– Τί φταίει, Γέροντα, καὶ δὲν εἶμαι πάντοτε εἰρηνική;
– Δὲν ἐλευθερώθηκες ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου, εἶσαι σκλάβα στὸν παλαιό σου ἄνθρωπο. Κοίταξε νὰ πετάξης τὸν ἑαυτό σου, γιατί, ἂν δὲν πετάξης τὸν ἑαυτό σου, θὰ σὲ πετάξη ὁ ἑαυτός σου.
Ὅποιος ἔχει φιλαυτία, δὲν μπορεῖ νὰ ἔχη ἀνάπαυση, εἰρήνη ψυχῆς, γιατὶ δὲν εἶναι ἐσωτερικὰ ἐλεύθερος. Εἶναι σὰν τὴν χελώνα καὶ τὸ περπάτημά του εἶναι σὰν τῆς χελώνας. Βγάζει ἐλεύθερα τὸ κεφάλι της ἡ χελώνα; Τὸν περισσότερο καιρὸ μένει κλεισμένη στὸ καβούκι της.
– Νομίζω, Γέροντα, ὅτι θεωρητικὰ πιάνω τὸν ἑαυτό μου, στὴν πράξη ὅμως...
– Ἡ ἐφαρμογὴ εἶναι δύσκολη· ἐκεῖ ζορίζεται ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος. Ἂν ὅμως δὲν ζορίσουμε φιλότιμα τὸν παλαιό μας ἄνθρωπο, θὰ μᾶς ἀνατινάξη τὴν πνευματική μας οἰκοδομή.
























