...Ἔφεραν κάποτε ἀπό τήν Καισάρεια ἕνα δαιμονισμένον. Ἐνῶ φαινόταν ἤρεμος, ξεσποῦσε σέ κραυγές καί ἔβγαζε ἀφρούς ἀπό τό στόμα του. Τόν ἔφεραν δεμένο καί ὁ πατήρ τούς εἶπε νά τόν φέρουν μέσα στό δωμάτιό του. Τούς ἔβγαλε ὅλους ἔξω, ἔκλεισε τήν πόρτα καί ἄρχισε νά τοῦ διαβάζη τούς ἐξορκισμούς. Ἕνα μικρό ἐγγονάκι του ὅμως, ἡλικίας τεσσάρων μέ πέντε ἐτῶν, κρύφτηκε μέσα στό δωμάτιο, παρακολούθησε καί διηγήθηκε ὅσα εἶδε. Ὁ παπᾶς διάβαζε τούς ἐξορκισμούς ἐπιτιμώντας τά δαιμόνια νά φύγουν. Κάθε φορά πού χτυποῦσε τό πόδι στό πάτωμα ὁ ἱερέας, ἔβλεπε τό παιδάκι ἀπό τό στόμα τοῦ δαιμονισμένου νά βγαίνουν τά δαιμόνια μέ μορφή ποντικιῶν. Οἱ ἐξορκισμοί κράτησαν πολλή ὥρα καί τό παιδάκι βλέποντας τά ποντίκια (δαίμονες) νά γεμίζουν τό δωμάτιο, φοβισμένο ἄρχισε νά φωνάζη:
–Παπποῦ, παπποῦ, γέμισε τό σπίτι μας ποντίκια.
–Μή φοβᾶσαι, παιδί μου, δέν εἶναι ποντίκια αὐτά, θά φύγουν.
Ἀφοῦ τελείωσαν οἱ ἐξορκισμοί ὁ δαιμονισμένος ἠρέμησε καί ἀποκοιμήθηκε. Ὅταν ξύπνησε, τοῦ ἔδωσαν φαγητό καί νερό. Ἀναγνώρισε τούς δικούς του καί ἤρεμος πλέον διηγεῖτο τί ὑπέφερε ἀπό τούς δαίμονες εὐχαριστώντας τόν Θεό πού τόν ἀπάλλαξε ἀπ᾿ αὐτό τό μαρτύριο. Εὐχαρίστησαν τόν παπα–Βασίλη, ἀσπάσθηκαν τό χέρι του καί ἔφυγαν.

