατρικὸ περιβάλλον.

Ὅμως, σὲ νεαρὴ ἡλικία, εἶδε σέ ὅραμα τὸν Ἐπίσκοπο τῆς πόλεως Λίνο, ὁ ὁποῖος βάπτιζε καὶ ἐπέστρεφε πολλοὺς ἀπὸ τοὺς ἐθνικοὺς στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι ἐπιθύμησε νὰ τὸν δεῖ καὶ ἀφοῦ ζήτησε ἄδεια ἀπὸ τὴν μητέρα της μὲ τὸ πρόσχημα ὅτι θὰ μεταβεῖ στὴν τροφό της, ποὺ ζοῦσε σὲ ἄλλη πόλη, προσῆλθε στὸν Ἐπίσκοπο καὶ βαπτίσθηκε.
Ἀφοῦ παρέδωσε τὰ πολυτελὴ ἐνδύματά της, ντύθηκε μὲ φτωχικὰ ροῦχα καὶ παρουσιάσθηκε στὴν μητέρα της. Ὃταν ἡ μητέρα της ἀντίκρισε τὴν θυγατέρα της μὲ αὐτὴ τὴν ἐνδυμασία καὶ ἄκουσε γιὰ τὴν μεταστροφή της στὸν Χριστό, τὴν κατήγγειλε στὸν υἱὸ τοῦ Διοκλητιανοῦ καὶ στὴν συνέχεια στὸν ἴδιο τὸν Διοκλητιανό. Ὁ αὐτοκράτορας ἔδωσε ἐντολὴ νὰ πυρώσουν ἕνα χάλκινο βόδι μέσα στὸ ὁποῖο ἔριξαν τὴν Ἁγία, ἡ ὁποία βρῆκε ἔτσι μαρτυρικὸ θάνατο.
Ἡ Σύναξη τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Πελαγίας ἐτελεῖτο στὸ Μαρτύριον αὐτῆς κοντὰ στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Κόνωνος.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας πίστεως, τῇ ἐπιγνώσει, ζόφον ἔλιπες, τῆς ἀγνωσίας, Πελαγία Χριστοῦ, καλλιπάρθενε· οὗ τὴν ἀείζωον δρόσον πλουτήσασα, διὰ πυρὸς τὸν ἀγῶνα ἐτέλεσας. Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Καταλιποῦσα μνηστῆρα τὸν πρόσκαιρον, τῷ ἀθανάτῳ ἐμφρόνως νενύμφευσαι, καὶ τούτῳ ὡς προῖκα προσέφερες, ἁγνείαν ἅμα καὶ πόνους ἀθλήσεως· διό σε Πελαγία γεραίρομεν.

Μεγαλυνάριον.
Πλήρης θυμηδίας πνευματικῆς, τῷ πυρακτωθέντι, χαλκουργήματι ἐμμανῶς, εἰσελθοῦσα Μάρτυς, πρὸς ὕδωρ ἀφθαρσίας, θεόφρον Πελαγία, χαίρουσα ἔδραμες.

Ὁ Ὅσιος Ἱλάριος ὁ Θαυματουργός

Ἔγνων τὸν Ἱλάριον ἱλαρὸν φύσει,
Ὃς θαυματουργεῖ ἐν τάφῳ τεθειμένος.

Η θερμότητα της πίστης και η καθαρότητα της ζωής του, τον ανέδειξαν πολύ νωρίς άξιο εργάτη του Ευαγγελίου. Ο Θεός μάλιστα, τον αξίωσε και να θαυματουργεί. Θεράπευσε παραλυτικούς και χωλούς, έλυσε με την προσευχή του την ανομβρία και πολλούς δαιμονισμένους απάλλαξε από τη μάστιγα τους, εν τω ονόματι του Ιησού Χριστού. Για κάποιο χρονικό διάστημα αποσύρθηκε σε ερημικό τόπο, όπου ζούσε μέσα σε μια καλύβη. Εκεί μελετούσε και προσευχόταν, αγωνιζόμενος να καταρτίσει πνευματικότερα τον εαυτό του, μακριά από το θόρυβο του κόσμου. Έπειτα εμφανίστηκε και πάλι μέσα στην κοινωνία, εξακολουθώντας τη διδασκαλία και τις θεραπείες. Μετά από κοινή απαίτηση, δέχτηκε να χειροτονηθεί Ιερέας. 

Στο νέο αυτό Ιερό υπούργημα, εξετέλεσε ευσυνείδητα όλα τα καθήκοντα του κάλου πρεσβυτέρου. Υπήρξε πατέρας και διδάσκαλος, φίλος της αλήθειας, εργάτης του Ευαγγελίου, υπόδειγμα πνευματικής γλώσσας, συναναστροφής, και ζωής αμέμπτου. Αναπαύθηκε εν Κυρίω, καταγινόμενος μέχρι τέλους της ζωής του, με τέτοια θεάρεστα έργα.

Ὁ Ὅσιος Νικηφόρος ἡγούμενος τῆς μονῆς Μηδικίου

Tης αρετής το θείον ήρατο στέφος,
O θείος αρθείς εκ βίου Nικηφόρος.

Ὁ Ὅσιος Νικηφόρος ἔζησε κατὰ τὴν περίοδο τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Ταρασίου (784 – 806 μ.Χ.). Ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία πόθησε τὸν μοναχικὸ βίο καὶ βλέποντας τὴν εἰκονομαχία νὰ αὐξάνει κατέφυγε σὲ κάποια μονή, ὅπου ἐκάρη μοναχὸς καὶ διῆγε τὸν βίο του μὲ προσευχὴ καὶ ἄσκηση. Ὅταν δὲ ἐπῆλθε σχετικὴ γαλήνη στὴν Ἐκκλησία, οἱ μοναχοὶ τῆς μονῆς τοῦ Μηδικίου τῆς Τριγλίας τὸν ζήτησαν ἡγούμενο. Ὁ Ὅσιος Νικηφόρος ἦταν προσκείμενος στὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία περὶ τῶν ἱερῶν εἰκόνων καὶ ἀγωνίσθηκε σθεναρὰ κατὰ τῶν δυσσεβῶν εἰκονομάχων. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ συνελήφθη, κλείσθηκε στὴν φυλακὴ καὶ ἐξορίσθηκε. Κοιμήθηκε στὴν ἐξορία, ἐπὶ αὐτοκράτορα Λέοντος Ε’ (813 – 820 μ.Χ.).
Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ὁσίου Νικηφόρου, ἡγούμενος τῆς μονῆς Μηδικίου ἐξελέγη ὁ Ὅσιος Νικήτας ὁ Ὁμολογητὴς († 3 Ἀπριλίου).

Ὁ Ὅσιος Νικηφόρος ὁ ἐν Ἄθῳ ἀσκήσας


Σοι χάριν ίσμεν ω Πάτερ Nικηφόρε,
Tέχνης προσευχής, ην αφήκας τω βίω.

Ο όσιος αυτός έζησε κατά τον 11ο αιώνα μ.Χ. ως ησυχαστής στα ερημικότερα μέρη του Άθω. Διακρίθηκε μεταξύ των ασκητικότερων ανδρών του Αγίου Όρους και ασχολήθηκε με πολύ ζήλο στα ζητήματα της άκρας εγρήγορσης του νου, της υπερκόσμιας ύψωσης της ψυχής και της μεταρσίου και απερίσπαστου προσευχής. Τις κατάλληλες μεθόδους γι' αυτό το τελευταίο, συμπεριέλαβε στο έργο του περί νοεράς προσευχής (Φιλοκαλία).

Σύναξη των Οσίων Κολλυβάδων Πατέρων, των εκ του Αγιωνύμου Άθωνος ορμωμένων


Γέγηθε ὑμῖν ὁ Ἄθως Κολλυβάδες,
Νύμφη δὲ Χριστοῦ, νῦν Ἐκκλησία χαίρει

Σπείραντες Θεοῦ τήν γνῶσιν Κολλυβάδες,
δράγματα ζωῆς ἐθέρισαν ἀφθόνως

Ἡμέρα Λαμπρᾶς καταπαύσεως δεῦτε
ἐργάτας φωτός στέψωμεν Κολλυβάδας.

Στην ιστορία της Εκκλησίας μας το Πνεύμα το Άγιο αναδεικνύει κάποιες πνευματικές προσωπικότητες, οι οποίες όχι μόνο χαρακτηρίζουν την εποχή τους, αλλά και γίνονται φωτεινοί φάροι για τις επερχόμενες γενεές. Γι’ αυτό ατενίζοντας προς αυτούς μπορούμε και εμείς, οι «εις τους εσχάτους καιρούς καταντήσαντες», να διαπλεύσουμε ακίνδυνα, «αβρόχοις ποσί» την θάλασσα των πειρασμών, των παθών, των πλανών του διαβόλου και να φθάσουμε στο λιμάνι της «όντως ζωής», της απαθείας, του «σαββατισμού»· να επιτύχουμε την σωτηρία μας.

Τέτοιοι ήταν οι Τρεις Ιεράρχες (βλέπε 30 Ιανουαρίου), ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής (βλέπε 21 Ιανουαρίου), ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος (βλέπε 12 Οκτωβρίου), ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (βλέπε 14 Νοεμβρίου), οι Κολλυβάδες Πατέρες.

Η εμφάνιση των Κολλυβάδων κατά τον 18ο μ.Χ. αιώνα στον αγιορειτικό και ευρύτερα τον ελλαδικό χώρο, προκαλεί μία δυναμική επιστροφή στις ρίζες της Ορθοδόξου Πατερικής Παραδόσεως.

Οι φορείς αυτής της Ορθοδόξου Παραδόσεως ονομάσθηκαν ειρωνικά από τους αντιπάλους τους στο Άγιον Όρος Κολλυβάδες, εξαιτίας του ότι αντέδρασαν στην αντιπαραδοσιακή μεταφορά της τελέσεως των μνημοσύνων από το Σάββατο στην Κυριακή, γιατί σωστά εκτίμησαν ότι προσβάλλεται έτσι ο αναστάσιμος και πανηγυρικός χαρακτήρας της ημέρας.

Συγκεκριμένα η αφορμή δόθηκε από τους μοναχούς της αγιορειτικής Σκήτης της Αγίας Αννης. Το 1754 μ.Χ. οι Αγιαναννίτες μοναχοί εργάζονταν για την ανοικοδόμηση του Κυριακού (τού κεντρικού Ναού της Σκήτης). Αλλά επειδή έπρεπε να εργάζονται και το Σάββατο, πήραν την απόφαση να μην τελούν τα μνημόσυνα των κεκοιμημένων το Σάββατο σύμφωνα με την παράδοση που ίσχυε σε όλο το Άγιον Όρος, αλλά την Κυριακή μετά την Θεία Λειτουργία. Η απόφαση αυτή, που ερχόταν σε αντίθεση με την εκκλησιαστική παράδοση, σκανδάλισε τον ιεροδιάκονο Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη, που ήταν τότε καθηγητής στην Αθωνιάδα Σχολή – την οποία προσφάτως, το 1749 μ.Χ., είχε ιδρύσει η Ιερά Μονή Βατοπαιδίου – και άρχισε δογματικό αγώνα εναντίον των Αγιαναννιτών. Ο ιεροδιάκονος Νεόφυτος ήταν ο πρωτουργός του κινήματος των Κολλυβάδων.

Βέβαια η τέλεση των μνημοσύνων ήταν μία μικρή λεπτομέρεια μέσα στο όλο ανακαινιστικό και παραδοσιακό έργο των Κολλυβάδων. Απλώς τονίσθηκε και διογκώθηκε εσκεμμένα από τους αντιπάλους τους, τους λεγομένους Αντικολλυβάδες ή Φιλελευθέρους, ώστε όχι μόνο να αποκρυβεί η όλη τους προσφορά, αλλά και να συκοφαντηθούν οι ίδιοι, γιατί ασχολούνταν με μικρά και ασήμαντα πράγματα, όπως είναι δήθεν τα μνημόσυνα και τα κόλλυβα. Αλλά και οι Μακκαβαίοι (βλέπε 1 Αυγούστου) για μία μικρή λεπτομέρεια, για το ότι δεν υπήκουσαν στον βασιλιά Ναβουχοδονόσορα και δεν έφαγαν χοιρινό κρέας που το απαγόρευε η παράδοση των Πατέρων τους, υποβλήθηκαν σε φρικτά μαρτύρια και έγιναν Μάρτυρες και γνήσιοι ομοληγητές της πίστεως των Πατέρων· τους οποίους τιμούμε ως Αγίους της Εκκλησίας μας. Ο ομολογιακός χαρακτήρας της ορθοδόξου πίστεώς μας εκφράζεται όχι μόνο στο δογματικό επίπεδο, αλλά και στο ηθικό και γενικότερα το παραδοσιακό.

Αλλη αφορμή για την εμφάνιση των Κολλυβάδων δόθηκε με την έκδοση δύο βιβλίων, του πρώτου το 1777 μ.Χ. και του δευτέρου το 1783 μ.Χ., τα οποία αναφέρονταν στην ανάγκη της συχνής θείας Μεταλήψεως και προερχόταν από τον κύκλο των Κολλυβάδων. Το δεύτερο βιβλίο, του οποίου συγγραφείς είναι ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης (βλέπε 14 Ιουλίου) και ο άγιος Μακάριος ο Νοταράς επίσκοπος Κορίνθου (βλέπε 17 Απριλίου), καταδικάσθηκε από το Πατριαρχείο το 1785 μ.Χ., γιατί δήθεν δημιουργούσε σκάνδαλα και διχόνοιες. Αργότερα όμως το ίδιο το Οικουμενικό Πατριαρχείο πρόβαλε το βιβλίο αυτό ως ψυχωφελές και σωτήριο και με Πατριαρχικό και Συνοδικό γράμμα αθώωσε τους συγγραφείς του.

Μαζί με τον ιεροδιάκονο Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη συντάχθηκαν αρχικά οι διδάσκαλοι της Αθωνιάδος Σχολής, άγιος Αθανάσιος ο Πάριος (βλέπε 24 Ιουνίου), Χριστόφορος ο Προδρομίτης ο εξ Αρτης και οι ιερομόναχοι Αγάπιος ο Κύπριος, Ιάκωβος ο Πελοποννήσιος, Παρθένιος ο αγιογράφος και Παΐσιος ο καλλιγράφος. Αργότερα προστέθηκαν και ο Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο μεγάλος άγιος και σοφός διδάσκαλος του Γένους· ο άγιος Μακάριος επίσκοπος Κορίνθου, που καταγόταν από την επιφανή οικογένεια των Νοταράδων· ο ιερομόναχος Διονύσιος ο Σιατιστέας, πνευματικός της Βατοπαιδινής Σκήτης του Αγίου Δημητρίου, και ο υποτακτικός του ιερομόναχος Ιερόθεος, ο πνευματικός του Αγίου Όρους στο Πρωτάτο.

Οι κύριοι εκφραστές του κινήματος των Κολλυβάδων, οι οποίοι δημιούργησαν μία φιλοκαλική αναγέννηση τον 18ο μ.Χ. αιώνα στην Ορθόδοξο Εκκλησία, ήταν ο Αθανάσιος ο Πάριος, ο Νικόδημος ο Αγιορείτης και ο Μακάριος Κορίνθου, ο Νοταράς. Αυτοί λόγω της προσφοράς και δραστηριότητός τους, αλλά περισσότερο λόγω της οσίας και υποδειγματικής Πατερικής βιοτής τους, δικαίως συγκαταριθμήθηκαν στην χορεία των Αγίων της Εκκλησίας μας.

Περί της τελέσεως των μνημοσύνων συνήλθαν δύο Σύνοδοι. Η πρώτη με εντολή του Πατριαρχείου έγινε στην Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου του Αγίου Όρους το 1774 μ.Χ. και συμμετείχαν δύο πρώην πατριάρχες, οκτώ άλλοι αρχιερείς και 200 περίπου μοναχοί. Η Σύνοδος αναθεμάτισε τους Κολλυβάδες. Η δεύτερη Σύνοδος έγινε στην Κωνσταντινούπολη το 1776 μ.Χ. επί οικουμενικού πατριάρχου Σωφρονίου Β΄ και συμμετείχαν ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Αβραάμιος και άλλοι 16 αρχιερείς. Η Σύνοδος αφόρισε τους αρχηγούς των Κολλυβάδων – μεταξύ των οποίων συγκαταλεγόταν και ο ιερομόναχος Αγάπιος ο Κύπριος – ενώ εδίωξε και εξόρισε τον άγιο Αθανάσιο τον Πάριο. Το 1785 μ.Χ. ο πατριάρχης Γαβριήλ ο Δ΄ αθώωσε τον άγιο Αθανάσιο. Η τελική δικαίωση όμως των Κολλυβάδων και για το θέμα των μνημοσύνων και την συχνή θεία Μετάληψη έγινε αρκετά αργότερα, τον Αύγουστο του 1819 μ.Χ., από τον πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄ (βλέπε 10 Απριλίου).

Οι Αντικολλυβάδες–Φιλελεύθεροι χρησιμοποίησαν όλα τα αθέμιτα μέσα κατά των Κολλυβάδων· τις διαβολές, τις κατηγορίες, τις συκοφαντίες· έφθασαν ως και στην διάπραξη φόνων. Οι Αγιαναννίτες κάλεσαν κάποιον αρχιληστή της εποχής, τον καπετάν Μάρκο, για να φονεύσει τέσσερις Κολλυβάδες: Τον καλλιγράφο ιερομόναχο Παΐσιο και τον Γέροντά του Θεοφάνη, τον ιερομόναχο Αγάπιο τον Κύπριο και τον ιερομόναχο Γαβριήλ. Και ο ληστής κατάφερε και έπνιξε τους δύο από αυτούς, τον ιερομόναχο Παΐσιο και τον Γέροντα Θεοφάνη.

Η διδασκαλία των Κολλυβάδων ήταν ακραιφνώς Πατερική. Κύριο μέλημά τους ήταν να πείσουν με τον λόγο και με όλο το βίωμά τους τους πιστούς, ώστε να ζήσουν την εσωτερική εν Χριστώ ζωή. Τα θέματα στα οποία εντόπιζαν τον αγώνα τους αφορούσαν την θεία Λατρεία. Ήταν φιλακόλουθοι και συνιστούσαν την τακτική θεία Εξομολόγηση, την συχνή συμμετοχή των πιστών μετά από συνεχή πνευματικό αγώνα και προετοιμασία στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Προέτρεπαν στην αυστηρή τήρηση του εκκλησιαστικού τυπικού, που εξασφαλίζει την πνευματική ισορροπία στην ζωή της Εκκλησίας. Επίσης συνιστούσαν την μελέτη Πατερικών κειμένων, η οποία βοηθά τον πιστό στην διαμόρφωση γνησίου Πατερικού φρονήματος.

Ιδιαίτερα οι τρεις άγιοι Κολλυβάδες, Νικόδημος ο Αγιορείτης, Αθανάσιος ο Πάριος, Μακάριος ο Νοταράς, ερμήνευσαν κείμενα της Αγίας Γραφής και των Πατέρων της Εκκλησίας μας, έγραψαν βίους και συνέταξαν Ακολουθίες Αγίων, ακόμη και σχολικά εγχειρίδια Γραμματικής, Ρητορικής, Φιλοσοφίας. Πολλοί Κολλυβάδες αντέγραψαν μάλιστα έργα θύραθεν συγγραφέων, μετέφρασαν σύγχρονους Δυτικούς φιλοσόφους, δεν φοβήθηκαν την επαφή με την νεωτερικότητα είτε προσλαβάνοντας στοιχεία και μεθόδους που εναρμονίζονταν με την Πατερική διδασκαλία είτε επικρίνοντας αυτήν έντονα. Ο σοφός Ευγένιος Βούλγαρης – που κάλλιστα μπορεί να συνταχθεί μαζί με τους Κολλυβάδες Πατέρες, αν και δεν συμμετείχε ενεργά στο κίνημα, αφού μετά το 1762 μ.Χ. βρίσκεται εκτός του ελλαδικού χώρου (Λειψία και κατόπιν Ρωσία)– ήταν βαθύς γνώστης και κριτικός αποτιμητής των πνευματικών ρευμάτων της εποχής του μέσα στο φως της Πατερικής παραδόσεως.

Αυτό που προείχε για τους Κολλυβάδες ήταν να φωτισθεί το υπόδουλο Γένος και να σταθεί στην πίστη και στις παραδόσεις των Πατέρων, να διασωθεί ο ελληνορθόδοξος πολιτισμός και ο κατά Χριστόν τρόπος ζωής. Ο άγιος Νικόδημος έγραψε 25 ογκώδη συγγράμματα. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζει το Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον, που το έγραψε όταν ήταν εξόριστος στο νησί Σκυροπούλα, και ενώ η εκεί διαβίωσή του ήταν πλήρης δυσκολιών και ταλαιπωριών, με στέρηση και των απαραιτήτων για τις βιοτικές του ανάγκες – και φυσικά βιβλίων.

Χρησιμοποιεί από μνήμης πλήθος Πατερικών χωρίων για την συγγραφή του βιβλίου του· κάτι το οποίο αποδεικνύει την Χάρη και την απέραντη μνήμη του μεγάλου αυτού Πατρός. Το σύγγραμμα αυτό αποτελεί ένα εγκόλπιο για τον πιστό που θέλει να βιώσει την εν Χριστώ πνευματική ζωή, πραγματεύεται για την φυλακή των αισθήσεων, την νοερά προσευχή και για όλα όσα συντελούν στην τελειοποίηση του έσω ανθρώπου. Ο άγιος Αθανάσιος ο Πάριος, που χαρακτηρίστηκε ως ο μαχητικότερος των Κολλυβάδων, έγραψε 53 συγγράμματα. Πολέμησε ιδιαίτερα τον αθεϊστικό Βολταιρισμό· την πλάνη που προσπαθούσε να εισέλθει και στον ελλαδικό ορθόδοξο χώρο με το πρόσχημα του Διαφωτισμού, της φυσικής θρησκείας, του ορθολογισμού, και που ενέκρυβε την αθεΐα.

Επίσης οι Κολλυβάδες ήταν οι πνευματικοί καθοδηγητές των Νεομαρτύρων. Αυτοί προετοίμαζαν και τόνωναν ψυχολογικά στον δρόμο του μαρτυρίου, ιδιαίτερα αυτούς που είχαν πρωτύτερα αρνηθεί την πίστη τους, αλλά μετανοημένοι και έμπλεοι θείου έρωτος ζητούσαν διακαώς και επέμεναν να προχωρήσουν στο μαρτύριο. Ο άγιος Μακάριος ο Νοταράς «γύμνασε πνευματικά» και συντέλεσε ώστε να ανάψει το «θείον πύρ» της προς τον Χριστόν αγάπης στις καρδιές τριών μεγάλων Νεομαρτύρων· του Πολυδώρου (βλέπε 3 Σεπτεμβρίου), ο οποίος καταγόταν από την Λευκωσία, του Θεοδώρου του Βυζαντίου (βλέπε 17 Φεβρουαρίου) και του Δημητρίου του Πελοποννησίου (βλέπε 14 Απριλίου). Το αίμα των Νεομαρτύρων αποτέλεσε το ευώδες θυμίαμα ενώπιον του Θεού και επέφερε την λύτρωση για το υπόδουλο Γένος. Ο άγιος Νικόδημος συγκέντρωσε πολλά από τα μαρτύρια αυτά στο βιβλίο του, «Νέον Μαρτυρολόγιον».

Το αναγεννητικό κίνημα των Κολλυβάδων είχε αποφασιστικές επιδράσεις στην τόνωση και ενίσχυση της παιδείας του υποδούλου Γένους και στην διατήρηση της αυτοσυνειδησίας του, όχι μόνον απέναντι των Οθωμανών κατακτητών, αλλά και απέναντι των δυτικών ιεραποστόλων (μισσιονάρων) που όργωναν τις ορθόδοξες χώρες, ασκώντας προσηλυτισμό με αθέμιτα μέσα, προπάντος όμως εκμεταλλευόμενοι την αμάθεια, την δουλεία και την φτώχεια των Ορθοδόξων πιστών. Ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός (βλέπε 24 Αυγούστου) έλεγε ότι ο Θεός για το δικό μας καλό επέτρεψε να σκλαβωθούμε στους Τούρκους και όχι στους Φράγκους, γιατί αυτοί θα μας έβλαπταν την πίστη. «Ο δε Τούρκος», τόνιζε ο πατρο–Κοσμάς, «άσπρα άμα του δώσης, κάμνεις ό,τι θέλεις».

Οι Κολλυβάδες προκάλεσαν την ησυχαστική αναγέννηση του Αγίου Όρους, ήταν φορείς της Πατερικής παραδόσεως. Αυτοί εξέφραζαν την υπερχιλιετή ζωή και πορεία του Αγίου Όρους, σε αντίθεση με τους Αντικολλυβάδες οι οποίοι ήταν επηρεασμένοι από τον ευρωπαϊκό θεϊστικό Διαφωτισμό, που ήθελε την εκκοσμίκευση της Εκκλησίας και την αλλοίωση του ορθοδόξου μοναχισμού. Οι Αντικολλυβάδες είχαν ελλιπή πνευματική ζωή, έμεναν απλά σε έναν τύπο της μοναχικής ζωής, την λεγομένη «χονδροκαλογερική», και δεν βίωναν την θεία Χάρη μέσα από την Ορθόδοξη παράδοση. 

Γι’ αυτό εξάλλου ήταν αντίθετοι στις μακρές Ακολουθίες, στην συχνή θεία Μετάληψη και Εξομολόγηση, στην προγραμματισμένη πνευματική μελέτη, στην νοερά εργασία, στην αδολεσχία με την ευχή του Ιησού. Δεν είχαν εσωτερική πνευματική ζωή. Οι Κολλυβάδες Πατέρες δικαίωναν την ύπαρξη του Αγίου Όρους, ως φορέα της ακραιφνούς Πατερικής παραδόσεως. Στάθηκαν στην γραμμή των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας μας – ιδιαίτερα των ησυχαστών και νηπτικών Πατέρων του 14ου μ.Χ. αιώνα – και δεν άφησαν να αλλοιωθεί ο ορθόδοξος μοναχισμός, όπως είχε ήδη αρχίσει να γίνεται στην Ρωσία επί τσάρου Πέτρου του Μεγάλου, του μεγάλου εραστού της Δύσεως που προώθησε τον εξευρωπαϊσμό της ορθοδόξου πίστεως και συμπληρώθηκε με την αντιμοναστική πολιτική της αυτοκράτειρας Αικατερίνης της Β΄.

Μολονότι οι Αντικολλυβάδες ήταν περισσότεροι σε αριθμό, χρησιμοποιούσαν, όπως είπαμε βίαια μέσα, είχαν δε πολλές φορές και την υποστήριξη ορισμένων πατριαρχών, εντούτοις δε κατάφεραν να καταπνίξουν αυτό το κίνημα. Οι θέσεις των Κολλυβάδων υπέρ της Ορθοδόξου παραδόσεως και η νέα γενική αφυπνιστική κίνηση, που είχε ως βάση την αναβίωση του ησυχασμού, σύντομα διαδόθηκαν στην Θεσσαλονίκη, την Θεσσαλία, την Ήπειρο, την Πελοπόννησο και στα νησιά του Αιγαίου. Οι περισσότεροι Αγιορείτες Πατέρες που εξορίσθηκαν ή αυτοεξορίσθηκαν από το Άγιον Όρος μετέβησαν σε νησιά πλησίον του Αγίου Όρους, στο Αιγαίο Πέλαγος.

Ένας από τους εξορισθέντες Κολλυβάδες, ο ιερομόναχος Νήφων ο Χίος (βλέπε 28 Δεκεμβρίου) μαζί με άλλους τέσσερις μοναχούς, τους Γρηγόριο, Αγαθάγγελο, Ανανία, Ιωσήφ αφού πέρασαν για αρκετά χρόνια στην Σάμο, Πάτμο και Ικαρία πήγαν τελικά στην Σκιάθο, όπου ο Νήφων ίδρυσε την περίφημη Κοινοβιακή Μονή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου το 1794 μ.Χ., που αποτέλεσε το βασικότερο κέντρο των Κολλυβάδων εκτός του Αγίου Όρους. Σε αυτήν την Μονή γαλουχήθηκαν οι δύο Σκιαθίτες λογοτέχνες και πνευματικά αναστήματα των Κολλυβάδων, ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης (μετέπειτα μοναχός Ανδρόνικος) και ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Ο άγιος Μακάριος ο Νοταράς περιφερόταν συνεχώς στα νησιά του Αιγαίου προς στηριγμό και μετάδωση του Πατερικού πνεύματος στον λαό του Θεού, και ιδίως στην νήσο Χίο μαζί με τον άγιο Αθανάσιο τον Πάριο.

Ο μακάριος Γέροντας Ιερόθεος άρχισε τον μοναχικό του βίο από την Βατοπαιδινή Σκήτη του Αγίου Δημητρίου, όπου είχε ως Γέροντα τον πνευματικό της Σκήτης, Διονύσιο τον Σιατιστέα.

Μετά τον θάνατο όμως του Γέροντός του και κατά την δεύτερη φάση διώξεως των Κολλυβάδων από τον Άγιον Όρος αναγκάζεται να φύγει από τον Αθωνα. Πηγαίνει στον Πόρο και στην Ύδρα, όπου ιδρύει την Ιερά Μονή του Προφήτου Ηλία. Ο αδελφός του Φιλόθεος γίνεται ο νέος κτίτορας της εγκαταλελειμμένης τότε Μονής της Ζωοδόχου Πηγής της Λογγοβάρδας στην Πάρο. Από αυτήν την Μονή προήλθε και ο άγιος ηγούμενός της, ο γνωστός μας Φιλόθεος Ζερβάκος.

Ο άγιος Αρσένιος ο Νέος μαζί με τον πνευματικό του πατέρα Δανιήλ έφυγαν από το Άγιον Όρος και πήγαν στα νησιά Πάρο, Σίκινο, Φολέγανδρο. Στην Πάρο ο άγιος Αρσένιος παρέμεινε στην Μονή του Αγίου Γεωργίου, όπου έγινε ηγούμενός της. Εκεί έζησε με πολύ χαρισματικό τρόπο, προσείλκυσε και ανέπαυσε πολλές ψυχές από την δυστυχία και την άγνοια που κυριαρχούσε τότε στο νησί.

Αλλες μορφές του 19ου μ.Χ. αιώνα, που ζυμώθηκαν με το πνεύμα των Κολλυβάδων και είχαν την δραστηριότητά τους στην Πελοπόννησο και στην Αθήνα, ήταν οι Κωνσταντίνος Οικονόμος, Κοσμάς Φλαμιάτος, Χριστόφορος Παναγιωτόπουλος (ο λεγόμενος Παπουλάκος), Ιγνάτιος Λαμπρόπουλος, άγιος Νικόλαος ο Πλανάς (βλέπε 2 Μαρτίου).

Επίσης και οι άλλες ορθόδοξες χώρες (Ρουμανία, Ρωσία) δέχτηκαν άμεσα ή έμμεσα, την ευεργετική επίδραση των Κολλυβάδων, όπως φαίνεται από την αναγέννηση του ησυχασμού στις χώρες αυτές. Κύριος μύστης, κατά τον 18ο μ.Χ. αιώνα, για τους συγχρόνους του Ρουμάνους και Ρώσους στην λησμονημένη Πατερική πνευματικότητα ήταν ο όσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκυ (βλέπε 15 Νοεμβρίου) που έζησε για 18 χρόνια στο Άγιον Όρος, στην Καψάλα και στην ιδρυθείσα υπό αυτού Σκήτη του Προφήτου Ηλία. Κατόπιν μετέβη στην Μολδαβία, την σημερινή Ρουμανία και έγινε ο γενάρχης των ασκητικών «Στάρετς», των οσίων εκείνων Ρώσων Γερόντων, οι οποίοι διά της αγίας τους ζωής και των κεχαριτωμένων λόγων τους στήριζαν όχι μόνο τους αγραμμάτους χωρικούς, αλλά και τους μεγαλύτερους διανοούμενους στις χώρες τους.

Το πνεύμα των Κολλυβάδων λειτούργησε κατά τον 19ο μ.Χ. αιώνα ως αντίσωμα, κατά του πνεύματος αλλοιώσεως του ορθοδόξου μοναχισμού που είχαν υιοθετήσει οι Δυτικίζοντες φορείς, πολιτικοί και θεολόγοι, όπως ο Αδαμάντιος Κοραής και ο αρχιμανδρίτης Θεόκλητος Φαρμακίδης.

Αλλά και στην σύγχρονη εποχή μας υποβόσκει ένα αντικολλυβαδικό, αντιπατερικό πνεύμα. Η απειλή εκκοσμικεύσεως της Εκκλησίας μας είναι ένα απτό γεγονός. Πολλοί εισηγούνται να συντομευθούν οι Ακολουθίες, να τελείται στην απλή δημοτική γλώσσα η Θεία Λειτουργία, να περιορισθούν οι νηστείες και οι εορτές, να καταργηθεί το τέμπλο στους ναούς. Πολλοί θεωρούν πλάνη να ασκείται κανείς στην νοερά προσευχή, ή να κάνει κομποσχοίνι, να κοινωνεί συχνά....

Παράλληλα όλο και νέα θεολογικά ρεύματα δημιουργούνται, ενώ κάποια υφίστανται διαρκώς στην ζωή της Εκκλησίας, αλλά στην ουσία παρά την Εκκλησία. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι υπάρχουν κάποιες τάσεις στην θεολογία των ημερών μας, που αντικατοπτρίζουν και έναν αντίστοιχο τρόπο ζωής.

Πρώτη, αυτή των ευσεβιστών, ηθικιστών. Οι άνθρωποι αυτοί που υπήρχαν πάντοτε σε όλες τις εποχές δίνουν βαρύτητα στον τύπο, έχουν μία εξωτερικά ηθική ζωή, αλλά δεν γνωρίζουν ουσιαστικά τί σημαίνει καθαρότητα της καρδίας. Μένουν στον τύπο και δεν εισχωρούν στην ουσία. Νομίζουν ότι η θέωση του ανθρώπου είναι ένα ηθικό γεγονός και όχι μία οντολογική κατάσταση, πραγματική μετοχή του ανθρώπου στις άκτιστες ενέργειες του Θεού.

Στην δεύτερη τάση κατατάσσονται αυτοί που εκφράζουν την λεγόμενη αισθητική θεολογία. Είναι άνθρωποι με υψηλή διανόηση και κουλτούρα· άνθρωποι της τέχνης, της ποίησης, της μουσικής. Θέλουν να συνδέσουν την θεολογία με την τέχνη, ώστε η θεολογία να γίνει η θεραπαινίδα της τέχνης. Δηλαδή η θεολογία της Εκκλησίας μας να γίνει ποιητική, συγγραφική και μουσική. Ας τονίσουμε όμως ότι η Ορθοδοξία και συνεπώς η θεολογία δεν είναι τέχνη και πολιτισμός, αλλά παράγει τέχνη και πολιτισμό. Η οποιαδήποτε τέχνη και η ίδια η ζωή μας πρέπει να συνδέεται με την Εκκλησία και από εκεί να παίρνει «τό ύδωρ το ζών».

Τρίτη τάση είναι αυτή των παραδοσιαρχικών. Αυτοί επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους στον τύπο της Πατερικής παραδόσεως, αλλοιώνουν όμως την ίδια παράδοση στην πράξη. Δεν καταλαβαίνουν την Παράδοση ως οργανική και δυναμική συνέχεια της Εκκλησίας. Ταυτίζουν τον εαυτό τους με το ένδοξο παρελθόν της Παραδόσεως, δεν ζούν όμως αυτήν την Παράδοση. Είναι αυτοί που είναι γνώστες της ορθοδόξου θεολογίας, δεν την εφαρμόζουν όμως στην ζωή τους. Ομιλούν μέν συνέχεια για επιστροφή στις παραδόσεις και τους Πατέρες, δεν έχουν όμως βιώσει την θεία Χάρη, που είχε σκηνώσει στους Πατέρες και τους ενέπνεε σε κάθε λόγο και δραστηριότητά τους. Έτσι αποδεικνύονται κίβδηλοι, ή όπως θα έλεγε ο απόστολος Παύλος «κύμβαλα αλλαλάζοντα».

Στην τέταρτη τάση κατατάσσονται αυτοί που ομιλούν για παροντική θεολογία. Μετατοπίζουν το κέντρο βάρους από την θεολογία στην ανθρωπολογία και την κοινωνιολογία. Αυτοί πρεσβεύουν το τέλος της Πατερικής θεολογίας, και προσπαθούν να ομιλήσουν με νέα θεολογία για τα σύγχρονα προβλήματα της κοινωνίας, τα οποία νομίζουν ότι δεν μπορεί να τα επιλύσει η Πατερική θεολογία. Θεωρούν ότι ο λόγος της Εκκλησίας είναι κλειστός, στατικός και δεν πιστεύουν ότι αυτό που τροφοδοτεί την Εκκλησία είναι τα έσχατα· ότι μόνο με το πρίσμα της εσχατολογίας έχει νόημα και η ιστορία του κόσμου.

Παράλληλα όμως παρατηρείται σε πολλούς τα τελευταία χρόνια μία βαθύτερη γνώση της Πατερικής παραδόσεως, και προπάντων του ησυχασμού ως αυθεντικού, πρακτικού βιώματος. Το βίωμα αυτό, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η εφαρμογή του Ευαγγελίου στην εποχή μας, η βίωση της θείας Χάριτος, που εξασφαλίζει στον άνθρωπο την καρποφόρα ένταξή του στο Σώμα της Εκκλησίας με πληρότητα αληθινής ζωής και αναφαίρετης χαράς κατά την κοινωνία του με τα άλλα πρόσωπα. Τότε ο άνθρωπος γίνεται εκκλησιολογική και ευχαριστιακή υπόσταση, αληθινό πρόσωπο κατ’ εικόνα του απολύτου και αιωνίου προσώπου του Χριστού.

Μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι όσοι ανήκουν στις τέσσερις κατηγορίες που αναφέραμε έχουν μία διανοητική σχέση με τον Θεό, επαναπαύονται σε αυτήν και νομίζουν ότι γνωρίζουν τον Θεό. Δεν έχουν όμως επιτύχει την κοινωνία με τον Θεό, που σχετίζεται με την όλη τους ύπαρξη και κυρίως με την νοερά ενέργεια στην καρδιά τους, αλλά ούτε την ουσιαστική κοινωνία με τον συνάνθρωπο. Οι άγιοι Κολλυβάδες Πατέρες μας τόνιζαν ότι το πνευματικό κέντρο του ανθρωπίνου προσώπου είναι η καρδία και όχι ο εγκέφαλος. 

Εκεί διαδραματίζονται όλα τα μυστήρια του αοράτου πολέμου, της αναγεννήσεώς μας, της ενοικήσεως της θείας Χάριτος. Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αναφέρει ότι η καρδία του ανθρώπου είναι κέντρο φυσικό, παραφυσικό και υπερφυσικό. Ο ίδιος ο Χριστός μας αποκαλύπτει ότι η βασιλεία του Θεού «εντός ημών εστιν». Οι Κολλυβάδες επέμεναν στην συχνή θεία Κοινωνία, γιατί γνώριζαν ότι στο ευχαριστιακό Σώμα του Χριστού ενώνεται αρρήτως και αδιαιρέτως η θεία με την ανθρώπινη φύση, βιώνεται το ομοούσιο της ανθρωπότητος, τελεσιουργείται το μυστήριο της θεώσεως.

Οι άνθρωποι που ζούν και προσφέρουν μία φαλκιδευμένη, νοθευμένη Ορθοδοξία, πρέπει να εναρμονισθούν με την ζωογόνο Πατερική παράδοση, που είναι αυτή των Κολλυβάδων του 18ου μ.Χ. αιώνα, των Ησυχαστών του 14ου αιώνα, των Πατέρων της Εκκλησίας μας. Οι Κολλυβάδες γίνονται έτσι και σήμερα πνευματικοί οδηγοί μας για την σωστή συνέχιση της πορείας μας μέσα στην αυθεντική Πατερική παράδοση.

Το πνεύμα των Πατέρων παραμένει πάντοτε το ίδιο. Ανάλογα όμως τις κοινωνικές, πολιτικές, πολιτισμικές συνθήκες κάθε εποχής οι Πατέρες βιώνοντας την θεία Χάρη, την κοινωνία με τον προσωπικό Θεό διατυπώνουν και τις θέσεις τους κατά τον διάλογο με τα φιλοσοφικά, θρησκευτικά και κοινωνικά ρεύματα της εποχής τους. Η διατύπωση των δογμάτων και η ερμηνεία της οδού της μετανοίας διαμορφώνεται κάθε φορά με σύγχρονη και δυναμική ορολογία δίχως να αλλοιώνεται η ουσία του Ευαγγελικού κηρύγματος, που πάντοτε ήταν, «μετανοείτε, ήγγικε η βασιλεία των ουρανών».

Γέροντος Εφραίμ Βατοπαιδινού.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Κολλυβάδων Πατέρων τὴν χορείαν τιμήσωμεν, Πνεύματος Ἁγίου τοὺς μύστας, οἰκονόμους τῆς χάριτος, Χριστοῦ τὸ Εὐαγγέλιον ἡμῖν, ἐδίδαξαν ἐν χρόνοις χαλεποῖς· καὶ ἀστέρες ὡς ὑπέρφωτοι τῶν ψυχῶν, τῆς πλάνης σκότος λύουσιν· χαίροις, τῶν θεοφόρων ἡ πλειάς, χαίρετε γένους στήριγμα, χαίρετε ἀληθείας οἱ πυρσοί, καὶ πίστεως ἐκφάντορες.

Κοντάκιον
Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον.
Κατὰ χρέος ἅπαντες, τῶν Κολλυβάδων, τὴν χορείαν μέλψωμεν, τοὺς ἐν ὑστέροις τοῖς καιροῖς, τρανῶς ἡμῖν ἐκδιδάξαντας· τῆς ἀληθείας, τὸ μέγα μυστήριον.

Ἕτερον Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Τῶν Κολλυβάδων τόν χορόν ἐγκωμιάσωμεν, τόν ἐν ὑστέροις τοῖς καιροῖς μεγαλουργήσαντα, ἐν σοφίᾳ καί συνέσει θεοκινήτῳ. Ἐκ τοῦ Ἀθωνος αἰθρίως ἁνατείλαντα, καί τήν κτίσιν ὑπερκάλως ὡραΐσαντα· πόθῳ μέλποντες· Λόγου χαίρετε σάλπιγγες.

Κάθισμα
Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτὴρ.
(Μετά τήν α' στιχολογιάν)
Τἁς σάλπιγγας Χριστοῦ, τάς ἠχούσας τῷ κόσμῳ, ζωῆς ἀληθινῆς, τόν θεόσδοτον νόμον, Πατέρας οὐρανόφρονας, Κολλυβάδας θαυμάσωμεν τούτοις χαίρετε, ἀπό καρδίας βοῶντες· τῆς ἀμείνονος, χαρᾶς ἡμᾶς κοινωνῆσαι, ἀξίους ποιήσατε.

Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ΄. Τὸ προσταχθέν.
(Μετά τήν β' στιχολογιάν)
Τούς θεωρούς τῆς λαμπρᾶς φωτοχυσίας, καί κοινωνοῦντας τῆς ὑψίστης κληρουχίας, τούς ὡς Παῦλος τά κάλλη, οὐρανοῦ ὁρῶντας, Πατέρας τούς Κολλυβάδας οἱ γηγενεῖς, τιμῶντες ἐν ἐτησίοις ἑορτασμοῖς· πόθῳ κρείττονι εἴπωμεν, τῆς Ἀναστάσεως ἰδεῖν, ἡμᾶς καταξιώσατε· τήν ἀγήρω τερπνότητα.

Ἕτερον Κάθισμα
Ἠχος δ' Κατεπλάγη Ἰωσήφ.
(Μετά τόν Πολυέλεον)
Τά κειμήλια πιστοί, τῶν θεοσδότων δωρεῶν, καί χαρίτων δαψιλῶν, τοὺς πληρεστάτους ποταμούς, τούς Κολλυβάδας Πατέρες μεγαλυνοῦμεν. Τούτων τήν πολλήν ἐκθειάζοντες, δόξαν ἐκ Θεοῦ, ἥν ἐκτήσαντο· ὅτι φθαρτῶν ἠλὸγησαν ἐμφρόνως, ἵνα Κυρίῳ ἀρέσωσιν· Αὐτῶν ζηλοῦντες τήν πολιτείαν, τῶν κακῶν ἀποστῶμεν.

Ἕτερον Κάθισμα
Ὴχος πλ. δ'. Ἀνέστης ἐκ νεκρῶν.
Πατὲρων Ἱερῶν, Κολλυβάδων τήν μνήμην, αἰνέσωμεν πιστοί, χαρμονικῶς βοῶντες· χαίρετε μαργαρίτες, τῆς Ἐκκλησίας οἱ πολυτίμητον χαίρετε, εὐλογίας· τῆς οὐρανίου πηγαί ἀθόλωτοι, Θεοφανείας ἔσοπτρα λαμπρά, καί φίλοι τῆς σοφίας.

Ὁ Οἶκος
Ἄπρατον τοῦ Κυρίου καί ἀνώνητον χάριν ἐκτήσασθε σοφοί Κολλυβάδες· ἐν ὁσίοις τρόποις ἐπί γῆς καλῶς αὐτήν ἐμπορευσάμενοι, καί ἄχρι βίου τελευτῆς ὑμῶν, ἐν ἀκριβεῖ συνέσει καί καρδίας καθαρότητι, φυλάξαντες ταύτην ἀμέμπτως. Διό καί χορηγεῑτε δαψιλεῖ χρηστότητι τὰς δωρεάς, τοῖς ἐπαινοῦσι τά ἐξαίρετα τῆς πολιτείας ὑμῶν ἔπαθλα, καί ψάλλουσιν ἀνεμποδίστως ταῦτα·

Χαίρετε ἔσοπτρα τῆς σοφίας·
χαίρετε ἄροτρα ἀληθείας.

Χαίρετε τοῦ θείου λόγου οἱ ἀκάματοι σπορεῖς·
χαίρετε θεολογίας οὐρανίου σκαπανεῖς.

Χαίρετε τούς ἐν τῇ πλάνῃ σώσαντες Χριστοῦ σαγήνη
χαίρετε ψυχάς πεινώντων θρέψαντες δικαιοσύνῃ.

Χαίρετε Σταυρόν Κυρίου ἄραντες προθύμῳ γνώμῃ·
χαίρετε ζυγόν τοῦ σκότους ἐκτινάξαντες ὡς κόνιν.

Χαίρετε Εὐαγγελίου οἱ κηρύξαντες τούς νόμους·
χαίρετε καρδίας δέει στέρξαντες θεσμοὺς πατρῴους.

Χαίρετε τῆς ἡσυχίας τῆς καλλίστης ἐρασταί·
χαίρετε τοῦ Παραδείσου λαμπροφόροι οἰκισταί.

Μεγαλυνάριον
Χαίρετε Πατέρες θεοειδεῖς, Κολλυβάδες θεῖεοι, Ἐκκλησία σάλπιγξ χρυσῆ· χαίρετε οἱ πράξει, καὶ λόγῳ δαδουχοῦντες, πιστοὺς εἰς τὸ γινώσκειν, δόγματα ἅγια.

Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος Ἐπίσκοπος Κορίνθου

Aθανασίω προσφέρειν αίνον πρέπον.
Aξίαν αίνου αρετήν γαρ είλετο.

Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος, Ἐπίσκοπος Κορίνθου, ἀφοῦ ἔζησε μὲ εὐσέβεια, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῶν βασιλέως Βασιλείου Β’ καὶ Κωνσταντίνου Η’ (976 – 1028), κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Οἱ Ἅγιοι Ἀντωνίνος, Ἀφροδίσιος, Βαλεριανός, Λεόντιος, Μακρόβιος καὶ Μίδας οἱ Μάρτυρες καὶ οἱ σὺν αὐτοῖς μαρτυρήσαντες

Eις τον Aφροδίσιον.
Tίς ούτος ο τράχηλον εκτείνων ξίφει;
Aφροδίσιος, Aφροδίσιος λέγει.

Eις τον Λεόντιον, Aντωνίνον και Mέλη.
O Λεόντιος και συναθληταί δύω,
Λέοντες οίον έδραμον προς το ξίφος.

Eις τον Oυαλλεριανόν και Mακρόβιον.
Yπέρ κεφαλάς Mαρτύρων αρθέν δύω,
Aθλητικήν έπηξε πυρ αυτοίς στέγην.

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ Μάρτυρες μαρτύρησαν μαζὶ μὲ ἄλλους Χριστιανοὺς στὴ Σκυθόπολη, ὅταν παρουσιάσθηκαν αὐτόκλητοι στὸν ἄρχοντα τῆς χώρας καὶ τὸν ἔλεγξαν γιὰ τὴν εἰδωλολατρικὴ πλάνη καὶ τοὺς ἀπάνθρωπους τρόπους. Συνέτριψαν μάλιστα καὶ τοὺς βωμοὺς τῶν εἰδώλων, ποὺ τοὺς ἔριξαν στὴ γῆ. Ἡ ἐνέργεια αὐτὴ ἐξόργισε τοὺς εἰδωλολάτρες, οἱ ὁποῖοι ἐπιτέθηκαν ἐναντίων τους μὲ ρόπαλα καὶ πέτρες καὶ τούς φόνευσαν.
Τὰ ἱερὰ λείψανα τῶν Μαρτύρων περισυνέλεξαν εὐλαβεῖς Χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι τὰ ἐνταφίασαν καὶ ἀνήγειραν ναὸ πάνω στοὺς τάφους τους. Ἡ Σύναξη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων ἐτελεῖτο στὸ Ἀποστολεῖο τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου, ποὺ βρισκόταν μέσα στὸ ναὸ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῶν Χαλκοπραττείων.

Ἀνακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ἁγίου καὶ Δικαίου Λαζάρου καὶ τῆς Μαρίας τῆς Μαγδαληνῆς τῆς Μυροφόρου


Eις την Mαγδαληνήν (Ανακομιδή).
Συ και νεκρά ζης· ει σιγάς δε τη πόλει,
Έχει τις ως πριν έκστασίς σε Mαρία.

Eις την Mαγδαληνήν (Κατάθεσις).
Φάσκει, ραβουνί, Mαρία Xριστώ πάλιν.
Λέγει, τι; Xριστός. Θάψαν άστυ με σκέπε.

Κατὰ τὴν ἡμέρα αὐτή, σύμφωνα μὲ τὰ ὑπομνήματα τῶν Συναξαριστῶν, Ἑορτολογίων καὶ Τυπικῶν, ἄγονται δύο περιστατικά: ἡ ἀνάμνηση τῆς ἀνακομιδῆς τῶν τιμίων λειψάνων τοῦ Ἁγίου καὶ Δικαίου Λαζάρου καὶ τὰ ἐγκαίνια τοῦ αὐτοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Λαζάρου. Στὰ διάφορα ὑπομνήματα γίνεται μνεία καὶ στὴν ἀνάμνηση τῆς ἀνακομιδῆς τῶν ἱερῶν λειψάνων τῆς Ἁγίας Μαρίας τῆς Μαγδαληνῆς.

Τὰ ἱερὰ λείψανα τῆς Ἁγίας Μαρίας τῆς Μαγδαληνῆς μετέφερε στὴν Κωνσταντινούπολη ἀπὸ τὴν Ἔφεσο ὁ βασιλέας Λέων ὁ Σοφὸς (886 – 912 μ.Χ.) καὶ τὰ ἀποθησαύρισε στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Λαζάρου, σὲ ἀργυρὴ θήκη.

Ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται ὅτι τὸ βάρος τὴ ἑορτῆς πέφτει στὴν ἀνάμνηση τῆς ἀνακομιδῆς τῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου Λαζάρου. Στὴν πραγματικότητα ὅμως, τὸ βάρος, ὄχι ἁπλῶς μετατίθεται στὴν ἐπιτέλεση τῶν ἐγκαινίων τοῦ ναοῦ, ἀλλὰ ἡ τελετὴ τῶν ἐγκαινίων ἦταν ποὺ ξαναέφερε στὴν ἐπιφάνεια καὶ τὴ μετακομιδὴ τοῦ ἱεροῦ λειψάνου στὴν Βασιλεύουσα. Ἔτσι, ὁρίσθηκε κατ’ αὐτὴ τὴν ἡμέρα νὰ γίνεται μνεία καὶ τῆς ἀνακομιδῆς τοῦ ἱεροῦ λειψάνου τοῦ Ἁγίου Λαζάρου.

Ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Λαζάρου στὴν Κωνσταντινούπολη, κτίσθηκε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 900 – 912 μ.Χ., στὴν τοποθεσία «Τόποι», μὲ δαπάνες τοῦ αὐτοκράτορα Λέοντος. Τὰ ἐγκαίνιά του ἔγιναν στὶς 4 Μαΐου τοῦ 912 μ.Χ., λίγες ἡμέρες πρὸ τοῦ θανάτου τοῦ αὐτοκράτορος Λέοντος († 11 Μαΐου 912). Ὡς ἡγούμενος τῆς μονῆς τοῦ Ἁγίου Λαζάρου ἀναφέρεται, ἐπὶ Λέοντος, ὁ Εὐθύμιος, ὁ ὁποῖος ἦταν ἄνθρωπος ἀρετῆς καὶ ἁγιότητος.
Στὴ μονὴ εἶχε καθορισθεῖ αὐτοκρατορικὴ προσέλευση κατὰ τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου.

Ἡ Ἁγία Μόνικα μητέρα τοῦ Ἁγίου Αὐγουστίνου


Ἡ Ἁγία Μόνικα, μητέρα τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου († 15 Ἰουνίου), γεννήθηκε τὸ 332 μ.Χ. στὴν πόλη Ταγάστη τῆς βόρειας Ἀφρικῆς ἀπὸ γονεῖς Χριστιανούς, εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους.

Νυμφεύθηκε τὸν ἐθνικὸ διοικητὴ Πατρίκιο, ὁ ὁποῖος εἶχε ἐντελῶς διαφορετικὸ χαρακτήρα ἀπὸ τὴν Ἁγία. Αἰσθανόταν ἐνοχλημένος ἀπὸ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή της, ἔβρισκε τὴν φιλανθρωπική της διάθεση ὑπερβολική, ἀδυνατοῦσε νὰ κατανοήσει τὴν διάθεσή της νὰ ἐπισκέπτεται τοὺς πάσχοντες καὶ τοὺς ἀσθενεῖς. Ἡ Ἁγία Μόνικα ἀντιμετώπιζε ὅλη αὐτὴν τὴν κατάσταση μὲ προσευχὴ καὶ ἀγωνιζόταν νὰ ἀναθρέψει τοὺς δύο υἱούς της καὶ τὴ θυγατέρα της μὲ παιδεία καὶ νουθεσία Κυρίου, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ σύζυγός της δὲν συμφωνοῦσε στὴν βάπτιση τῶν παιδιῶν του. 

Ἡ Ἁγία δὲν ἀντιστεκόταν στὴ βίαιη ἰδιοσυγκρασία καὶ τὶς ἠθικὲς παρεκτροπὲς τοῦ Πατρικίου. Γνώριζε ὅτι αὐτὰ ποὺ εἶναι ἀδύνατα γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, εἶναι δυνατὰ ἀπὸ τὸν Θεό. Γι’ αὐτὸ ἦταν πολὺ διακριτικὴ καὶ ὑπομονετική. Ἡ προσευχὴ τῆς Ἁγίας εἰσακούσθηκε καὶ ὁ Θεὸς φώτισε τὴν καρδιὰ τοῦ Πατρικίου καὶ μετὰ ἀπὸ δεκαέξι χρόνια βαπτίσθηκε Χριστιανός, γιὰ νὰ κοιμηθεῖ μὲ εἰρήνη τὸ 371 μ.Χ. Λίγα χρόνια ἀργότερα, τὴν νύχτα τοῦ Πάσχα στὶς 25 Ἀπριλίου τοῦ 387 μ.Χ., ὁ Αὐγουστίνος βαπτίσθηκε ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἀμβρόσιο, Ἐπίσκοπο Μεδιολάνων καὶ ἡ Ἁγία ἦταν παροῦσα στὴν βάπτιση τοῦ υἱοῦ της. Γράφει γιὰ τὴν στάση τῆς μητέρας του Μόνικας ὁ ἱερὸς Αὐγουστίνος στὶς «Ἐξομολογήσεις» του:

«Ἡ μητέρα μου ἔχυνε γιὰ ἐμένα περισσότερα δάκρυα ἀπὸ ὅσα χύνουν οἱ μητέρες ἐπάνω στὰ νεκρὰ τέκνα τους. Μὲ τὴν θέρμη τῆς πίστης, ἡ ὁποία τῆς χάριζε ἡ μεγάλη της εὐσέβεια, μὲ ἔβλεπε ἠθικῶς νεκρό. Καὶ Σὺ Κύριε εἰσάκουσες τὴν δέησή της καὶ δὲν περιφρόνησες τὰ δάκρυά της, μὲ τὰ ὁποῖα πότισε τὸ ἔδαφος, παντοῦ ὅπου προσευχόταν. Οἱ πόνοι της νὰ μὲ ἀναγεννήσει διὰ τοῦ Πνεύματος ἦταν σκληρότεροι ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ὁποίου ὑπέφερε νὰ μὲ γεννήσει διὰ τῆς σαρκός».
Ἡ Ἁγία Μόνικα, αἰσθανόμενη ὅτι εἶχε ἀγωνισθεῖ γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, ἐπέστρεψε στὴν Ἀφρικὴ καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, μετὰ ἀπὸ σύντομη ἀσθένεια, στὴν πόλη Ὄστια. Πράγματι εἶχε ἐκπληρώσει τὸν ἱερὸ σκοπό της καὶ τὴν μαρτυρία της ὑπὲρ τοῦ Χριστοῦ. Ἐνταφιάσθηκε στὴν Ὄστια καὶ τὸ ἱερὸ λείψανό της μετακομίσθηκε μετὰ ἀπὸ λίγα χρόνια στὴ Ρώμη, στὶς 9 Ἀπριλίου.

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς «Παλαιᾶς» ἐν Ρωσίᾳ


Ἡ ἱερὰ εἰκόνα τῆς Ὑπεραγίας Θετόκου τῆς «Παλαιᾶς» ἐμφανίσθηκε τὸ 1570 στὴν περιοχὴ τοῦ Νόβγκοροντ. Ἡ εἰκόνα παρέμεινε στὴν πόλη Τιχβὶν μέχρι τὸ 1888 καὶ στὶς 18 Σεπτεμβρίου τοῦ ἰδίου ἔτους ἀποδόθηκε στὴν πόλη Στάργια Ρούσα. Ἡ παλαιορωσικὴ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου ὀνομάσθηκε ἔτσι ἐπειδὴ γιὰ ἀρκετὸ χρονικὸ διάστημα ἦταν στὴν Παλαιὰ Ρωσία, ὅπου τὴν εἶχαν φέρει Ἕλληνες ἀπὸ τὴν Ὀλβία κατὰ τὴν πρώτη περίοδο τοῦ Χριστιανισμοῦ στὴ Ρωσία.

Οἱ Ὅσιοι Ἰσαάκ, Κλήμης, Κύριλλος, Νικήτας καὶ Νικηφόρος ἐκ Ρωσίας

Οἱ Ὅσιοι Ἰσαάκ, Κλήμης, Κύριλλος, Νικήτας καὶ Νικηφόρος Ἀλφάνωφ ἦσαν ἀδελφοὶ καὶ ἔζησαν κατὰ τὸν 14ο αἰώνα μ.Χ. στὸ Νόβγκοροντ. Τὸ 1389 ἵδρυσαν τὸ μοναστήρι τοῦ Σοκολνίτσκι καὶ ἀσκήτεψαν ἐκεῖ θεοφιλῶς. Κοιμήθηκαν μὲ εἰρήνη.

Λόγω μιᾶς πυρκαγιᾶς, ποὺ κατέστρεψε τὸ μοναστήρι τοῦ Σοκολνίτσκι, τὰ ἱερὰ λείψανά τους μετακομίσθηκαν στὸ μοναστήρι τοῦ Ἀντώνιεβ τὸ 1775.
Ἡ μνήμη τους τιμᾶται, ἐπίσης, στὶς 17 Ἰουνίου.

Ὁ Ἅγιος Νεποτιανὸς ὁ πρεσβύτερος

Ὁ Ἅγιος Νεποτιανὸς ἔζησε κατὰ τὸν 4ο αἰώνα μ.Χ. καὶ χειροτονήθηκε πρεσβύτερος ἀπὸ τὸν θεῖο του Ἅγιο Ἡλιόδωρο († 3 Ἰουλίου), Ἐπίσκοπο Ἀλτίνου τῆς Ἰταλίας. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 395 μ.Χ. Ὁ Ὅσιος Ἱερώνυμος († 15 Ἰουνίου) ἀφιέρωσε μία πραγματεία του στὸν ἱερατικὸ βίο τοῦ Ἁγίου Νεποτιανοῦ.

Ὁ Ἅγιος Φλωριανὸς ὁ Μάρτυρας



Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Φλωριανὸς γεννήθηκε στὴν πόλη Ἒμς τῆς Αὐστρίας. Ἦταν ἀνώτερος ἀξιωματοῦχος τοῦ Ρωμαϊκοῦ στρατοῦ καὶ ὑπηρετοῦσε στὴν πόλη Νόρικουμ τῆς Αὐστρίας κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.). Ὁμολόγησε τὴν πίστη του στὸν Χριστὸ ἐνώπιον τοῦ διοικητοῦ Ἀκυλίνου καὶ βασανίσθηκε σκληρά. Στὸ τέλος, τοῦ ἔδεσαν μία πέτρα στὸν λαιμὸ καὶ τὸν ἔριξαν στὸν ποταμὸ Ἔμς, ὅπου τελειώθηκε μαρτυρικὰ τὸ 303 μ.Χ.
Ὁ Ἅγιος Φλωριανὸς εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς προστάτες Ἁγίους τῆς Αὐστρίας.

Οσία Καλή


Καλῆς τὶ καλῶν πρωτίστως ἐπαινέσω;
Καλὰ γὰρ ἐν αὐτὴ πολλὰ συνέδραμον.
Κάλλος εἰκάδι δεύτερη καλῶν Καλῆς θέμις ὑμνέειν.

Εἰς τὸ λείψανον τῆς Ἁγίας Καλῆς,
ὑπὸ Μανουὴλ Φιλῆ.
Ὁ πῆχυς οὗτος τῆς Καλῆς τῆς ὀλβίας,
ᾯ τοὺς μίτους ἔνηθε τῆς εὐποιΐας.

Η Οσία Καλή έζησε πριν το 15ο αιώνα μ.Χ. και καταγόταν από την Ανατολή, δηλαδή τη Μικρά Ασία.

Η ακροστιχίδα του Κανόνος της Αγίας μάς πληροφορεί ότι αυτός αποτελεί ποιήμα «τού Κρήτης», δηλαδή κάποιου Αρχιεπισκόπου της Κρήτης. και στα δύο χειρόγραφα που διασώζουν την Ακολουθία της Οσίας δεν αναγράφεται το ορθόν «Τού», αλλά η ερμηνεία του, δηλαδή το όνομα του συγκεκριμένου υμνογράφου «Ανδρέου Κρήτης». Άρα, σύμφωνα με τα χειρόγραφα, ποιητής είναι ο διάσημος για τον Μέγα Κανόνα του, Άγιος Ανδρέας, Αρχιεπίσκοπος Κρήτης. 

Αν ο υμνογράφος της Ακολουθίας είναι όντως ο Ανδρέας Κρήτης, τότε και η Οσία πρέπει να έζησε τουλάχιστον πριν την κοίμηση του Αγίου, δηλαδή πριν το 740 μ.Χ. Βέβαια, πίσω από την φράση «Τού Κρήτης» μπορεί να κρύβεται κάποιος άλλος Αρχιερεύς της Κρήτης. Γι' αυτό έχει προταθεί ως υμνογράφος της Ακολουθίας της Οσίας ο Νικηφόρος Μοσχόπουλος, Μητροπολίτης Κρήτης και «κατ' επίδοσιν» Μηθύμνης και Πρόεδρος Λακεδαιμονίας. 

Αυτός έζησε πλησιέστερα στο χρόνο συντάξεως των χειρογράφων (15ος - 16ος αιώνας), δηλαδή το 13ο αιώνα μ.Χ. και στις αρχές του 14ου αιώνος μ.Χ. (Το 1285 μ.Χ. είναι ήδη Μητροπολίτης Κρήτης, ενώ τα τελευταία ίχνη του αναφαίνονται κατά τον Οκτώβριο του 1322 μ.Χ.) και είχε σχέσεις τόσο με τη Λέσβο όσο και με το Σινά. Σ' αυτή την περίπτωση η Οσία θ πρέπει να έζησε το αργότερο μέχρι το πρώτο ήμισυ του 14ου αιώνος μ.Χ.

Η οικογένεια της Οσίας ήταν πλούσια και η περιουσία της διατέθηκε από την Αγία σε έργα φιλανθρωπίας και ευποιίας. Δεν πρέπει να ήταν μοναχή, διότι αυτό δεν αναφέρεται πουθενά στην Ακολουθία και φιλοξενούσε τους άστεγους και ενδεείς στον οίκο της, αφού ήταν αφιερωμένη στη διακονία των ελαχίστων και πασχόντων αδελφών της.

Η Καλή έζησε με σωφροσύνη, παρθενία, άσκηση, νηστείες και αδιάλειπτη προσευχή. Χαρακτηριστικό γνώρισμα του βίου της είναι η φιλανθρωπία. Κίνητρό της ήταν ο πόθος της να τηρεί τις εντολές του Χριστού, να μιμείται τη θεϊκή ευσπλαχνία και φιλανθρωπία και να εκφράζει με κάθε τρόπο την αγάπη της προς τους συνανθρώπους της.

Στην Ακολουθία της αναφέρονται και θαύματα της Αγίας. Κάποια φορά που ζύμωσε ψωμί, για να το μοιράσει στους φτωχούς, ο Θεός έκανε ώστε να μην λιγοστεύει το ψωμί που της απόμενε, όπως στην Παλαιά Διαθήκη δεν ελαττωνόταν το αλεύρι της χήρα στο Σαρεπτά, παρ' όλο που τρεφόταν με αυτό ο Προφήτης Ηλίας, η χήρα και τα παιδιά της.

Αλλά και μετά την κοίμησή της η Αγία συνέχισε αδιάκοπα να ευεργετεί τους ανθρώπους, χαρίζοντας την θεραπεία πιο ασθενείς με τις ικεσίες της προς τον Κύριο. Είναι τόσα πολλά τα θαύματα των ιάσεων, ώστε ο υμνογράφος κάνει λόγο για «πέλαγος θαυμάτων» και την αποκαλεί «θαυματόβρυτον». Θεραπεύει ποικίλα νοσήματα ψυχών και σωμάτων, αλλά κυρίως ασθένειες επώδυνες, χρόνιες και δυσίατες, ρευματισμούς και αρθρίτιδες, παραλύσεις των αρθρώσεων και παραμορφώσεις των μελών του σώματος.

Η μνήμη της Οσίας Καλής αναφέρεται, επίσης, στις 15 Μαΐου και το Σάββατο της Διακαινησίμου.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ´. Ὡς τῶν αἰχμαλώτων.
Ὡς τῆς παρθενίας κάλλος θαυμαστὸν καὶ τῶν πεινώντων διατροφή, θεραπεία ἀσθενῶν, τῶν Ὁσίων ἀγλάϊσμα, τῆς εὐποιΐας κανὼν, Καλὴ θαυματόβρυτε, πρέσβευε Χριστῷ τὰ καλὰ δοθῆναι ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.

Κοντάκιον
Ἦχος γ´. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἐπὶ γῆς ἐβίωσας, νηστείαις καὶ ἀγρυπνίαις, προσευχαῖς σχολάζουσα, μελέταις θείων λογίων, πράξεσι καὶ εὐποιΐαις ἀκοπιάστως· νυν δὲ ζῇς ἐν οὐρανίοις, ἔνθα σχολάζεις θεωρίαις καὶ πρεσβείαις πρὸς τὸν Σωτῆρα ὑπὲρ ἡμῶν, ὦ Καλή.

Κάθισμα
Ἦχος α´. Τὸν τάφον σου, Σωτήρ.
Ὡς ἥλιος ἡμῖν, ἡ ἁγία σου μνήμη, ἀνέτειλε σαφῶς, τὰς ἡμῶν διανοίας φωτίζουσα, πανεύφημε, τῶν θαυμάτων ταῖς λάμψεσι, τῶν τιμώντων σοῦ ἀξιόχρεῳς, παρθένε, τὸ μνημόσυνον τὸ ἱερὸν θείοις ὕμνοις, Καλὴ παμμακάριστε.

Ὁ Οἶκος
Θυγάτηρ μὲν ὤφθης τοῦ πρώτου Ἀδάμ. Τῷ Δευτέρῳ δὲ συνήφθης ἐκ πράξεως, τὰς ἀρετάς, ὥσπερ προῖκα, τούτῳ φέρουσα δαψιλῶς, ἀξιέραστε. Σὺ γὰρ πέφυκας τρανῶς τῶν Παρθένων καύχημα, τῶν ἐλεημόνων τε ἡ ἀρχέτυπος στήλη, ἐν ἐλέει τὸν ἐλεήμονα Νυμφίον σου θεραπεύσασα. Διὰ τοῦτο μεγάλως σὲ ἐδόξασε, διαυγεστάτην πηγὴν ἀναδείξας σε, κρουνοὺς θαυμάτων βρύουσαν καὶ χειμάῤῥους ἰαμάτων ἀενάως ἐκβλύζουσαν. Ἀλλὰ πρέσβευε νῦν πρὸς τὸν Σωτῆρα ὑπὲρ ἡμῶν, ὦ Καλή.

Μεγαλυνάριον
Χαίροις, τῶν Παρθένων ἡ καλλονή, ἐνδεῶν, ἀπόρων ὁ ἀκένωτος θησαυρός, τῶν δεινῶς πασχόντων ἰάτραινα ἀρίστη, Καλὴ Ὁσιωτάτη, λάμπουσα θαύμασι.

Όσιος Γεώργιος ο εκ Γοματίου


Ο Όσιος Γεώργιος έζησε στο Γομάτι της Χαλκιδικής στις αρχές του 19ου αιώνος μ.Χ., τότε που η Ελλάδα ήταν σκλαβωμένη στους Τούρκους. Είχε οικογένεια με παιδιά και εξασκούσε το επάγγελμα του μυλωνά. Η αγάπη και φιλανθρωπία του ήταν γνωστή σ’ όλη την περιοχή. Σε φτωχούς άλεθε το σιτάρι δωρεάν και έδινε αλεύρι σε ανήμπορους. Μέχρι σήμερα φαίνοντα τα ερείπια του μύλου του.

Κατά τη δύσκολη εκείνη περίοδο της Τουρκοκρατίας και των συνεχών επαναστατικών κινημάτων στη Χαλκιδική έχασε την οικογένειά του και αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει τον κόσμο.

Ανέβηκε στο βουνό που ήταν επάνω από το μύλο του, για να ζήσει την ασκητική ζωή, μόνος, μαζί με τον Θεό.

Η παράδοση αναφέρει ότι επρόκειτο να περάσει από την περιοχή Τούρκικο ασκέρι (στρατιωτικό απόσπασμα). Επειδή φοβήθηκε ότι οι Τούρκοι σίγουρα θα περάσουν από το μύλο, για να αρπάξουν αλεύρι και σιτάρι, συμβούλευσε τη γυναίκα και τα παιδιά του, να πάνε να μείνουν μέσα στο χωριό για ασφάλεια.

Εκείνη όμως δεν υπάκουσε και όταν πέρασε ο Τουρκικός στρατός, βρήκε την οικογένεια και την αιχμαλώτισε. Όταν επέστρεψε ο Άγιος, βρήκε το μύλο κατεστραμμένο, το αλεύρι κλεμμένο και την οικογένεια χαμένη.

Πόνεσε ψυχή του από την καταστροφή της οικογένειας και της περιουσίας του. Τότε πήρε τη μεγάλη απόφαση της αφιερώσεώς του στον Θεό. Για παλαίστρα της ασκήσεως και των πνευματικών αγώνων του διάλεξε ένα σπήλαιο.

Εκεί περνούσε τη ζωή του με αδιάλειπτη προσευχή, με τέλεια νηστεία και αυστηρότατη άσκηση. Τα χόρτα του βουνού ήταν μόνη τροφή του. Υποθέτουμε ότι έζησε ως ερημίτης, χωρίς να λάβει το σχήμα του μοναχού.

Και σ’ αυτή τη φάση της ζωής του, δεν παρέλειπε να επιδεικνύει αγάπη και συμπόνια στους συνανθρώπους του, στους Χριστιανούς του χωριού του. Κατέβαινε κρυφά από το ασκητήριό του τη νύχτα, και άφηνε έξω από τις πόρτες των σπιτιών των εγκύων γυναικών, των ασθενών και φτωχών ξύλα και χόρτα. Περιποιείτο κήπους και αμπέλια φτωχών συγχωριανών του και φύλαγε τα ζώα εκείνων που είχαν ανάγκη.

Όταν κάποτε χάθηκαν τα ίχνη του, τον αναζήτησαν οι γνωστοί του βοσκοί. Ανέβηκαν στο ασκητήριό του και εκεί τον βρήκαν μέσα στο σπήλαιό του νεκρό, εξαϋλωμένο και ευωδιάζοντα.

Είχε λιώσει από την άσκηση και τη νηστεία και ευωδίαζε όλος ο τόπος. Πήγαν και άλλοι Χριστιανοί και ο ιερέας του χωριού και σήκωσαν το Άγιο λείψανό του με σεβασμό, για να το μεταφέρουν στο κοιμητήριο του χωριού για ενταφιασμό. Καθ’ οδόν, το τίμιο σκήνωμα έγινε ασήκωτο. Τόσο, ώστε να μη μπορούν πλέον να το μετακινήσουν. Ο ιερέας είπε ότι αυτό είναι σημάδι και θα πρέπει εδώ να ενταφιασθεί. Πραγματικά το ενταφίασαν στον τόπο, που είναι σήμερα κτισμένο το εκκλησάκι του Αγίου· στο δρόμο προς Γομάτι.

Αργότερα, επάνω από τον τάφο έκτισαν με ξερολιθιά ένα εκκλησάκι. Μετά κτίσθηκε ο νέος μικρός ναός.

Μετά την κοίμησή του ο Όσιος άρχισε να κάνει πολλά θαύματα, απόδειξη και αυτό της αγιότητός του. Ο Θεός έδωσε στον Άγιο ειδικό χάρισμα να θεραπεύει τον πόνο των αυτιών των μικρών παιδιών.

Όσιος Γερβάσιος o εκ Γοματίου o Αθωνίτης και διά Χριστόν σαλός


Ο Όσιος Γερβάσιος γεννήθηκε στο Γομάτι της Χαλκιδικής, αλλά ασκήτευσε ως μοναχός στην ιερά μονή Καρακάλλου του Αγίου Όρους. Έζησε περί τα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνος μ.Χ. και έλαβε από τον Θεό το σπάνιο χάρισμα του διά Χριστόν σαλού. Έτσι περιερχόταν όλο το Άγιον Όρος.

Σε χειρόγραφο κώδικα του μακαριστού Δοσιθέου Κωνσταμονίτου του Λεσβίου το 1845 μ.Χ., αναφέρονται τα εξής·

«῎Ας ὑπάγωμεν καί εἰς τήν σεβασμίαν μονήν τοῦ Καρακάλλου. Καί ἐδῶ εὑρίσκομεν τόν ῞Οσιον Γερβάσιον, ὅστις ἐκατάγετο ἀπό τά πλησιόχωρα χωρία τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους, ἀπό ἕνα χωρίον καλούμενον Γομάτι, ἐν ἐπαρχίᾳ τοῦ ἁγίου ῾Ιερισσοῦ. Οὗτος λοιπόν ὁ Γερβάσιος, καταλιπών τόν κόσμον καί τά ἐν τῷ κόσμῳ, πηγαίνει εὐθύς εἰς τήν ἄνωθεν Μονήν τοῦ Καρακάλλου, καί κόπτει τάς τρίχας τῆς κεφαλῆς του, μέ τάς ὁποίας μαζί ἔκοψε καί ὅλα τά κοσμικά φρονήματα, καί ἐκδυθείς τά κοσμικά φορέματα, ἐνεδύθη τό ᾿Αγγελικόν Σχῆμα τῶν Μοναχῶν, ὁ ὁποῖος καθώς ἔλαβεν αὐτό τό σχῆμα, δέν ἐστάθη ἕως αὐτοῦ, καθώς κάμνουν τήν σήμερον οἱ περισσότεροι, ἀλλά καθώς ἔλαβε τό σχῆμα τό ᾿Αγγελικόν, ἐσπούδαζε μέ κάθε τρόπον καί ἠγωνίζετο, νά φυλάττῃ καί τά ἔργα τοῦ σχήματος. ῞Οθεν μιμούμενος τόν Συμεών καί ᾿Ανδρέαν τούς Σαλούς, ἔκαμε καί αὐτός τόν Σαλόν περιτριγυρίζοντας ὅλον τό ῎Ορος, ὡσάν τρελλός.

῾Οπόταν δέ ἐκοιμήθη, τότε ἐγνώρισαν τήν ἁγιότητα αὐτοῦ, ἀπό τήν θείαν χάριν καί εὐωδίαν ὁποῦ εἶχε τό ἅγιον καί σεβάσμιον λείψανόν του».

Η αναφορά αυτή του Δοσιθέου είναι μόνη πηγή από την οποία πληροφορούμεθα τα περί της ζωής του Οσίου Γερβασίου.

«Πᾶνος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου