Τετάρτη, 22 Απριλίου 2020

Ἡ ὑπέρβαση τοῦ μοραλισμοῦ - Ἀρχιμ. Εὐσεβίου Βίττη (Μέρος 1ον)


Ἀποτελεῖ κοινὸ τόπο πιὰ ἡ διαπίστωση πὼς στὶς μέρες μας περνοῦμε μιᾷ πνευματικὴ κρίσῃ ἀπό τὶς λίγες στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία. Σὲ τέτοιες ἀκριβῶς ἐποχὲς διαπιστώνει κανένας ἀνάμεσα στὰ ἄλλα καὶ μία ὑπέρμετρη αὔξηση τοῦ μοραλισμοῦ καὶ τοῦ σύστοιχού του νομισμοῦ. Ὅσο δηλαδὴ φτωχαίνει τὸ πνεῦμα τόσο αὐξαίνει ἡ σημασία τοῦ γράμματος στὴν προσπάθεια ἀντιμετώπισης τῆς κρίσης.

Ἀγνοεῖται στὴν περἰπτωση αὐτὴ τὸ βάθος καὶ ἡ ἔκταση τῆς κρίσης καὶ ὅσοι τὴν ἀντιμετωπίζουν ἔτσι μένουν στὸ ἐξωτερικὀ της περίβλημα καὶ προβαίνουν σὲ ἐξωτερικὲς καὶ στεῖρες ἠθικὲς ἐπιταγὲς ὡς θεραπευτικὰ μέσα, ἀνἰκανα φυσικὰ νὰ ἀναστήσουν τὸν νεκρωμένο ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ἄνθρωπο. Δὲν εἶναι λοιπὸν παρἀξενο γιατὶ χαρακτηρίζει μία ἀπελπιστικὴ ἀγωνία πολλὲς σχετικὲς ἀπόπειρες ἀντιμετώπισης τοῦ ὅλου θέματος καὶ δὲν εἶναι ἀνεξἠγητη ἡ ἀποτυχία τους τελικά. 

Τέτοιες ὅμως ἀντιμετωπίσεις κάθε ἄλλο παρὰ στὴν ὑπερκἐραση τῆς κρίσης συντελοῦν. Ἀντίθετα περιπλέκουν περισσότερο τὴν κρίση καὶ ὁδηγοῦν σὲ ἀδιέξοδα τραγικὰ πολλὲς φορές. 

Καὶ ὅμως ὁ μοραλισμὸς καὶ τὰ ὁμόλογά του πνευματικὰ φαινόμενα πρέπει νὰ ξεπεραστοῦν, ἂν θέλουμε ἐπὶ τέλους νὰ βγοῦμε ἀπὸ διάφορα ἀδιέξοδα καὶ τὴν ἀνελπιστία που σ’ αὐτὴν ὁδηγοῦν. Ἀσφαλῶς χρειάζεται κάποιος διαφορετικότερος τρόπος, κάτι ἐ ν τ ε λ ῶ ς  ἄ λ λ ο ποὺ θὰ ἔχει τὴ δύναμη ξεπερνώντας τὸ στεῖρο μοραλισμὸ νὰ ὁδηγήσει «ἐπὶ ζωῆς πηγὰς ὑδάτων» στὴν ἀνθρώπινη ψυχή ποὺ παραπέει λιπόθυμη «ἐν γῇ ἐρήμῳ καὶ ἀβάτῳ καὶ ἀνύδρῳ», μέσα σὲ μία ποικίλη ἀθλιότητα τόσο ὑποκειμενικὴ ὅσο καὶ ἀντικειμενική, ὥστε νὰ σωθεῖ τελικὰ καὶ νὰ λυτρωθεῖ. Ὑπάρχει ἄραγε ὁ τρόπος αὐτός; 

Ψάχνοντας γιὰ κάποια ἄλλα θέματα βρήκαμε δύο διηγήσεις ἀνεξάρτητες τὴ μία ἀπὸ τὴν ἄλλη. Εἶναι γραμμένες σὲ ἐποχὲς ἐντελῶς διαφορετικὲς καὶ τὶς χωρίζουν κάπου 14 – 15 αἰῶνες. Ἀναφέρονται ὅμως σὲ παράλληλα γεγονότα καὶ ἐκπροσωποῦν δυὸ διαφορετικὲς τοποθετήσεις μπρὸς στὸ ἴδιο πρόβλημα. Θὰ λέγαμε πὼς ἀποκτοῦν μπαίνοντας παράλληλα ἕνα συμβολικὸ καὶ ὑπἐρχρονο χαρακτῆρα καὶ θὰ εἶχαν πολλὰ νὰ μᾶς ποῦν γιὰ τὸ ζήτημα ποὺ μᾶς ἀπασχολεῖ ἐδῶ.

Νομίσαμε διαβάζοντας τὶς διηγήσεις αὐτὲς πὼς ἡ παρουσίασἠ τους θὰ ἀποτελοῦσε «εἰκονογραφημένη» συμβολὴ στὴν προσπάθεια ὑπερκεράσης τοῦ μοραλιστικοῦ πνεύματος στὴν ἀντιμετὠπιση τῆς κρίσης τῶν καιρῶν μας. Γι’ αὐτὸ καὶ τὶς ἀφήσαμε νὰ μιλήσουν μόνες τους. Εἴμαστε βέβαιοι πὼς ὁ φίλος ἀναγνώστης εἶναι σὲ θέση νὰ βγάλει μόνος του τὰ ἀναγκαῖα συμπεράσματα διαβάζοντας τὰ κείμενα ποὺ ἀκολουθοῦν, ὥστε νὰ περιττεύει: κάθε σχολιασμὸς τους, ποὺ θὰ ἦταν πολὺ κουραστικὸς καὶ ἀνιαρός.

Τὸ πρῶτο κείμενο εἶναι γραμμένο πρωτότυπα στὰ ἀγγλικά. Ἡ ἔκτασή του ὅμως εἶναι τόση ποὺ θὰ ἦταν ἀδύνατο νὰ μεταφερθεῖ ἐδῶ ὁλοκληρο, πρᾶγμά ποὺ ὑπὸ ἄλλες συνθῆκες θὰ ἦταν προτιμότερο, γιατὶ ἐκτείνεται σὲ κάπου ἐξήντα σελίδες βιβλίου. Ἐπιχειρήθηκε γι’ αὐτὸ μία συνόψή του μὲ ὅλη τὴν ἐπιγνώση τῶν μειονεκτημάτων ποὺ ἀκολουθοῦν ἀτυχῶς τέτοιες συνόψεις. 

Καταβλήθηκε ὅμως προσπάθεια νὰ μείνει ἀλώβητο τὸ πνεῦμα τοῦ κειμένου. Ποιό εἶναι τὸ κείμενο αὐτό; Πρόκειται γιὰ μία νουβέλλα τοῦ  w. Somerset Maugham ποὺ ἔχει τὸν τίτλο Rain. Ἡ νουβέλλα αὐτὴ περιλαμβάνεται στὴ συλλογὴ The Trembling of a Leaf, ἔκδ. William Heinemann Lid, Melbourne, London, Torondo 1956, σελ. 234 – 295. Ἡ νουβέλλα αὐτὴ θεωρήθηκε ὡς μία ἀπὸ τὶς ὡραιότερες, ἂν ὄχι ἡ ὡραιοτέρη τῆς ἐποχῆς της (πρῶτες δεκαετίες τοῦ αἰῶνας μας).

Τὸ δεύτερο κείμενο περιλαμβάνεται στὴ συλλογὴ τοῦ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΥ ποὺ ἔχει ἐκδοθεῖ ἀπὸ τὸν ἐκδοτικὸ οἶκο «ΑΣΤΗΡ» στὴν Ἀθῆνα τὸ 1970 μὲ ἐπιμέλεια τοῦ γνωστοῦ Θεολόγου καὶ Λογοτέχνη Παντελῆ Πάσχου.

Α΄ ΒΡΟΧΗ

Ὁ ντόκτωρ Μάκφαιλ, γιατρός, καὶ ἡ σύζυγός του συνταξιδεύουν μὲ τοὺς Ντάβιντσονς, ἱεραποστόλους, γιὰ τὶς Φιλιππίνες. Ἂν καὶ ἀνήκουν σὲ δύο διαφορετικοὺς κόσμους, ὅμως κάνουν καλὴ συντροφιά.

Ἡ κα Ντάβιντσον εἶναι πιὸ κοινωνικὸς τύπος ἀπὸ τὸν ἄντρα της καὶ ἐπικοινωνεῖ εὐκολότερα μὲ τοὺς καινούργιους φίλους της. Ἡ συζήτησή της, βασικὰ μὲ τὸ γιατρό, στρέφεται κυρίως γύρω ἀπὸ τὸ ἔργο τους στὰ νησιὰ ὅπου δουλεύουν ἐδῶ καὶ χρόνια.

- Εὐτυχῶς, τόνιζε ἡ κα Ντάβιντσον, στὰ νησιὰ ποὺ δουλεύουμε ἱεραποστολικὰ δὲν ὑπάρχουν οἱ δυσκολίες ποὺ συναντάει κανένας στὰ νησιά ποὺ μόλις ἔχουμε περάσει. Μερικοὺς ποὺ ἀντιδροῦν στὸ ἔργο μας βρίσκουμε τρόπους νὰ τοὺς ἐξουδετερώνουμε καὶ νὰ τοὺς ἀναγκάζουμε νὰ φύγουν μόνοι τους ἀπὸ τὸν τόπο ἐκεῖνο. Τοὺς ἄλλους τοὺς κανονίζουμε μετὰ εὔκολα.

Ἡ περιοχὴ ποὺ ἐργάζονταν ἱεραποστολικὰ οἱ Ντάβιντσονς ἦταν μία συστάδα νησιῶν στὰ βόρεια τῆς Σαμόα. Ἦταν ὅμως πολὺ μακριὰ τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο. Γι’ αὐτὸ ὑποχρεωνόταν ὁ Ντάβιντσον νὰ ἀφήνει γιὰ μέρες τὸν ἱεραποστολικὸ σταθμὸ στὰ χέρια τῆς γυναίκας του. Ὁ ἴδιος ἔκανε καὶ δουλειὰ γιατροῦ μὲ βάσῃ ἰατρικὲς γνώσεις ποὺ εἶχε ἀποκτήσει γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση σχετικῶν προβλημάτων στὸν τόπο ἐκεῖνο. Τὰ ἤθη τῶν ἰθαγενῶν ἐκεῖ κατὰ τὰ λεγόμενα τοῦ ἱεραποστολικοῦ ζευγαριοῦ, ἦταν πολὺ ἐλευθέρια καὶ κάποιες συνήθειες γύρω ἀπὸ τὸ γάμο ἦταν ἀδύνατο νὰ τὶς διηγηθεῖ ἡ κα Ντάβιντσον στὸ γιατρό. Τὶς διηγήθηκε στὴ γυναῖκα του καὶ ἐκείνη μετὰ τοῦ τὶς μετάφερε. 

- Ἡ ἀηδία μας μπροστὰ στὴν ἔκλυση τῶν ἠθῶν ἦταν τόσο μεγάλη, ἔλεγε ἡ κα Ντάβιντσον σὲ ἄλλη συζήτηση, ὥστε ἀναγκαστήκαμε γι’ αὐτὸ νὰ σταματήσουμε τοὺς χορούς, ποὺ καὶ οἱ ἴδιοι ἦταν ἀνήθικοι καὶ ὁδηγοῦσαν στὴν ἀνηθικότητα.

Μὲ τὶς συζητήσεις αὐτὲς περνοῦσε σχεδὸν ἀπαρατήρητο τὸ ταξίδι καὶ νὰ ποὺ ἔφταναν κιόλας στὸ λιμάνι ἑνὸς νησιοῦ, ὅπου θὰ ἔκαναν τὸν τελευταῖο τους σταθμὸ πρὶν ἀπὸ τὸ τέρμα. Τὸ λιμάνι ἔσφυζε ἀπὸ ζωὴ καὶ ἐξωτικὴ ὀμορφιά. Τοῦ γιατροῦ, ποὺ πρώτη φορὰ βρισκόταν στὰ μέρη ἐκεῖνα, ὅλα τοῦ ἔκαναν ἐντύπωση ἀλλὰ πρὸ πάντων θέματα ποὺ εἶχαν σχέση μὲ τὴ δουλειά του, ὅπως οἱ δερματικὲς ἀῤῥώστιες, π.χ. ἡ τρομερὴ καὶ ἀπαίσια ἐλεφαντίαση, ἢ ὁ τρόπος ἐμφάνισης τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων ποὺ φοροῦσαν ὅλο κι ὅλο, ἄντρες καὶ γυναῖκες, τὸ λάβα – λάβα, ἕνα περίζωμα τύπου μαγιὼ μπικίνι.

Στὰ νησιὰ μας, παρατήρησε ἡ κα Ντάβιντσον, κόψαμε τὴ συνήθειᾳ αὐτή. Ὑποχρεώσαμε τοὺς ἀνθρώπους νὰ φοροῦν ῥούχα σὰν τὰ δικά μας.

Τότε γιὰ πρώτη φορὰ ἄρχισε να ἀνακατεύεται πιὸ αἰσθητὰ στὶς συζητήσεις αὐτὲς καὶ ὁ κ. Ντάβιντσον, ποὺ ἦταν ἀπὸ χαρακτῆρα σιωπηλὸς καὶ σκυθρωπὸς καὶ μὲ καταδεκτικότητα ποὺ φαινόταν φτιαχτή, ἐπειδὴ τὴν ἐπέβαλε ἡ χριστιανική του ἰδιότητα. Στὴν ὅλη ἀσκητικὴ μᾶλλον, ἐμφάνισή του, ποὺ ἔδινε ἐντύπωση πιὸ πολὺ πεθαμένου παρὰ ζωντανοῦ, ἔδιναν ἰδιαίτερο τόνο αἰσθησιακά του χείλη καὶ ἡ αἴσθηση μιᾶς κάποιας φωτιᾶς καταπιεσμένης μέσα του. Γενικὰ δὲν φαινόταν ἄνθρωπος ποὺ θὰ μποροῦσε να ἀποκτήσει κανένας οἰκειότητα μαζὶ του.

Ὁ Ντάβιντσον ἐρχόταν μὲ δυσάρεστα νέα. Εἶχαν ἀνακαλύψει, εἶπε, μία περίπτωση ἱλαρᾶς στὸ πλοῖο καὶ οἱ ἀρχὲς ἦταν ὑποχρεωμένες νὰ ὑποβάλουν τοὺς ταξιδιῶτες σὲ καραντίνα γιὰ καμμιὰ δεκαπενταριὰ μέρες. Ὁ ἴδιος ὅμως τὰ κατάφερε, εἶπε, νὰ τακτοποιηθοῦν σὲ κάποιο σπίτι κοντὰ στὸ λιμάνι ὥσπου νὰ τελειώσει ἡ καραντίνα.

Πραγματικὰ ἐγκαταστάθηκαν στὸ ἐπάνω πάτωμα κάποιου σπιτιοῦ, ὄχι βέβαια τόσο βολικοῦ ἀλλὰ πάντως καλοῦ γιὰ τὴν περίσταση. Γιὰ ὄχι καλὴ τους τύχη ὅμως παζάρευε τὸ ἰσόγειο μία κάποια μις Τόμσον, ποὺ ἡ κακογουστη κομψότητά της καὶ ἡ ὅλη συμπεριφορά της μαρτυροῦσε ἐλευθεριότητα σὲ ὅλες τὶς ἐκδηλώσεις τῆς ζωῆς. Πρέπει νὰ μὴν ἦταν καλὴ γυναῖκα.

Τὸ βράδυ στὸ τσάι ὁ κ. Ντάβιντσον διηγήθηκε πὼς δούλευε ἀνάμεσα στοὺς ἰθαγενεῖς καὶ μὲ ποιὲς δυσκολίες εἶχε νὰ παλέψει αὐτὸς καὶ ἡ γυναίκα του. Ἦταν ὅμως ἀποφασισμένοι, ἔλεγε, νὰ κάνουν τοὺς ἰθαγενεῖς χριστιανούς, τὸ ἤθελαν δεν τὸ ἤθελαν. Τὸ βασικό τους πρόβλημα, συνέχισε, ἦταν πὼς νὰ κάνουν τοὺς ἰθαγενεῖς νὰ ἀποκτήσουν συναίσθηση τῆς ἁμαρτίας. Ἐπειδὴ τὸ μάθημα αὐτὸ ἦταν δύσκολο, κατέληξαν στὴν ἐπιβολὴ καὶ εἰδικὴ ταρίφα μὲ πρόστιμα γιὰ κάθε παράβαση.

Μὰ δὲν ἀντιδροῦσαν; παρατήρησε ὁ γιατρός.
Ἀντιδροῦσαν βέβαια, ἀλλὰ τί νὰ κάνουν; Τοὺς εἶχα στὸ χέρι. Ἂν τοὺς ἔδιωχνα ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, ἔχαναν τὸ ψωμί τους. Δὲν μποροῦσαν νὰ πουλήσουν τὰ προϊόντα τους. Καὶ ὅσοι ψάρευαν, δὲν εἶχαν μερίδιο στὴν ψαριά. Αὐτὸ σήμαινε σωστὴ καταδίκη τους σὲ λιμοκτονία. Ἀλλὰ τελικὰ ὑποτάχθηκαν. Ὑπῆρχαν καὶ κάποιοι λευκοὶ ποὺ θέλησαν νὰ ἀντιδράσουν, ἀλλὰ καὶ αὐτοὺς τοὺς ἐξουδετερώσαμε. Ἕνας δανέζος π.χ., πολὺ πλούσιος, ἀντέδρασε στὴν ἀρχή. Γρήγορα ὅμως τὸν γονατίσαμε. Χρεοκόπησε  καὶ στὸ τέλος ἀναγκάστηκε νὰ ζητήσει ταπεινωμένος καὶ πάμφτωχος τὰ ναῦλα του νὰ φύγει στὴν Αὐστραλία. 

Τὴ συζήτησή τους τὴ διέκοψε ἕνας ἀκαθόριστος, ἀλλὰ ἔντονος θόρυβος ἀπὸ κάτω. Ὅσο πήγαινε ὅμως ὅλο καὶ δυνάμωνε. Προφανῶς ἡ μις Τόμσον διασκέδαζε μὲ τοὺς φίλους της. Αὐτὸ ἔγινε καὶ ἄλλες βραδιές, ἀλλὰ κάθε φορὰ πιὸ ἔντονα καὶ πιὸ προκλητικά. Γινόταν προφανῶς ὀργιαστικὲς συναντήσεις ἐκεῖ κάτω ….

Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἔκανε τὸν Ντάβιντσον νὰ θυμηθεῖ πὼς ἡ Τόμσον εἶχε ἀνεβεῖ στὸ καράβι ἀπὸ ἕνα νησὶ ὅπου ἡ διαφθορὰ ἔδινε καὶ ἔπαιρνε καὶ ὅπου οἱ ἀρχὲς εἶχαν κατορθώσει μόλις τότε νὰ κλείσουν ὅλα τὰ κακόφημα κέντρα καὶ δυσῶνυμους οἴκους. Αὐτὸ ἔλεγε πολλὰ γι’ αὐτὴν καὶ τὸ ποιόν της. Ὅταν τὸ συνειδητοποίησε αὐτὸ ὁ Ντάβιντσον, ἔγινε θηρίο. Μὲ τὴν πρώτη εὐκαιρία ποὺ ἄρχισε καὶ πάλι τὸ γλέντι κάτω πετάχθηκε ὡς ἐκεῖ φορτσάτος μὲ τὴν πρόθεση νὰ τὸ διαλύσει ὁριστικά, ἀλλὰ τὸν πέταξαν ἀπ’ ἐκεῖ κακὴν κακῶς. Ὅμως αὐτὸς δὲν τὸ ἔβαλε κάτω.

Θὰ τὸ πληρώσει ἀκριβὰ αὐτό ποὺ ἔκανε τοῦ ἄντρα μου ἡ προκομμένη, ἔλεγε καὶ ξανάλεγε ἡ κα Ντάβιντσον. Ὁ ἄνδρας μου ἔχει θαυμάσια καρδιά, ἀλλὰ δὲν ἔχει ἔλεος γιὰ τὴν ἁμαρτία κι ὅταν ἡ ὀργή του ξεσπάσει … 

Ὁ Ντάβιντσον ξαναζήτησε νὰ ἱδεῖ τὴν Τόμσον μὲ τὴ σκέψη νὰ τὴν κάνει νὰ μετανοήσει, ἀλλὰ τίποτε. Ἐκείνη τὸ χαβᾶ της. Ὅμως αὐτὸς εἶχε τὴ δύναμη νὰ τὴν γονατίσει. Ὑποχρέωσε πρῶτα πρῶτα τὸν ἰδιοκτήτη τοῦ σπιτιοῦ νὰ ἀπαγορεύσει στὴν Τόμσον νὰ χρησιμοποιήσει τὸ γραμμόφωνό της καὶ νὰ δέχεται ξένους στὸ δωμάτιό της. Γιὰ τὴν ἴδια ἄρχιζε τώρα ἕνα ψυχωλογικὸ μαρτύριο, γιατὶ ἔβλεπε πόση δύναμη εἶχε στὰ χέρια του ὁ Ντάβιντσον, ποὺ τὰ  ἀδιάκοπα πήγαινε –  ἔλα στοῦ κυβερνήτη τοῦ νησιοῦ καὶ δὲν ἤξερε τί τῆς μαγειρεύει. Καὶ φαινόταν πιὰ καθαρά πὼς οἱ ἀπειλές του δὲν ἦταν κούφια λόγια.

Μία μέρα ἡ Τόμσον μπῆκε ξαφνικὰ στὴν τραπεζαρία, ὅπου ἔτρωγαν οἱ τέσσερεις φίλοι καὶ ἔλουσε τὸν Ντάβιντσον μὲ τὶς πιὸ αἰσχρὲς βρισιές. Ἐκεῖνος ὅμως δὲν ἔχασε τὴν ψυχραιμία του. Τῆς εἶπε μόνο πὼς μέσα σὲ λίγες μέρες τὸ καράβι, ποὺ θὰ ἐρχόταν μὲ κατεύθυνση ἀντίθετη ἀπὸ τὴ δική τους μὲ προορισμό του τὴν Ἀμερική, θὰ τὴν παραλάμβανε γιὰ νὰ τὴν ἀφήσει στὸ Σὰν- Φραγκίσκο. Αὐτὸ τὴν ἀφόπλισε. Ἔχασε τὸ χρῶμα της καὶ ἔγινε ἄσπρη σὰν πανί. Τὸ χτύπημα αὐτὸ τῆς ἤταν πιὸ δυνατὸ ἀπὸ ὅ,τι θὰ μποροῦσε νὰ ἀντέξει. Ἔκανε μεταβολὴ καὶ ἔφυγε ἀμέσως.

Ὁ Ντάβιντσον ἐξήγησε, μόλις ἐκείνη ἔφυγε, πὼς ἀπείλησε τὸν κυβερνήτῃ ὅτι θὰ ἐνεργοῦσε νὰ χάσει τὴν θέση του – καὶ εἶχε γι’ αὐτὸ ὅλη τὴ δύναμη στὴν Οὐάσιγκτον – ἂν δὲν ἔκανε τὸ χρέος του. Καὶ τὸ χρέος του ἦταν τὴ στιγμὴ αὐτὴ νὰ διώξει τὴν Τόμσον στὴν Ἀμερική. 

Ἄδικα τὸν παρακάλεσε ὁ γιατρός, στὸν ὁποῖο κατέφυγε πάνω στὴν ἀπελπισία της ἡ Τόμσον, νὰ ἀλλάξει γνώμη καὶ νὰ μὴ στείλει τὴν κοπέλλα πίσω στὴν Ἀμερική, ποὺ ἐκείνη τὴ φοβόταν πάρα πολύ, ποιὸς ξέρει γιατί. Ὁ Ντάβιντσον δὲν ἔδειξε νὰ ὑποχωρεῖ οὔτε γιὰ λίγο. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ κυβερνήτης, στὸν ὁποῖο πῆγε μετὰ τὴν ἀποτυχία του νὰ πείσει τὸ Ντάβιντσον. 

Οἱ ἀποτυχίες τοῦ γιατροῦ γονάτισαν κυριολεκτικὰ τὴν Τόμσον. Ἀναγκάστηκε νὰ ζητήσει ταπεινωμένη πιὰ καὶ ἐξευτελισμένη συγγνώμην ἀπὸ τὸν Ντάβιντσον. Καὶ γονατισμένη καὶ κλαίοντας τὸν παρακάλεσε μὲ τρόπο ποὺ θὰ λύγιζε ὁποιονδήποτε ἄλλον νὰ μὴν τὴν ξαναστείλει στὸ Σὰν - Φραγκίσκο. Ἐκεῖνος δὲν δυσκολεύτηκε νὰ μαντέψει τὸ γιατί.

Ὥστε φοβᾶσαι τὸ Σὰν Φραγκίσκο ἐξαιτίας τοῦ ἀναμορφωτηρίου ἔ; 

'Ἀχ μὴ μὲ στέλνετε ἐκεῖ, μὴ μὲ στέλνετε ἐκεῖ, ξεφώνισε ἐκείνη μὲ κλάματα ἀσυγκράτητα. Εἶναι ἀλήθειά πὼς ὑπῆρξα πρόστυχη γυναῖκα. Καὶ εἶναι πάλι ἀλήθειά πὼς οἱ ἀρχὲς ἦταν νὰ μὲ στείλουν ἐκεῖ καὶ τὸ ἔσκασα τὴν τελευταία στιγμή. Ἄ μοῦ ἔρχεται τρέλλα καὶ μὲ μόνη τὴ σκέψη πὼς μπορεῖ νὰ κλειστῶ στὴν ἀπαίσια ἐκείνη κόλασῃ. Σᾶς ἱκετεύω σὲ ὅ,τι ἱερὸ καὶ ὅσιο ἔχετε, μὴ μὲ στείλετε στὸν τόπο ἐκεῖνο τοῦ βασανισμοῦ! Μὴ μὲ στείλετε! Θὰ ἀλλάξω ζωή. Σᾶς τὸ  ὑπόσχομαι. Θὰ κάνω ὅ,τι μοῦ πεῖτε. Μόνο μὴ μὲ ῥίξετε στὸ φριχτὸ ἐκεῖνο τόπο! Δὲ θὰ τὸ ἀντέξω ….

Ἦταν τόση ἡ κατάπτωσή της, ποὺ καὶ ὁ πιὸ ἀδυσώπητος θὰ λύγιζε ἴσως στὸ θέαμα ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ εἶχε γίνει σωστὸ κουρέλι.

Στὶς παρακλήσεις τῆς Τόμσον προστέθηκαν καὶ οἱ παρακλήσεις τοῦ γιατρού ποὺ τὴν εἶχε καταλυπηθεῖ. Ἀλλὰ ὁ Ντάβιντσον ἔμεινε ἀσυγκίνητος.

- Εἶναι, εἶπε, μία θαυμάσια εὐκαιρία νὰ μετανοήσει, νὰ γυρίσει στὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ δεχτεῖ καὶ νὰ ἀγαπήσει τὴν τιμωρία της ποὺ θὰ τὴν ἐξιλεώσει. Εἶναι γι’ αὐτὸ ἀνάγκη νὰ φύγει γιὰ τὸ Σὰν – Φραγκίσκο, ὅπου ὑπάρχει ἡ θέση ποὺ τῆς πρέπει.

Ἡ Τόμσον ἔβγαλε μίαν ἄναρθρη κραυγή ποὺ ἔμοιαζε περισσότερο ἀγρίου ζῴου παρὰ ἀνθρώπου καὶ ἔπεσε στὸ πάτωμα χτυπώντας τὸ κεφάλι της μὲ μανία. Ὁ γιατρὸς τὴν ὁδήγησε στὸ δωμάτιό της καὶ τῆς ἔδωσε καὶ κάτι γιὰ νὰ ἠρεμήσει. Ξαναγυρίζοντας κοντὰ στοὺς ἄλλους τοὺς βρῆκε γονατιστοὺς νὰ προσεύχονται γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς τῆς Τόμσον. Γονάτισε κι αὐτὸς χωρὶς νὰ τὸ θέλει γιατὶ δὲν πίστευε, ἀλλὰ ἡ δύναμη ἐπιβολῆς τοῦ Ντάβιντσον τοῦ ἦταν ἀκατανίκητη. Ὁ Ντάβιντσον προσευχόταν μὲ μανία, θαῤῥεῖς, καὶ μὲ μία ἄγρια εὐγλωττία ποὺ ἔκανε τὸ γιατρὸ νὰ τρέμει σύγκορμος.

Ἡ Τόμσον ζήτησε τελικὰ νὰ ἰδεῖ τὸ Ντάβιντσον στὸ δωμάτιό της. Ἐκεῖνος τὸ θεώρησε αὐτὸ νίκη τῆς προσευχῆς του καὶ προσωπική του ἐπιτυχία. Ἔτσι ἄρχισε νὰ πηγαίνει κάθε μέρα σ’ ἐκείνη καὶ νὰ διαθέτει ὅλον τὸν καιρό του διαβάζοντας μαζὶ της τὴ Βίβλο καὶ κάνοντας προσευχὴ γιὰ τὴ σωτηρίᾳ της. Ἔμενε ἐκεῖ ὥσπου δὲν ἄντεχε πιὰ ἄλλο. Ἀργά, πολὺ ἀργὰ τὸ βραδὺ γύριζε κατάκοπος στὸ δωμάτιό του, ὅπου τὸν περίμενε ἡ ἀνήσυχη γυναῖκα του. Ὁ ἴδιος ὅμως ἦταν εὐχαριστημένος γιατί, ἔλεγε, ἡ Τόμσον μπῆκε γιὰ καλὰ στὸ δρόμο τῆς σωτηρίας καὶ εἶχε ἀναγεννηθεῖ. Τώρα ἦταν κατάλευκη ἡ ψυχή της σὰν τὸ χιόνι καὶ ἀθῴα σὰν περιστερά. 

- Καὶ ἔχετε λοιπὸν καρδιὰ νὰ τὴ στείλετε στὸ ἀπαίσιο ἐκεῖνο ἀναμορφωτήριο, ῥώτησε κατασκανδαλισμένος ὁ γιατρὸς τὸ Ντάβιντσον, ὅταν τὰ ἔλεγε αὐτά.

- Μὰ δὲ τὸ καταλαβαίνετε; Ἁμάρτησε. Πρέπει νὰ πληρώσει. Ξέρω τί τὴν περιμένει. Θὰ πεινάσει, θὰ τυραγνιστεῖ. Θὰ ἐξευτελισθεῖ. Θὰ ὑποφέρει τὰ πάνδινα. Τί σημασία ὅμως ἔχουν ὅλα αὐτά; Θὰ πρέπει νὰ τὰ δεχτεῖ μὲ τὴν καρδιά της ὡς θυσία στὸ Θεὸ γιὰ τὰ ἁμαρτήματά της, ὡς ἀπόδειξῃ τῆς μετανοίας της. Ἐγὼ προσεύχομαι στὸ Θεὸ νὰ βάλει στὴν καρδιά της τόσο σφοδρὴ τὴν ἐπιθυμία νὰ τιμωρηθεῖ, ὥστε κι ἂν τελικὰ τῆς προσφερόταν ἡ δυνατότητα νὰ μὴν πάει ἐκεῖ, νὰ μὴ τὸ δεχόταν αὐτὸ ἡ ἴδια.

Ὁ γιατρὸς ἔμεινε ἄναυδος μπρὸς στὴ σκληρότητα τοῦ ἱεραποστόλου ποὺ μὲ μανία ἐπέμενε τόσο πολὺ στὴν τιμωρία της ἐνῶ ὁ ἴδιος εἶχε ἀκούσει πὼς ὁ Θεὸς τῶν χριστιανῶν ἦταν Θεὸς τῆς ἀγάπης καὶ συγχωρεῖ ὅσους μετανοοῦν καὶ ζητοῦν τὸ ἔλεός του. Ὁ Νοῦς του πῆγε στὸν μεσαίωνα καὶ κάτι Ἱερὲς Ἐξετάσεις …..

Οἱ μέρες ποὺ περνούσαν ἦταν ἰδιαίτερα δύσκολες γιὰ τὴ φτωχὴ ἐκείνη γυναῖκα. Ζοῦσε σὲ μία κατάσταση παραφύση διέγερσης.  Ἐμοιαζε μὲ θῦμα ποὺ τὸ ἑτοίμαζαν γιὰ ἄγριες εἰδωλολατρικὲς ἱεροτελεστίες. Ὁ τρόμος τὴν εἶχε ναρκώσει. Ἔνιωθε τὴν ἀνάγκη νὰ βλέπει ὅλο καὶ πιὸ πολὺ τὸν Ντάβτνσον μὲ τὴν ἀκατανικήτη ἐκείνη ἔλξη ποὺ συνδέει μὲ κάποιον μυστηριώδη τρόπο θῦμα καὶ θήτη, μὲ τὸ ἀμοιβαῖο ἐκεῖνο μῖσος ποὺ τοὺς τραβάει καὶ τοὺς δυὸ τὸν ἕνα κοντὰ στὸν ἄλλο ἀδυσώπητα, μοιραῖα, ἀναπόφευκτα. 

Τὶς περισσότερες φορὲς ἔβγαζε δυνατὲς ἄναρθρες κραυγὲς ἢ διάβαζε φωναχτὰ τὴ Βίβλο. Ἄλλοτε πάλι ἔμενε ἀπαθὴς καὶ ἄφωνη γιὰ ὦρες πολλές. Τότε πρὸ πάντων ἔβλεπε τὸ μαρτύριο ποὺ τὴν περίμενε στὶς φυλακὲς ποὺ μισοῦσε ὅσο ποτὲ ἄλλοτε καὶ τὶς ἔνιωθε παρόλο τοῦτο ὡς μία δυνατὴ διέξοδο ἀπὸ τὸ ἀφόρητο αὐτὸ σφίξιμο ποὺ τὴν θανάτωνε λίγο λίγο. Ὄχι δὲν θὰ μποροῦσε πιὰ νὰ ὑπομείνει ἄλλο τὴν τρομοκρατία ποὺ ἦταν θῦμα της. 

Ἀπασχολημένη ἡ Τόμσον μὲ τὶς ἁμαρτίες της, σύμφωνα μὲ ὅ,τι τῆς ἔλεγε κάθε μέρα ὁ Ντάβιντσον, εἶχε ἐντελῶς παραμελήσει τὸν ἑαυτὸ της. Τριγύριζε στὸ δωμάτιό της ἀκατάστατη, ἀχτένιστη, ἄπλυτη, μὲ τὸ νυχτικὸ της. Τὸ ἴδιο ἀκατάστατο ἔμενε καὶ τὸ δωμάτιο της. Καὶ τὴν ὅλη κατάσταση τὴν ἔκανε ἐντελῶς ἀνυπόφορη ἡ ἀδιάκοπη βροχή ποὺ ἀπὸ τὴν ἡμέρα ποὺ ἄρχισε τὸ θλιβερὸ ἐπεισόδιο δὲν ἔλεγε νὰ σταματήσει. 

Ἀποτελοῦσε, λές, τὸ πιὸ μελαγχολικὸ περίγραμμά του διαποτίζοντας κατὰ τρόπον ἀπαίσιο ὅλα τὰ γεγονότα, φτάνοντας ὡς τὴν ἴδια τὴν ψυχή. Ἡ ἀδιακόπη καὶ ῥαγδαία βροχὴ φαινόταν σὰν νὰ εἶχε κι αὐτὴ συνομωτήσει εἰς βάρος τῶν ψυχῶν. Τὸ ἄφθονο νερὸ της χυνόταν ἀλύπητα καὶ χωρὶς σωσμὸ σὰν ἀπὸ ἀσκὶ καὶ χτυποῦσε τὶς λαμαρίνες, ποὺ ἀντηχοῦσαν μὲ τρόπο ποὺ σὲ τρέλλαινε. 

Ὅλα εἶχαν γίνει ὑγρὰ καὶ γλοιώδη. Μούχλα σκέπαζε τοὺς τοίχους τὸ πάτωμα καὶ τὰ παπούτσια ποὺ ἦταν ῥιγμένα πάνω σ’ αὐτὸ καὶ προχωροῦσε ὡς μέσα στὸ μεδούλι τῶν ὀστῶν. Καὶ στῆς νύχτας τὴν κατάκοπη ἀγρυπνία ἀκουόταν ὁ ἀδιάκοπος βόμβος τοῦ θυμωμένου τραγουδιοῦ τῶν κουνουπιῶν ποὺ συνωστιζόταν ἀγριεμένα καὶ αὐτὰ στὸ δίχτυ τῶν παραθυριῶν. 

Περίμεναν γι’ αὐτὸ κατάκοποι ὅλοι τὴν ὥρα ποὺ θὰ ἐρχόταν τὸ καράβι γιὰ νὰ πάρει τὴν Τόμσον καὶ θὰ ἔπαιρνε ἐπὶ τέλους μία λύσῃ, τὸ δρᾶμα ποὺ παιζόταν γύρω τους καὶ μέσα τους. Καὶ ὁ ἴδιος ὁ γιατρός ποὺ εἶχε θελήσει νὰ βοηθήσει τὴν Τόμσον χωρὶς ὅμως ἀποτέλεσμα, ἔνιωθε νὰ ἐκμηδενίζονται μέσα του ὁ οἶκτος γι’ αὐτὴν καὶ ἡ ἀγανάκτηση καὶ ἡ δυσαρέσκειά του γιὰ τὸν Ντάβιντσον μπρὸς στὴν ἐπιθυμία του νὰ μὴ βλέπει τὴ δύστυχη ἐκείνη γυναῖκα. Καὶ ἡ ὥρα ἔφτανε πιά. Τὰ ψέματα τελείωναν. Τὴν ἑπομένη, κιόλας μέρα ἔφτανε τὸ καράβι, τοὺς εἶπε ἕνας ὑπάλληλος τοῦ κυβερνείου ποὺ θὰ ὁδηγοῦσε τὴν Τόμσον σ’ αὐτὸ γιὰ νὰ τὴν παραδώσει γιὰ μεταφορὰ στὸ ἀναμορφωτήριο τοῦ Σὰν – Φραγκίσκο. Θὰ πήγαινε βέβαια μαζί της ὡς τὸ καράβι καὶ ὁ Ντάβιντσον. 

Ὁ γιατρὸς ἀποκαμωμένος ἀπὸ ὅλη τὴν ἱστορία αὐτὴ ἔπεσε τὸ βράδυ νὰ κοιμηθεῖ.

- Αὔριο τελειώνουν πιὰ ὅλα, εἶπε, πέφτοντας, στὴ γυναῖκα του. Ὁ ὕπνος βαθύτερος ἀπὸ κάθε ἄλλη φορὰ τὸν ἀποκάρωσε ….

Ἦταν βαθιὰ χαράματα, ὅταν ὁ γιατρὸς ἔνιωσε κάποιον νὰ τὸν τραβάει ἀπὸ τὸ χέρι. Ἦταν ὁ σπιτονοικοκύρης του. Μὲ τὸ δάχτυλο στὸ στόμα ἐκεῖνος γιὰ νὰ μὴ φωνάξει τοῦ ἔκανε νόημα νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸ δωμάτιο. Τὸ βλέμμα του ἦταν ἀνήσυχο καὶ ἀγριεμένο. Τὸ ὕφος του πρόδιδε μεγάλο φόβο.

Μὴν κάνετε θόρυβο, ψιθύρισε. Ντυθῆτε μόνο γρήγορα καὶ ἀκολουθῆστε με. Ὁ γιατρὸς ντύθηκε ὅπως - ὅπως καὶ τὸν ἀκολούθησε νομίζοντας πὼς κάτι εἶχε συμβεῖ στὴν Τόμσον. Ἀλλὰ δὲν πῆγαν πρὸς τὰ ἐκεῖ. Ὁ νοικοκύρης του ἀλλοῦ τὸν ὁδηγοῦσε. Βγῆκαν ἔξω καὶ τράβηξαν πρὸς τὴν ἀκτή. Ἐκεῖ μία ὁμάδα ἰθαγενῶν ἦταν συγκεντρωμένη γύρω ἀπὸ κάτι ποὺ δὲν διακρινόταν καθαρὰ στὸ σύθαμπο τῆς αὐγῆς. 

Οἱ ἄνθρωποι ἔκαναν τόπο στὸν γιατρὸ ποὺ μᾶλλον τὸν ἔσπρωχνε ὁ νοικοκύρης του παρὰ προχωροῦσε μόνος του. Καὶ τότε βρέθηκε μπροστὰ σ’ ἕνα ἀπρόσμενο θέαμα. Τὸ σκοτεινὸ καὶ ἀκαθόριστο ἐκεῖνο ἀντικείμενο ἦταν τὸ πτῶμα τοῦ Ντάβιντσον! Ὁ γιατρὸς γονάτισε κάτω χωρὶς νὰ χάσει τὸν καιρὸ καὶ ἀναποδογύρισε τὸ πτῶμα. Ὁ λαιμὸς του ἦταν κομμένος μὲ ξυράφι ἀπὸ τὸ ἕνα αὐτὶ ὡς τὸ ἄλλο. Στὸ δεξί του χέρι βρισκόταν τὸ ξυράφι ποὺ μ’ αὐτὸ εἶχε κοπεῖ, ποιὸς ξέρει πῶς καὶ ὑπὸ ποιὲς συνθῆκες. 

Εἶναι κρύος εἶπε ὁ γιατρός. Πρέπει νὰ πέθανε ἀπὸ ὥρα. Νὰ πάει κάποιος γρήγορα νὰ εἰδοποιήσει τὴν ἀστυνομία. Ὁ νεκρὸς νὰ μείνει ἐδῶ ὅπως εἶναι, διάταξε, ὥσπου νά ῥθοῦν.

Γυρίζοντας πίσω ὁ γιατρὸς βρῆκε ξύπνια καὶ ἀνήσυχη τὴ γυναῖκα του καὶ τῆς ἐξήγησε τί εἶχε συμβεῖ. Καὶ τὴν ἔστειλε παρὰ τὶς ἀντιῤῥήσεις της νὰ πληροφορήσει τὴν κα Ντάβιντσον γιὰ τὸ συμβάν.

Ἐκείνη ἀνήσυχη ποὺ δὲν εἶχε ἔρθει ἀκόμα ὁ ἄντρας της, ἔμενε ἄγρυπνη περιμένοντάς τον. Ἄκουσε τὸ τρομερὸ νέο χωρὶς νὰ βγάλει ἄχνα. Συνοδεία μὲ τὸ γιατρὸ καὶ τὴ γυναίκα του πῆγε ὡς τὸ νεκροτομεῖο, ὅπου στὸ μεταξὺ μεταφέρθηκε ὁ ἄνδρας της. Μπῆκε μέσα μόνη της. Σὲ λίγο ξαναγύρισε καὶ ἔφυγαν γιὰ τὸ σπίτι χωρὶς νὰ ἀνταλλάξουν πολλὲς κουβέντες. Ἡ φωνὴ της εἶχε γίνει σκληρὴ καὶ ἀλύγιστη. Τὸ βλέμμα της ἦταν ἀκατανόητο καὶ ἡ ὄψη της ὠχρὴ καὶ βλοσυρή. 

Προχωροῦσαν σιωπηλοί, γιὰ νὰ μποῦν στὸ σπίτι. Ἐκεῖ ἄκουσαν ἕνα ἀπίστευτο γιὰ τὴ στιγμὴ ἐκείνη θόρυβο. Τὸ σταματημένο μέρες τώρα γραμμόφωνο ἔπαιζε ἀδιάκοπα βαριὰ καὶ τραχιά. Ἡ Τόμσον στεκόταν στὴ πόρτα της φλυαρώντας μὲ κάποιο ναυτικό. Ἡ μεταβολή ποὺ ἔγινε ἐπάνω της κάτι τὸ ἀπίστευτο. Δὲν ἦταν πιὰ τὸ ῥάκος τῶν τελευταίων ἡμερῶν, ἡ ζαρωμένη καὶ καταφοβισμένη σκλάβα ποὺ ἔκλαιγε ταὴ μοίρα της τὴν ἀδυσώπητη. 

Ἦταν ντυμένη τὸ ἄσπρο της φόρεμα καὶ εἶχε ἐπάνω της ὅλα της τὰ στολίδια. Φοροῦσε γυαλιστερὲς μπότες καὶ εἶχε στὰ χοντρὰ της πόδιά τὶς βαμβακερὲς της κάλτσες. Τὰ μαλλιά της ἦταν χτενισμένα μὲ περισσὴ φροντίδα καὶ εἶχε τὸ καπέλλο της κατάφορτο λουλούδια. Ἡ ὄψη της ἦταν μακιγιαρισμένη, τὰ φρύδια της βαμμένα τολμηρὰ μαῦρα καὶ τὰ χείλη της κατακόκκινα ἀπὸ περίσσιο κραγιόν. 

Τὸ ἀνάστημά της ὁλόρθο σὰ λαμπάδα ἔδειχνε ὅλη της τὴν κοκεταρία, ὅπως ἀκριβῶς τὴν πρώτη μέρα ποὺ πρωτόρθε. Καὶ ὅταν ἡ Ντάβιντσον πέρασε ἀπὸ μπροστά της καὶ ἄθελά της σταμάτησε βλέποντάς την, ἐκείνη μάζεψε ὅλο της τὸ σάλιο καὶ τὴν ἔφτυσε κατάμουτρα μὲ ὅλη της τὴν μανία. Ἡ Ντάβιντσον ζάρωσε καὶ δυὸ κόκκινες κηλῖδες φάνηκαν στὰ μάγουλά της. Μετὰ σκεπάζοντας τὸ προσωπό της ἔτρεξε ἀνεβαίνοντας τὶς σκάλες. Ὁ γιατρὸς ἔνοιωσε προσωπικὰ προσβεβλημένος. Ἔσπρωξε τὴν Τόμσον στὸ δωμάτιὸ της. 

Τὶ στὴ ὀργὴ κάνετε; Τῆς φώναξε θυμωμένος. Σταματῆστε ἐπὶ τέλους τὸ καταραμένο αὐτὸ μηχάνημα! Καὶ προχωρώντας πῆγε καὶ τὸ ἔκλεισε ὁ ἴδιος.

Πῶς μπορεῖτε, γιατρέ, φώναξε ἐκείνη μὲ τὴ σειρά της ἀγριεμένη, νὰ κάνετε τέτοιες ἀνοησίες σὲ μένα;  
Τὶ στὴν κατάρα θέλετε στὸ δωμάτιό μου; 

Τὶ ἐννοεῖτε; Ῥώτησε ἐκεῖνος. 

Ἐκείνη σφίχτηκε γιὰ λίγο. Κανένας δὲν θὰ μποροῦσε νὰ περιγράψει τὴ χλεύη ποὺ εἶχε ἡ ἔκφρασή της ἢ τὴν ὅλη περιφρονήση καὶ μῖσος ἀπάντησή της. 

Ἄντρες, γρύλισε, ἄντρες! Βρωμερὰ καὶ ἄθλια γουρούνια! Ὅλοι σας εἶστε ἴδιοι, ὅλοι σας! Γουρούνια! Γουρουνιαααα!

Ὁ γιατρὸς ἔμεινε ἀποσβολωμένος μπρὸς στὸν ἀπροσδόκητο αὐτὸν καταιγισμὸ μίσους, ἐμπάθειας καὶ περιφρόνησης.
Κατάλαβε ……
Συνεχίζεται μὲ τὸ δεύτερο μέρος
 
«Πᾶνος» 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου