Τετάρτη, 22 Απριλίου 2020

Σάββας Ἠλιάδης: Ἄν ἡ ζωή εἶναι τό ὕψιστο ἀγαθό, τότε γιατί οἱ μυριάκις μύριοι μάρτυρες «πῦρ καί ξίφος καί θάνατον οὐκ έπτηξαν (δὲν φοβήθηκαν)»;


Γράφει ὁ ὑμνογράφος γιὰ τὸ μαρτύριο τοῦ ἁγίου Γεωργίου, τὴν μνήμη τοῦ ὁποίου γιορτάζουμε αὔριο:  

«Ἔχοντας βαθιὰ τὴν πίστη στὴν καρδιά σου καὶ μὲ ρωμαλέο φρόνημα, προτίμησες μὲ τὴ θέλησή σου τὸ ἄθλημα τοῦ μαρτυρίου, ἔνδοξε, περιφρονῶντας τὸ σῶμα σου, τὸ ὁποῖο οὕτως ἢ ἄλλως ἐπρόκειτο νὰ φθαρεῖ ἀπὸ τὸν χρόνο, ἐπιμελούμενος δὲ μὲ τὴν ἄνωθεν σοφία τὴν ψυχή σου. 

Ἔτσι, ἀφοῦ ὑπέστης πολλὰ βάσανα καὶ μὲ ποικίλους τρόπους, πυρώθηκες καὶ ἔλαμψες ἑπταπλάσια, σὰν τὸ χρυσάφι, Γεώργιε». (Τροπάριο τοῦ Ἑσπερινοῦ - Ἀπόδοση στὴν Νεοελληνική ).


Ὡς ὕψιστο ἀγαθὸ χαρακτήρισαν τὴν ζωὴ καὶ τὴν ὑγεία οἱ ὑπεύθυνοι ἐπιστήμονες, πολιτικοὶ καὶ λοιποί, ἀσχολούμενοι μὲ τὴν ἀντιμετώπιση τῆς πανδημίας τοῦ κορονοϊοῦ καὶ καλῶς ἔπραξαν ἀπὸ μέρους τους. Στὸ ἴδιο ὅμως μῆκος κύματος κινήθηκε καὶ ἡ ἀνακοίνωση τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας: «Αὐτό ἔπραξε καί ἡ Ἐκκλησία μας. Ἐνώπιον τῆς ἀγωνίας τοῦ ἀνθρώπου νά διατηρήσει τό ὕψιστο ἐπί γῆς ἀγαθό τῆς ζωῆς καί τῆς ὑγείας, ταπεινώθηκε καί συμπορεύθηκε μέ τόν πόνο καί τήν ἀγωνία τοῦ ἀνθρώπου», γράφει.

Ἡ ἀνακοίνωση βέβαια, διακρίνεται γιὰ τὴν εὐαισθησία της, καὶ τὸν σεβασμὸ στὸν συνάνθρωπο. Θυμίζει ὅμως τὸ γνωστὸ καὶ συχνὰ ἐκφερόμενο ἀπόφθεγμα τῆς καθημερινότητας, μεταξὺ ἀνθρώπων ἄσχετων μὲ τὴν πίστη: «Πάνω ἀπ᾿ ὅλα ἡ ὑγεία»! Ἀλλὰ ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι κόσμος καὶ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ μᾶς διδάσκει μὲ τὸ παράδειγμα τῶν ἁγίων, νὰ βλέπουμε τὴν ζωὴ κυρίως ἀπὸ ἄλλη ἄποψη. Νὰ ὑπακούσουμε καὶ νὰ πορευτοῦμε «δι᾿ ἄλλης ὁδοῦ» καὶ νὰ ἀναζητοῦμε τὰ πράγματα ἀδιαλείπτως καὶ ἐπιμόνως ἀκόμη πιὸ πέρα ἀπὸ τὰ σύνορα τῆς παρούσης ζωῆς, τοῦ παρόντος αἰῶνος, τοῦ ἀπατεῶνος.

Εἶναι ἀλήθεια πὼς ἐπιφέρουν πόνο καὶ ἀγωνία στὸν ἄνθρωπο οἱ ἀσθένειες. Εἶναι πολὺ φυσικὸ καὶ ὁ πεπτωκὸς ἄνθρωπος νὰ φοβᾶται μὴν χάσει τὴν ὑγεία του καὶ ἔχει χρέος νὰ τὴν φροντίζει. Ἀλλὰ εἴτε τὸ θέλουμε εἴτε ὄχι, ὁ ἀνώτερος πόνος καὶ ἡ ἀγωνία τοῦ κάθε Χριστιανοῦ ἔχει ἀπώτερο σκοπό` τὴν αἰωνιότητα. «Οὗ τὸ ἀποθανεῖν κακόν, ἀλλὰ τὸ κακῶς ἀποθανεῖν», μᾶς λέει ὁ ἅγιος Χρυσόστομος.

Καὶ ὁ Μέγας Βασίλειος λέει: «Νὰ κλαῖς γιὰ τὴν ἁμαρτία. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρρώστια τῆς ψυχῆς, αὐτὴ εἶναι ὁ θάνατος τῆς ἀθάνατης ψυχῆς, αὐτῆς τῆς ἀξίζει νὰ πενθοῦμε, νὰ κλαῖμε καὶ νὰ ὀδυρόμαστε ἀσταμάτητα. Γι᾿ αὐτὴν ἀξίζει νὰ τρέχει κάθε δάκρυ καὶ νὰ μὴν σταματοῦν οἱ στεναγμοί, ποὺ θὰ ἐξέρχονται ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς».

Ὁ Μέγας Βασίλειος στὸ βιβλίο τῆς Γενέσεως καὶ στὸν στίχο: «καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν...». (Γεν. 1,26), ἑρμηνεύει: «Τὸ μὲν κατ᾿ εἰκόνα μᾶς δόθηκε νὰ ὑπάρχει μέσα στή φύση μας, τὸ δὲ καθ᾿ ὁμοίωση στὴν προαίρεσή μας, τὸ ὁποῖο κατορθώνουμε κατόπιν μὲ τὴ θέλησή μας». 

Ὁ δὲ ἅγιος Ἰσίδωρος λέει: «... ἡ μὲν δημιουργία διασώζει τὸ κατ᾿ εἰκόνα, ἡ δὲ προαίρεση τὸ καθ᾿ ὁμοίωση». Ἀλλά, σχολιάζει ὁ Ἰωήλ Γιαννακόπουλος, τὸ καθ᾿ ὁμοίωση ἀρχίζει ἀπὸ ἐδῶ, ἀπ᾿ αὐτὴν τὴν ζωὴ καὶ κορυφώνεται στὴν ἄλλη ζωή, ὅπου «ὅμοιοι αὐτῷ ἐσόμεθα, ὅτι ὀψόμεθα αὐτὸν καθὼς ἐστι». (Α' Ἰω. 3,2). 

Ὁ δὲ Παναγιώτης Τρεμπέλας, στὸν στίχο αὐτὸ τοῦ Ἰωάννη συμπληρώνει πώς, ὅ,τι εἴμαστε πρὸς τὸ παρόν, (δηλαδὴ «τέκνα Θεοῦ», διὰ τοῦ Βαπτίσματος, κατὰ τὸν ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη) δικαιολογεῖ τὴν πεποίθησή μας γιὰ τὸ μέλλον, κατὰ τὸ ὁποῖο θὰ σημειωθεῖ ἡ καὶ «ἐνεργείᾳ» πλήρης ἀνάπτυξη ἐκείνου, τὸ ὁποῖο ὑπάρχει ἤδη μέσα μας «δυνάμει». Καὶ συνεχίζει: «Τὸ νὰ γίνουμε ὅμοιοι πρὸς τὸν δεδοξασμένο Κύριό μας ἀποτελεῖ τὸν ὕψιστο σκοπὸ τῆς ζωῆς μας καὶ τὸν ὕψιστο προορισμό μας. 

Ὅλοι οἱ πόθοι μας καὶ τὰ ἰδανικὰ μας ὡς Χριστιανῶν πρὸς αὐτὸ κατευθύνονται· νὰ ἐξομοιωθοῦμε πρὸς τὸν ἐνανθρωπήσαντα καὶ δεδοξασμένο Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ μετάσχουμε στὴν δόξα του καὶ στὴν μακαριότητά του». Νὰ γίνουμε ὅμοιοι, ἕν πλήρη ἐλευθερία, «ὡς θεοὶ κατὰ χάριν μὲ τὸν κατὰ φύσιν Θεό», πάλι κατὰ τὸν ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη.


Καὶ ἀφοῦ ὁ σκοπός τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, ἀπὸ ἐδῶ ἀκόμη, εἶναι ἡ πορεία πρὸς τὸ καθ᾿ ὁμοίωση, παύει ἡ ζωὴ καθ᾿ ἑαυτὴν νὰ εἶναι τὸ ὕψιστο ἀγαθό. Ἄρα, ἡ ζωὴ θὰ μποροῦσε νὰ χαρακτηριστεῖ ὡς μέγιστο ἀγαθό, ἀλλὰ ὄχι ὡς ὕψιστο. Ὕψιστος πόνος δὲ καὶ ἀγωνία τοῦ Χριστιανοῦ εἶναι αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἀποφέρει ἐν ταπεινώσει καρποὺς τῆς θείας Χάριτος. 

Ἄν ἡ ἐπίγεια ζωὴ εἶναι τὸ ὕψιστο ἀγαθό, τότε δὲν θὰ εἴχαμε στὴν πατρίδα ἥρωες καὶ στὴν Ἐκκλησία μας μάρτυρες καὶ ὁμολογητὲς ἁγίους, διότι θὰ ἔγερνε ἡ καρδιά τους πρὸς τὸ «νῦν φεῦ ζῆν», ἀφοῦ θὰ εἶχαν ἐγκαταλείψει τὸ «ἀεὶ εὖ ζῆν». Ἀλλὰ ἐπιπλέον, ὅλοι ὅσοι γεννήθηκαν σὲ αὐτὴν τὴν ζωὴ καὶ ἔμειναν βαριὰ ἄρρωστοι δίχως θεραπεία μέχρι τὸ θάνατό τους, ἀνάπηροι, διὰ βίου κλινήρεις, διανοητικὰ ὑστεροῦντες, θὰ ἦταν οἱ πιὸ ἀδικημένοι ἄνθρωποι ἀπὸ ἕναν ἄδικο Θεό. Ὅμως ἔχουμε ἁγίους, ποὺ προέρχονται ἀπὸ αὐτὲς τὶς κατηγορίες.

Ὅσα καὶ ἂν γράφονται, ὅσα καὶ ἂν λέγονται γιὰ τὴν σημερινὴ ταπείνωση τῆς Ἐκκλησίας, δὲν ἀλλάζει τίποτε, ἂν δὲν θελήσουμε νὰ μοιάσουμε τοὺς ἁγίους μας. Χωρὶς τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν προσδοκία τῆς αἰωνιότητος, χωρὶς ἔμπρακτη μετάνοια, χωρὶς τὴν κυριολεκτικὴ σημασία τῆς λέξεως «ἐπιστροφή»! Ἐπιστροφή στὰ πάτρια, στὰ κληρονομηθέντα ἀπὸ τοὺς ἁγίους πατροπαράδοτα «ἀπόκοσμα» ἔθη. Ἐπιστροφή, τοὐλάχιστον στὴν πρὸ Κολυμπαρίου ἐποχή! Τοὐλάχιστον! Ἀλλά, δυστυχῶς, δὲν φαίνεται νὰ ὑπάρχει τέτοια δυνατότητα ἀπὸ τὴν Ἱεραρχία μας, καθὼς εἶναι φυλακισμένη στὶς δαγκάνες τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.


Ἄρχισαν ἤδη κάποιοι «εὐαίσθητοι», πρωταγωνιστὲς τῶν προδοτικῶν ἐνεργειῶν (Κολυμπάρι, ἀναγνώριση ἐκκλησιαστικότητας σὲ αἱρέσεις, συμπροσευχὲς μὲ αἱρετικούς, μουσουλμάνους καὶ ἀλλοθρήσκους, κλπ), ἄρχισαν τὶς διαμαρτυρίες, τὰ κλαψουρίσματα, τὰ κροκοδείλια δάκρυα. Ἄρχισαν νὰ γράφουν ἱστοριούλες δακρύβρεχτες, κατάλληλες γιὰ νὰ συγκινήσουν «γυναικάρια». 

Ἐπίσης γελοῖες δικαιολογίες καὶ παιδαριώδεις καταγγελίες κατὰ τῶν τάχα ἐχθρῶν καὶ ἀντιπάλων τους πολιτικῶν. Μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ καταστείλουν τὶς συνειδήσεις τους, ἔναντι τῶν κακῶν ποὺ διέπραξαν εἰς βάρος τοῦ ἁπλοῦ λαοῦ τῆς Ἐκκλησίας ἢ νὰ δημιουργήσουν περὶ αὐτοὺς τὸ κατάλληλο κλίμα ὑστεροφημίας. Τελείωσαν ὅμως καθὼς φαίνεται, τὰ ψέματα! Ἀπὸ δῶ καὶ πέρα ναὶ ἢ ὄχι στὴν Ἀλήθεια! Τίποτε λιγότερο, τίποτε περισσότερο!

Ἡ Ἐκκλησία ὡς σῶμα Χριστοῦ, ἔχει χρέος καὶ καθῆκον νὰ διαλαλεῖ τὴν παρουσία της ἀντίθετα στὸ ρεῦμα τοῦ κόσμου. Σὲ κάθε εὐκαιρία νὰ ὑπενθυμίζει μὲ ἀπόλυτη ἱερότητα τὴν προσωρινότητα αὐτῆς τῆς ζωῆς. Ἡ σημερινὴ βιοθεωρία καὶ κοσμοθεωρία καθιέρωσαν ὡς αὐτοσκοπὸ καὶ στὴ δική μας ζωὴ τὴν μακροζωία καὶ τὸ κυνήγι τῆς εὐδαιμονίας. 


Ὀφείλει λοιπὸν νὰ διδάσκει ἐπίμονα καὶ μὲ ἱερὸ ζῆλο, σὲ πεῖσμα τῶν καιρῶν, πὼς ἡ ὕψιστη ἐνυπόστατη ἐλπίδα τοῦ ἀνθρώπου βρίσκεται ἀποταμιευμένη στὸ Εὐαγγέλιο καὶ στὴν Παράδοσή της καὶ δὲν τελειώνει στὰ ἐλπιζόμενα τῆς παρούσας ζωῆς, πίσω ἀπὸ τὰ ὁποῖα παραμονεύει τὸ φοβερὸ καὶ δαιμονικὸ ἀδιέξοδο! Νὰ φωνάζει, νὰ κράζει στὰ πέρατα τῆς γῆς: Ἔλθετε καὶ ἴδετε!!!

Σάββας Ἠλιάδης
Δάσκαλος
Κιλκίς, 22-4-2020
_________________________

Ἡ προσθήκη τῶν φωτογραφιῶν
εἶναι τοῦ ἱστολογίου μας
 
«Πᾶνος» 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου