Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης, Ρῶσος ἱερεύς, Πνευματικὸς καὶ θερμουργὸς κῆρυξ τοῦ Εὐαγγελίου. Ἤκμασε στὰ τέλη τοῦ περασμένου αἰῶνος καὶ στὶς ἀρχὲς τοῦ παρόντος. Προορατικὸς καὶ θαυματουργός.
Ἠναλώθη στὴν καθημερινὴ διακονία τοῦ πάσχοντος λαοῦ. Χριστομίμητος ἡ ἀγάπη του. Αὐτὴ ἡ ἁγία ἀγάπη τὸν ἀναγκάζει νὰ πῆ τὴν ἀλήθεια γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία ποὺ σώζει καὶ γιὰ τὴν αἵρεση καὶ ἑτεροδοξία ποὺ δὲν ἐξασφαλίζουν τὴν σωτηρία.
Σύμφωνα μέ τοὺς λόγους τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. «μόνο ὅποιος μετέχει τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ κατανοεῖ τὴν ἀληθινὴ φύσι τῆς Ἐκκλησίας».
Ποιὸς ἄλλος, λοιπόν, κατενόησε καλύτερα τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κρονστάνδης, τοῦ ὁποίου τὴν ἁγιότητα χαρακτήριζε ἡ εὐλαβεστάτη, συχνὴ καὶ μάλιστα καθημερινὴ τέλεσις τῆς Θείας Λειτουργίας; Ἀπὸ αὐτὴν ἐνεπνέετο γιὰ τὴν μεγάλη ποιμαντική του διακονία. Αὐτὴ ἦταν ἡ πηγὴ τῆς ὑψηλῆς, ἐμπειρικῆς του θεολογίας.
























