Πέμπτη, 30 Απριλίου 2020

Ἅγιος Παΐσιος: Ὁ διάβολος κυβερνάει τὴν ματαιότητα



– Γέροντα, γιατί τὸν διάβολο τὸν λένε «κοσμοκράτορα»; Εἶναι πράγματι;

– Ἀκόμη αὐτὸ ἔλειπε, νὰ κυβερνᾶ ὁ διάβολος τὸν κόσμο! Ὅταν εἶπε ὁ Χριστός γιὰ τὸν διάβολο «ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου»[1], δὲν ἐννοοῦσε ὅτι εἶναι κοσμοκράτορας, ἀλλὰ ὅτι κυριαρχεῖ στὴν ματαιότητα, στὴν ψευτιά. Ἀλλοίμονο, θὰ ἄφηνε ὁ Θεὸς τὸν διάβολο κοσμοκράτορα! 

Ὅσοι ὅμως ἔχουν δοσμένη τὴν καρδιά τους στὰ μάταια, στὰ κοσμικά, αὐτοί ζοῦν ὑπό τὴν ἐξουσία «τοῦ κοσμοκράτορος τοῦ αἰῶνος τούτου»[2]. Ὁ διάβολος δηλαδή κυβερνάει τὴν ματαιότητα καὶ τούς ἀνθρώπους ποὺ εἶναι κυριευμένοι ἀπὸ τὴν ματαιότητα, ἀπὸ τὸν «κόσμο». 

«Κόσμος» τί θὰ πῆ; Δὲν θὰ πῆ κόσμημα, μάταιο στολίδι; Ὅποιος λοιπόν εἶναι κυριευμένος ἀπὸ τὴν ματαιότητα εἶναι ὑπό τὴν κατοχή τοῦ διαβόλου. Ἡ αἰχμαλωτισμένη καρδιά ἀπὸ τὸν μάταιο κόσμο διατηρεῖ καὶ τὴν ψυχή ἀτροφική καὶ τὸν νοῦ σκοτισμένο. Τότε, ἐνῶ φαίνεται κανεὶς ὅτι εἶναι ἄνθρωπος, στὴν οὐσία εἶναι πνευματικό ἔκτρωμα.

Μοῦ λέει ὁ λογισμός ὅτι ὁ μεγαλύτερος ἐχθρός της ψυχῆς μας ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὸν διάβολο εἶναι τὸ κοσμικό πνεῦμα, γιατί μᾶς παρασύρει γλυκά καὶ μᾶς πικραίνει τελικά αἰώνια. 

Ἐνῶ, ἄν βλέπαμε τὸν ἴδιο τὸν διάβολο, θὰ μᾶς ἐπίανε τρόμος, θὰ ἀναγκαζόμασταν νὰ καταφύγουμε στὸν Θεό καὶ θὰ ἐξασφαλίζαμε τότε τὸν Παράδεισο. Στὴν ἐποχή μας, πολύς «κόσμος» –κοσμικό πνεῦμα – μπῆκε στὸν κόσμο καὶ αὐτός ὁ «κόσμος» θὰ τὸν καταστρέψη. 

Ἔβαλαν οἱ ἄνθρωποι μέσα τούς τὸν «κόσμο» καὶ διώξανε ἀπὸ μέσα τούς τὸν Χριστό.

– Γέροντα, γιατί δὲν καταλαβαίνουμε πόσο κακό κάνει τὸ κοσμικό πνεῦμα καὶ παρασυρόμαστε ἀπὸ αὐτό;

– Γιατί τὸ κοσμικό πνεῦμα μπαίνει σιγά-σιγά, ὅπως ὁ σκαντζόχοιρος μπῆκε στὴν φωλιά τοῦ λαγοῦ. Στὴν ἀρχή ὁ σκαντζόχοιρος παρακάλεσε τὸν λαγό νὰ βάλη λίγο τὸ κεφάλι τοῦ μέσα στὴν φωλιά του, γιὰ νὰ μή βρέχεται. 

Μετά ἔβαλε τὸ ἕνα πόδι, μετά τὸ ἄλλο, καὶ τελικά μπῆκε ὁλόκληρος, καὶ μὲ τὰ ἀγκάθια τοῦ ἔβγαλε τελείως ἔξω τὸν λαγό. Ἔτσι καὶ τὸ κοσμικό φρόνημα μᾶς ξεγελάει μὲ μικρές παραχωρήσεις καὶ σιγά-σιγὰ μᾶς κυριεύει. 

Τὸ κακό λίγο-λίγο προχωράει. Ἄν ἐρχόταν ἀπότομα, δὲν θὰ ξεγελιόμασταν. Βλέπεις. Ἄν θέλης νὰ ζεματίσης ἕναν βάτραχο, πρέπει νὰ τοῦ ρίξης λίγο-λίγο τὸ ζεματιστό νερό. 

Ἄν τὸ ρίξης ἀπότομα ὅλο μαζί, πετιέται καὶ φεύγει, γλυτώνει. Ἐνῶ, ἄν τοῦ ρίξης λίγο καυτό νερό, στὴν ἀρχή θὰ τὸ τινάξη λίγο ἀπὸ τὴν πλάτη του καὶ μετά θὰ τὸ δεχθῆ. Ἄν τοῦ ρίξης ἀκόμη λίγο, πάλι θὰ τὸ τινάξη λίγο, καὶ σιγά-σιγὰ θὰ ζεματιστή, χωρίς νὰ τὸ καταλάβη. 

«Βρε, βάτραχε, ἀφοῦ σου ἔρριξε λίγο καυτό νερό, σήκω καὶ φύγε!». Δὲν φεύγει. Φουσκώνει-φουσκώνει καὶ μετά ζεματιέται. Ἔτσι κάνει καὶ ὁ διάβολος, μᾶς ζεματίζει λίγο-λίγο, καὶ τελικά, χωρίς νὰ τὸ καταλάβουμε, βρισκόμαστε ζεματισμένοι!

Ἀπὸ τὸ βιβλίο Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου ΛΟΓΟΙ Α' «Μὲ πόνο καὶ ἀγάπη γιὰ τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο»
____________________________

[1]. Ἰω. 16, 11.
[2]. Βλ. Ἐφ. 6, 12.
«Πᾶνος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου