– Ἐγώ, Γέροντα, δὲν καταλαβαίνω νὰ ὑπερηφανεύωμαι γιὰ κάτι συγκεκριμένο.
– Τότε θὰ ὑπάρχη μέσα σου μιὰ γενικὴ ὑπερηφάνεια. Πολλὲς φορὲς ὁ διάβολος τὰ παρουσιάζει ὅλα καμουφλαρισμένα καὶ δὲν παίρνει ὁ ἄνθρωπος εἴδηση, ὅταν ἐνεργῆ ὑπερήφανα. Ἂν ὅμως παρακολουθῆ καὶ ἐξετάζη τὸν ἑαυτό του, βλέπει ποῦ ἐνήργησε μὲ ὑπερηφάνεια.
Μπορεῖ νὰ μὴν καταλαβαίνη ὅλη τὴν ὑπερηφάνεια ποὺ ἔχει, ἀλλὰ λίγο θὰ τὴν καταλαβαίνη. Θὰ δῆ ὅτι νιώθει μέσα του μιὰ ἐγωιστικὴ ἱκανοποίηση, μιὰ ὑπεροχὴ ἀπέναντι στοὺς ἄλλους.
– Καὶ ὅταν, Γέροντα, κάποιος δὲν μπορῆ νὰ καταλάβη καθόλου ὅτι ἔχει ὑπερηφάνεια, τί γίνεται;























