Ήλθε
κάποιος από μακριά στο Μοναστήρι να προσκυνήση την Κάρα του αγίου
Δαυΐδ. Σ’ όλο το δρόμο μάλωνε με την γυναίκα του, διότι νόμιζε ότι
άργησαν να ξεκινήσουν και δεν θα προλάβαινε να προσκυνήση την αγία Κάρα,
γιατί θα την πήγαιναν από το Μοναστήρι κάπου για προσκύνημα.
Μόλις
έφτασε, πρόλαβε την αγία Κάρα, την προσκύνησε και αμέσως μόλις τον είδε
ο γέρων Ιάκωβος, του λέει: «Τι κάνεις, τέκνο μου, είδες πόσο ζωντανός
είναι ο άγιος Δαυΐδ; Είδες πώς ευωδίαζε η αγία Κάρα;
























