Χειμώνας βαρύς. Σαρακοστή στον Άθω. Ο Θανασός είχε ξεμείνει στο κελλί του γέρο Κοσμά αφού το χιόνι είχε αποκλείσει τα μονοπάτια.
Κλειστός ο δρόμος για τα μοναστήρια και η θάλασσα κάτω δεν ησύχαζε. Τα
μοναστήρια άλλωστε ήτανε και μακριά και δεν είχε τρόπο να φύγει.
-Μη χολοσκάς. Θα μείνεις στο κελλί, του είπε ο γέροντας Κοσμάς όλο αρχοντιά. Κουκιά έχουμε, ξύλα για το τζάκι έχουμε, νάναι καλά ο γέρο Τιμόθεος που μας οικονόμησε νωρίς κούτσουρα. Και είναι ελιά που καίει όμορφα.
-Μη χολοσκάς. Θα μείνεις στο κελλί, του είπε ο γέροντας Κοσμάς όλο αρχοντιά. Κουκιά έχουμε, ξύλα για το τζάκι έχουμε, νάναι καλά ο γέρο Τιμόθεος που μας οικονόμησε νωρίς κούτσουρα. Και είναι ελιά που καίει όμορφα.























