Μία ἡμέρα ἀρρώστησε μέ ὑψηλό πυρετό. Ἦταν μικρό παιδί, μόνο του στό σπίτι· πῆγε νά πιῆ νερό καί ἡ στάμνα ἦταν ἄδεια. Ξάπλωσε, ἔκλαιγε μέ λυγμούς καί ἔλεγε: «Γιατί νά μήν ἔχω καί ἐγώ τήν μαννούλα μου;». Ξαφνικά ἄνοιξε ἡ πόρτα τοῦ δωματίου, βλέπει ἕναν ἱερέα μέ πετραχήλι νά τοῦ χαμογελᾶ καί νά τόν χαϊδεύη στό μέτωπο.
Τοῦ λέει ὁ μικρός:
‒Ποιός εἶσαι ἐσύ, δέν εἶσαι δικός μας ἱερέας· τούς ξέρω ὅλους.
‒Σωστά λές, Κωνσταντῆ. Ἐγώ εἶμαι αὐτός, καί τοῦ ἔδειξε τήν εἰκόνα τοῦ ἁγίου Νικολάου πού εἶχαν στό σπίτι. Ἡ μητέρα του εὐλαβεῖτο πολύ τόν Ἅγιο. Ὁ μικρός λέει:
‒Αὐτός εἶναι ὁ ἅγιος Νικόλαος, μοῦ ἔλεγε ἡ μητέρα μου.
‒Ναί, ἐγώ εἶμαι ὁ ἅγιος Νικόλαος καί ἦρθα γιά νά σέ βοηθήσω, μή κλαῖς.
























