(μια ιστορία για την πληγωμένη Παναγιά Ντινιούς)
Αυγουστιάτικο μεσημέρι και η ζέστη μεγάλη. Τα παιδιά, αφού παίξαν όλο
το πρωινό στην αυλή με τα γειτονόπουλα, μαζεύτηκαν πεινασμένα στο σπίτι
να γευτούν το νόστιμο φαγητό, να ξαποστάσουν, να πάρουν δυνάμεις για το
απογευματινό παιχνίδι.
Αφού, απόφαγαν, τα μεγαλύτερα μάζεψαν το τραπέζι και τα μικρότερα
αδελφάκια ξάπλωσαν κατάκοπα στα κρεβατάκια τους. Πολλά τα παιδιά, αλλά
με τη χάρη του Θεού καλόβουλα και υπάκουα. Το ένα βοηθά και νοιάζεται
για το άλλα. Έτσι τα βγάζει πέρα και η μάνα με τις ατέλειωτες φροντίδες. Και ο πατέρας πώς τα καμαρώνει όταν γυρίζει το βραδάκι από τη δουλειά!…
Η μάνα πήρε να κοιμίσει και το μωρό και τα μεγάλα αδελφάκια , με ένα
βιβλίο στο χέρι, κάθησαν ήσυχα να διαβάσουν, να περάσειτο μεσημέρι. Ο
Κωνσταντίνος διάλεξε ένα λεύκωμα με φωτογραφίες από την Εύβοια. Το είχαν
πάρει οι γονείς από την Εύβοια, σε ένα ταξίδι που είχαν πάει πριν
χρόνια.

























