Ἴσως κάποιοι ἀναγνῶστες νὰ ἔχουν στὴν βιβλιοθήκη τους κάποιες παλιὲς ἐκδόσεις ποὺ τιτλοφοροῦνται «ΒΙΠΕΡ». Εἶναι τῆς δεκαετίας 1960 - 1970, τότε ποὺ δὲν κυριαρχοῦσαν στὴν ζωὴ τῶν ἀνθρώπων τὰ ἠλεκτρονικὰ σκευάσματα οὔτε ἡ εἰκόνα εἶχε ἐκμηδενίσει τὶς ἄλλες αἰσθήσεις τους. Τὰ βιβλία τῶν ἐκδόσεων «ΒΙΠΕΡ» ἦταν προσιτά, μὲ χαμηλὲς τιμὲς γιὰ τὸ κοινό, σὲ στρωτὴ γλῶσσα καί, τὸ σπουδαιότερο, ἐξέδιδαν κλασσικὰ ἔργα Ἑλλήνων καὶ ξένων συγγραφέων.
Τὰ «κυνηγοῦσα» ἀπὸ μικρὸς κι ἔχω ἀρκετὰ ἀπὸ αὐτὰ στὰ ὁποῖα προστρέχω πρὸς γνῶσιν καί... μόρφωσιν. Διαβάζω αὐτὴν τὴν ἐποχὴ τὰ «Ἅπαντα ποιήματα» τοῦ Γεωργίου Βιζυηνοῦ. Ὁ τραγικὸς λογοτέχνης γεννήθηκε τὸ 1848 στὴν Βιζύη τῆς Ἀν. Θράκης καὶ πέθανε το 1896 στὴν Ἀθήνα. Εἶναι γνωστὸς γιὰ τὰ διηγήματά του «Τὸ μόνον ταξίδιον τῆς ζωῆς μου», «Τὸ ἁμάρτημα τῆς μητρός μου», «Ποῖος ἦτο ὁ φονεὺς τοῦ ἀδελφοῦ μου». Ὡραῖο εἶναι ἀκόμη τὸ ποίημά του «Ὁ μαρμαρωμένος βασιλιᾶς».
Ἦταν οἱ ἐποχὴ ποὺ οἱ ποιητὲς δὲν νοσοῦσαν ἀπό τὴν κερδοφόρο ἀσθένεια τῆς «πολιτικῆς ὀρθότητας», δὲν ἔκαναν τὴν δίαιτα ποὺ δὲν παχαίνει, τὸ νὰ καταπίνεις, δηλαδή, τὰ λόγια σου, νὰ αὐτολογοκρίνεσαι γιὰ νὰ μὴ σὲ στοχοποιήσουν τὰ ξεγάνωτα ἀπολειφάδια τοῦ δῆθεν προοδευτισμοῦ. Γι᾿ αὐτὸ δὲν δίσταζε ὁ ποιητὴς νὰ γράφει στίχους ὅπως «Φωτιὰ νὰ κάψει τὴν Τουρκιά, φωτιὰ κι ἀστροπελέκι!/καὶ τὸ σταχτό της οἱ ἄνεμοι νὰ σύρουν πιὸ παρέκει/κι ἀπὸ τὴν κόκκινη μηλιά».