Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2020

Η στάσις του αγίου Ιωάννου της Κρονστάνδης έναντι των μη ορθόδοξων ομολογιών



Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης, Ρῶσος ἱερεύς, Πνευματικὸς καὶ θερμουργὸς κῆρυξ τοῦ Εὐαγγελίου. Ἤκμασε στὰ τέλη τοῦ περασμένου αἰῶνος καὶ στὶς ἀρχὲς τοῦ παρόντος. Προορατικὸς καὶ θαυματουργός.

Ἠναλώθη στὴν καθημερινὴ διακονία τοῦ πάσχοντος λαοῦ. Χριστομίμητος ἡ ἀγάπη του. Αὐτὴ ἡ ἁγία ἀγάπη τὸν ἀναγκάζει νὰ πῆ τὴν ἀλήθεια γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία ποὺ σώζει καὶ γιὰ τὴν αἵρεση καὶ ἑτεροδοξία ποὺ δὲν ἐξασφαλίζουν τὴν σωτηρία.

Σύμφωνα μέ τοὺς λόγους τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. «μόνο ὅποιος μετέχει τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ κατανοεῖ τὴν ἀληθινὴ φύσι τῆς Ἐκκλησίας».

Ποιὸς ἄλλος, λοιπόν, κατενόησε καλύτερα τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κρονστάνδης, τοῦ ὁποίου τὴν ἁγιότητα χαρακτήριζε ἡ εὐλαβεστάτη, συχνὴ καὶ μάλιστα καθημερινὴ τέλεσις τῆς Θείας Λειτουργίας; Ἀπὸ αὐτὴν ἐνεπνέετο γιὰ τὴν μεγάλη ποιμαντική του διακονία. Αὐτὴ ἦταν ἡ πηγὴ τῆς ὑψηλῆς, ἐμπειρικῆς του θεολογίας.

Μεταδίδοντας καθημερινῶς τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ στὸν λαό, μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔβλεπε τὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀγωνιζόταν σ᾿ ὅλη του τὴν ζωὴ ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν καὶ σχισματικῶν, οἱ ὁποῖοι σοβαρώτατα ἁμάρτησαν παραβαίνοντας τὴν ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ: «ἵνα πάντες ἕν ὦσιν» ( Ἰω. Ιζ' 21).

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης δὲν ἐδημιούργησε συστήματα Ὀρθοδόξου δογματικῆς, ὅπως καὶ ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ὁ ὁποῖος ἐπίσης δὲν συστηματοποίησε τὴν διδασκαλία του. Ὡστόσο, οἱ σύγχρονοί του εὕρισκαν σ' αὐτὸν μία ὑψηλότατη καὶ ἀλάθητη λύση τῶν θεμάτων τῆς πίστεως.

Ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς γιὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη εἶναι νὰ εἰσέλθωμε στὸ πλήρωμα τῆς Χριστιανικῆς τελειότητος, τῆς θεώσεως, πρὸς τὴν ὁποία ὁδηγούμεθα μὲ τὸν ἀγῶνα πρὸς τοὺς «ἀοράτους ἐχθρούς», μὲ τὴν μετάνοια, μὲ τὴν ἀπόκτησι τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἀπὸ τὴν ἐμπειρία ὁλοκλήρου τῆς ἀσκητικῆς του ζωῆς, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ἀπεκόμισε τὴν σκέψι ὅτι διὰ τῶν ἀνθρωπίνων δυνάμεων εἶναι ἀδύνατο νὰ φθάσωμε τοῦτο τὸ πλήρωμα: «Εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἀνήκωμε στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τῆς ὁποίας Κεφαλῇ εἶναι ὁ Παντοδύναμος Βασιλεύς, ὁ Νικητὴς τοῦ Ἅδου, ὁ Ἰησοῦς Χριστός.

Ἡ Βασιλεία Του εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία νοεῖται ὡς κοινωνία τῶν ἁγίων, οἱ ὁποῖοι μετετέθησαν στὸν οὐρανό, καὶ ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζονται ἐπὶ τῆς γῆς (1, σελ. 18), μαχόμενοι πρὸς τὰς ἀρχὰς καὶ ἐξουσίας καὶ κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρὸς τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρίας...

Ὁ μὴ Ὀρθόδοξος, ἀκόμη καὶ μιὰ μεγάλη μὴ ὀρθόδοξη κοινότης, δὲν μπορεῖ νὰ στρατευθῆ στὸν πόλεμο αὐτόν, χωρὶς τὸν Χριστὸ ὡς Κεφαλή του δὲν μπορεῖ νὰ κάνη τίποτε μὲ τέτοιους πανούργους, ὀξυδερκεῖς ἐχθρούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι συνεχῶς ἄγρυπνοι καὶ ἔχουν μάθει τέλεια τὴν ἐπιστήμη τοῦ πολέμου τους.

Ὁ Ὀρθόδοξος Χριστιανὸς ἔχει δυνατὴ ὑποστήριξι στὸν ἀγῶνα αὐτόν: πρῶτα ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ἀπὸ τοὺς ἁγίους Ἀθλητὰς Του, οἱ ὁποῖοι ἐνίκησαν τοὺς ἐχθροὺς μὲ τὴν δύναμι τῆς Χάριτος τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἔπειτα ἀπὸ τὴν ἐπὶ γῆς Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία, ἀπὸ τοὺς ποιμένας καὶ διδασκάλους της καὶ ἀπὸ τὴν κοινὴ προσευχὴ καὶ τὰ μυστήρια. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, στὴν ὁποία ἐλέει Θεοῦ ἀνήκουμε κι᾿ ἐμεῖς, εἶναι ἕνας τέτοιος βοηθὸς στὸν ἀγῶνα τοῦ Χριστιανοῦ ἐναντίον τῶν ἀοράτων καὶ ὁρατῶν ἐχθρῶν» (1, σελ. 52).

Ἡ σκέψις τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κρονστάνδης ὅσον ἀφορᾶ τὴν Ἐκκλησία εἶναι πρῶτα ἀπ' ὅλα σωτηριολογική. Τὸ νὰ ἀνήκει κανεὶς στὴν Ἐκκλησία εἶναι γι᾿ αὐτὸν ἡ πηγὴ τῆς σωτηρίας: «Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ μοναδικὸ Σῶμα, τοῦ ὁποίου Κεφαλὴ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ἐνῶ ψυχὴ εἶναι τὸ ἴδιο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὸ ὁποῖο ζωογονεῖ, φωτίζει, καθαρίζει καὶ ἐνδυναμώνει ὅλα τὰ μέλη αὐτοῦ τοῦ μεγάλου σώματος ποὺ ἀγωνίζονται ἐπὶ τῆς γῆς» (1, σελ. 6, 14, 26).

«Τότε τί ἀναγκάζει μερικοὺς νὰ φεύγουν ἀπὸ τὸν μοναδικὸ αὐτὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ» (1, σελ. 6), στὸν ὁποῖο - ἐπειδὴ κεφαλὴ εἶναι ἡ Ἐνυπόστατος Σοφία - ὑπάρχει «μιὰ τέτοια ἄβυσσος σοφίας, ὥστε θὰ ἐπαρκοῦσε μὲ ἀφθονία σὲ ὅλους τοὺς σοφοὺς τοῦ κόσμου γιὰ μελέτη, θαυμασμὸ καὶ δοξολογία. Ἀλλὰ ὁ Κύριος ἀπέκρυψε αὐτὴν ἀπὸ σοφῶν καὶ συνετῶν καὶ ἀπεκάλυψεν αὐτὴν νηπίοις κατὰ τὸ φρόνημα».

Τὸ πρόβλημα μὲ αὐτοὺς τοὺς ἀξιολύπητους σοφοὺς εἶναι ὅτι προσπαθοῦν νὰ συμβιβάσουν τὴν ἀλήθεια μὲ τὴν ὑπερήφανη λογικὴ ποὺ δὲν ἔχει καθαρθῆ ἀπὸ τὰ πάθη, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ διαστρεβλώνουν τὴν ἀλήθεια καὶ τελικὰ νὰ ἐκπίπτουν ἀπὸ τὴν ὀρθὴ Πίστι (3, σελ. 58).

Ἡ μοναδικότης καὶ τὸ ἀλάνθαστον τῆς Πίστεως εἶναι τελείως οὐσιώδη, ἄλλωστε ἡ Πίστις μας, ἡ νικήσασα τὸν κόσμον (Α' Ιω. ε' 4), δὲν εἶναι τὸ σύνολον ὑποκειμενικῶν ψυχολογικῶν ἐμπειριῶν, ἀλλὰ ἡ ἀποκάλυψις ὑπὸ τῆς Παναγίας Τριάδος τῆς ὁδοῦ πρὸς τὴν σωτηρία (!, σελ. 14).

Ἡ ἑνότης τῶν Χριστιανῶν στὴν Ἐκκλησία δὲν γεννᾶται ἐκ θελήματος σαρκὸς (Ἰω. α' 13). Εἶναι ἡ πραγματοποίησις τῆς προσευχῆς τοῦ Χριστοῦ πρὸς τὸ Πατέρα σχετικὰ μὲ τοὺς μαθητάς, ἵνα ὦσιν ἕν, ὅπως ἀκριβῶς ἡ Παναγία Τριὰς εἶναι ἕν. (Ἰω. ιζ' 11, 21 - 22). Εἶναι ὁ καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ Ὁποῖον ἐξεχύθη ἐπὶ τῶν Ἀποστόλων κατὰ τὴν Πεντηκοστή.

Κατὰ τοὺς Ἁγίους Πατέρας, στὸν χορὸ τῶν ὁποίων ἵσταται τώρα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης, ἡ ἑνότης τῆς Πίστεως καὶ ἡ μοναδικότης τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τόσο σπουδαία, ὥστε στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως ἡ μοναδικότης νὰ εἶναι ἡ πρώτη ἰδιότης τῆς Ἐκκλησίας.

Κάθε ἕνας ποὺ θέτει τέρμα στὶς σχέσεις του μὲ τὴν Μία Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ βασίζεται οὔτε στὴν ἀποστολικὴ διαδοχή, οὔτε στὴν ἁγιότητα, οὔτε στὴν καθολικότητα, διότι «ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι μόνον μία, ἀλλὰ καὶ ἡ μοναδικὴ» κατὰ τὸν ἅγιο Κυπριανὸ Καρθαγένης. «Ἡ ἀληθινὴ Ἐκκλησία παραμένει μία καὶ ἀδιαίρετος καὶ ἡ μόνη ποὺ σώζει. Αὐτὴ εἶναι ἡ Ἀνατολικὴ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία».

«Οὐδεμία ἄλλη Χριστιανικὴ Ὁμολογία ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία» γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης, «μπορεῖ νὰ φέρει ἕνα Χριστιανὸ στὴν τελειότητα τῆς Χριστιανικῆς ζωῆς ἢ ἁγιότητος καὶ νὰ ὁλοκληρώση τὴν κάθαρσι ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες καὶ νὰ ὁδηγήση στὴν ἀφθαρσία, διότι οἱ ἄλλες ὁμολογίες κατέχουν τὴν ἀλήθεια ἐν ἀδικίᾳ (Ρωμ. α', 18), ἀνέμιξαν τὴν δεισιδαιμονία καὶ τὸ ψεῦδος μὲ τὴν ἀλήθεια καὶ δὲν κατέχουν ἐκεῖνα τὰ θεόσδοτα μέσα γιὰ τὴν κάθαρσι, τὸν ἁγιασμό, τὴν ἀναγέννησι καὶ ἀνανέωσι τὰ ὁποῖα κατέχει ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία».

Κάθε προσβολὴ ἐναντίον τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τόσο μεγάλη, ὥστε «αὐτοὶ ποὺ αὐθαιρέτως χωρίζονται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία χάνουν τὴν κοινωνία μὲ τοὺς Ἁγίους, διότι ὡς νεκρὰ μέλη μὲ τὴν ἀντίθετη τοποθέτησί τους ἐπισύρουν πάνω τους τὴν αἰώνια ἀπώλεια» (1, σελ. 14). «Θλίβομαι βαθειά», γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης, «ποὺ ἡ ἁγία ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ διερράγη στὴν Δύσι καὶ ἀπὸ τὴν Δύσι, ἀπὸ τὸν περιβόητο Ρωμαιοκαθολικισμὸ καὶ μαζὶ μ᾿ αὐτὸν ἀπὸ τὸν Λουθηρανισμὸ καὶ τὴν Μεταρρύθμισι, καθὼς ἐπίσης σὲ μᾶς ἀπὸ σχίσματα καὶ κομματισμούς».

Κάθε πτῶσις, σύμφωνα μέ τὴν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων, ἀρχίζει ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια: περιφρονεῖ κάποιος μία ἐντολὴ καὶ τότε ἁμαρτάνει στὴν πρᾶξι. Ἔτσι ἔγινε καὶ μὲ τὸ ἀποσκίρτημα τῆς Δύσεως: «Πρὶν ἀπ᾿ αὐτό, ὁ πάπας καὶ οἱ παπικοὶ ἔγιναν ὑπερήφανοι καὶ ἐξύψωσαν τοὺς ἑαυτούς των τόσο, ὥστε ἐσκέφθηκαν νὰ κρίνουν τὸν ἴδιο τὸν Χριστό, τὴν ἴδια τὴν Ἐνυπόστατο Σοφία τοῦ Θεοῦ» (1, σελ 59), τὸν οὐράνιο Διδάσκαλο, χωρὶς τὸν Ὁποῖον «οὐδὲ τὸν Πατέρα τὶς ἐπιγινώσκει, εἰ μὴ ὁ Υἱός» (2, σελ. 38).

Ἡ ὑπερηφάνειά τους ἔφθασε στὸ σημεῖο νὰ διαστρέψουν μερικοὺς ἀπὸ τοὺς λόγους, ἐντολὲς καὶ θεσπίσματά Του (1, σελ. 59). Ὁ Χριστὸς λέγει ὅτι τὸ Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα, ἐνῶ οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ καὶ οἱ Λουθηρανοί μαζὶ μὲ τοὺς Ἀγγλικανοὺς λέγουν ὅτι ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸ (2, σελ. 38 - 39).

Ἔχοντας ἀποκοπεὶ ἀπὸ τὴν Παράδοσι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἔχοντας χάσει τὸ ἐσωτερικὸ κριτήριο τῆς ἀληθείας καὶ τὴν συνοδικὴ ἀρχὴ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, οἱ Λατῖνοι, ἐπειδὴ ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ κάποιο εἶδος ἐξουσίας, ἤγειραν μιὰ νέα ἐξουσία γιὰ νὰ διδάσκεται ἡ Πίστις: τὸν «ἀλάθητο Πάπα τῆς Ρώμης, τὸν «ἀντιπρόσωπο τοῦ Χριστοῦ».

«Ἐγὼ μεθ᾿ ὑμῶν εἰμί... ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. κη' 20). Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶναι πάντοτε παρὼν στὴν Ἐκκλησία Του. Τί χρειάζεται τότε ἕνας ἀντιπρόσωπος - πάπας;», γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης καταγγέλοντας τὴν αἵρεσι τοῦ παπισμοῦ.

Ὡς μιὰ κεφαλαιώδης αἵρεσις, ὁ Λατινισμός προσπαθεῖ νὰ ἐντάξη κάτω ἀπὸ τὸ θεολογικό του σύστημα κείμενα ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, κατανοούμενα φυσικὰ ἔξω ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Παράδοσι τὴν ὁποία στερεῖται: «Τὸ κεντρικὸ σημεῖο τῆς ρωμαιοκαθολικῆς ὑπερηφάνειας καὶ τῶν ρωμαιοκαθολικῶν ψευδῶν στὰ δόγματα, στὴν διοίκησι καὶ στὴν ἠθικὴ διδασκαλία εἶναι τὸ πρωτεῖον τοῦ πάπα, ἡ φανταστικὴ καὶ ἐσφαλμένη κατανόησις τοῦ λόγου τοῦ Σωτῆρος: Σὺ εἰ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τὴ πέτρα οἰκοδομήσω μου τὴν ἐκκλησίαν, καὶ πύλαι ἅδου οὗ κατισχύσουσιν αὐτῆς (Ματθ. ιστ' 18). Ἀνεγνωρίσθη ἀπὸ ὅλους τοὺς Ἁγίους Πατέρας τῶν πρώτων καὶ μεταγενεστέρων αἰώνων, ὡς ἐπίσης καὶ ἀπὸ τοὺς πολὺ πρώτους ὀρθόδοξους πάπας, ὅτι πρέπει κανεὶς νὰ ἐννοῆ ὡς πέτρα θεμελιώσεως τὸν ἴδιο τὸν Ἰησοῦ Χριστό - ἡ δὲ πέτρα ἢν ὁ Χριστός» (Α' Κορινθ. ι' 4).

«Ὁ πάπας καὶ οἱ παπικοί, - κάλαμος ὑπὸ ἀνέμου σαλευόμενος - ἔχοντας ὑποδουλώσει ὅλον τὸν Καθολικισμὸ στὴν αἵρεσι, τὸν κατέστησαν ἀδιόρθωτο, διότι ὁ πάπας παρ᾿ ὅλες τὶς αἱρέσεις του ἀναγνωρίζεται ὡς ἀλάθητος ἀπὸ τὴν Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία καὶ ἔτσι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διορθωθῆ ἀπὸ κάποιον ποὺ σκέπτεται ἀντίθετα».

Ἡ Μεταρρύθμισις, ἡ ὁποία προῆλθε ἀπὸ τὸν Λατινισμό, ἦταν μιὰ ἀντίδρασις ἐναντίον τῶν διαστροφῶν τοῦ Λατινισμοῦ. Ἀντὶ νὰ ἐπανέλθη στὴν συνοδικὴ βάσι τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀπὸ ἀντίθεσι στὸν παπισμὸ ἀπέρριψε τὴν ἱεραρχία, δίδοντας στὸν κάθε πιστὸ τὸ δικαίωμα νὰ σκέπτεται «ἀλάνθαστα» περὶ τῆς Πίστεως. Ὁ νομικισμὸς τῆς Ρώμης καὶ τὰ ξένα πρὸς τὸν πατερικὸ ἀσκητισμὸ συστήματα πνευματικῆς ζωῆς, ποὺ ὁδηγοῦν στὴν πλάνη, παρεχώρησαν τὴν θέσι τους στὸν ἠθικὸ σχετικισμὸ καὶ τὴν ἀκολασία.

«Οἱ Ρωμαιοκαθολικοί, μὲ τὸ νὰ ἀναγνωρίζουν τὸν πάπα ὡς κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἔχασαν τὴν πραγματικὴ Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας - τὸν Χριστό - καὶ παρέμειναν χωρὶς Κεφαλή...» (2, σελ. 37). «Οἱ Λουθηρανοὶ ἀπεκόπησαν καὶ παρέμειναν χωρὶς τὴν Κεφαλή, οἱ Ἀγγλικανοὶ ἐπίσης. Δὲν ἔχουν τὴν Ἐκκλησία...και ὁ Βελίαλ τους πολεμᾶ μὲ τὴν δύναμι καὶ τὶς μηχανορραφίες του καὶ τοὺς κρατᾶ στὴν πλάνη του καὶ τὴν ἀπώλεια. Ἕνα πλῆθος ἀνθρώπων χάνονται στὴν ἀθεΐα καὶ τὴν φαυλότητα». (1, σελ.52).

«Ὁ Λουθηρανισμός, καλυπτόμενος ὑπὸ τὸ ὄνομα τῆς Χριστιανικῆς Πίστεως, εἶναι στὴν πραγματικότητα ἄρνησις τῆς Πίστεως. Ἀπορρίπτοντας τὶς νηστεῖες καὶ τὸ μοναχισμὸ ἢ τὴν ἐν παρθενίᾳ ζωῇ τὴν ἀφιερωμένη ἀποκλειστικὰ στὴν ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ, παραδίδεται στὴν φιληδονία. Εἶναι παράδοσις στὴν ψευδώνυμο ἀνθρωπίνη λογικὴ μὲ τὶς φιλοσοφικές της ἀσυναρτησίες καὶ τὴν θεοποίησή της, ἄρνησις τῆς θείας αὐθεντίας τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων, αὐθαίρετη συνάθροισις ὑπὸ τὸ ὄνομα τῆς κεκαθαρμένης, μεταρρυθμισμένης Ἐκκλησίας».

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης θρηνοῦσε ἐν πνεύματι «τὶς μεγάλες κοινότητες ποὺ ἀστόχησαν στὴν Πίστι». Δὲν ἔβλεπε νὰ λύνεται ἡ τραγικὴ αὐτὴ κατάστασις μὲ συμβιβασμούς, μὲ τὴν ἀναζήτησι κοινῶν στοιχείων στὴν Πίστι τῆς ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας. Κατενόησε ὅτι μιὰ τεχνητὴ ἕνωσις, μὲ θεμέλια γήινα, εἶναι ἕνας πύργος τῆς Βαβέλ. «Εἶναι πράγματι δυνατὸν νὰ ἑνώση κανεὶς κάτι ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ἑνωθῆ, τὸ ψεῦδος μὲ τὴν ἀλήθεια;», ἀναρρωτιόταν (2, σελ. 31).

«Ἐμεῖς ὀφείλουμε νὰ προσκολληθοῦμε σταθερὰ στὴν μία ἀληθινὴ Πίστι καὶ Ἐκκλησία» (1, σελ. 32). «Ποιὸς ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους δὲν θὰ ἐπιθυμοῦσε νὰ ἑνωθῆ μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς καὶ τοὺς Λουθηρανοὺς καὶ νὰ εἶναι ἕνα μὲ αὐτοὺς ἐν Χριστῷ, μία Ἐκκλησία, μία κοινότητα πιστῶν! Ἄς πετάξουν τὸ ψεῦδος, ἂς δεχθοῦν τὴν ἀλήθεια καὶ ἂς ἑνωθοῦν μαζί μας εἰς ἑνότητα πνεύματος, φθάνουν οἱ διαφωνίες καὶ ἐπιχειρηματολογίες των. Ὁ ἐρχομὸς τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἐγγύς, ἐπὶ θύραις», ἔγραφε ὁ ἅγιος Ἰωάννης, «ἀλλὰ ποιὸς ἀπὸ τὰ μέλη αὐτῶν ποὺ ὀνομάζονται ἐκκλησίες, κυρίως οἱ ἡγέτες...θὰ συμφωνήση νὰ ἀποκηρύξη τὰ λάθη του; Κανείς. Καὶ ἐμεῖς δὲν μποροῦμε νὰ συμφωνήσωμε μὲ τὴν αἱρετική τους διδασκαλία χωρὶς νὰ ζημιωθῆ ἡ σωτηρία τῶν ἰδίων τῶν ψυχῶν μας...»(2, σελ. 31,39)

Ἀπαράδεκτη ἐπίσης γιὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη ἦταν ἡ σχετικοποίησις τῆς Πίστεως, (τοῦ δόγματος), ἡ παραδοχὴ κάθε ἑρμηνείας τοῦ Χριστιανισμοῦ (πόσο μᾶλλον μιᾶς μὴ χριστιανικῆς θρησκείας) ὡς σωστικῆς. «Οἱ διάφορες Ὁμολογίες διατηροῦν γνῶμες καὶ διδασκαλίες συνήθως ἀντίθετες πρὸς τὴν θεία ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, τῶν Οἰκουμενικῶν καὶ Τοπικῶν Συνόδων καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων...Ἡ σχετικοποίησις τῆς Πίστεως (τοῦ δόγματος) ὁδηγεῖ σὲ ἀπιστία ἡ σὲ ψυχρότητα πίστεως, σὲ ἀμέλεια ὅσον ἀφορᾶ στὴν τήρησι τῶν ἀρχῶν τῆς Πίστεως, σὲ ψυχρότητα μεταξὺ τῶν Χριστιανῶν» (1, σελ. 31).

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης ἔθετε τὴν μοναδική του ἐλπίδα στὴν παμφωτιστικὴ δύναμι τοῦ Παναγίου Πνεύματος καὶ ἔλεγε ὅτι «πρέπει κανεὶς νὰ προσεύχεται μὲ πολὺ ἐπιμέλεια... στὸν Πηδαλιοῦχο τῆς Ἁγίας Ἐκκλησίας, τὸν Χριστό, ὥστε Αὐτὸς νὰ ἐμφυσήση πνεῦμα ἀγάπης στὶς καρδιὲς ὅλων τῶν Χριστιανῶν καὶ νὰ τοὺς φωτίση μὲ τὸ Φῶς Του, γιὰ νὰ γνωρίσουν τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἀπορρίψουν ὅλες τὶς αἱρέσεις καὶ τὰ σχίσματα πρὸς ἀμοιβαία ἑνότητα» (1, σελ. 30).

Ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Ἰωάννης ἔντονα προσευχόταν στὸν Θεὸ μπροστὰ στὴν Ἁγία Τράπεζα, προσθέτοντας ἤρεμα το ἑξῆς στὴν ἀνάγνωσι τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως: «Ἕνωσε σ' αὐτὴν τὴν πίστι ὅλες τὶς μεγάλες κοινότητες ποὺ καλοῦνται Χριστιανικές, ἀλλὰ κατ᾿ οὐσίαν εἶναι ἀποστάται: τοὺς Ρωμαιοκαθολικούς, τοὺς Λουθηρανούς, Ἀγγλικανοὺς καὶ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἀπεκόπησαν ἀπὸ τὴν ἑνότητα τῆς ἁγίας Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία εἶναι τὸ Σῶμα Σου καὶ τῆς ὁποίας Σὺ εἶσαι Κεφαλὴ καὶ Σωτήρ.

Κατάρριψε τὴν ὑπερηφάνεια καὶ τὴν ἀντίθεσι τῶν διδασκάλων τους καὶ αὐτῶν ποὺ τοὺς ἀκολουθοῦν, δῶσε τους νὰ καταλάβουν μὲ τὴν καρδιά τους τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν σωστικότητα τῆς Ἐκκλησίας Σου καὶ νὰ ἑνωθοῦν ἀδόλως μ᾿ αὐτήν. Μὲ τὴ δύναμι τῆς Χάριτος τοῦ Πνεύματός Σου, ἕνωσε στὴν ἁγία Σου Ἐκκλησία καὶ αὐτοὺς ποὺ εἶναι ἀσθενεῖς ἀπὸ ἀμάθεια καὶ ἀπὸ τὴν πλάνη τοῦ σχίσματος.

Ἀνάκοψε τὴν ἰσχυρογνωμοσύνη τους καὶ τὴν ἀντίθεσί τους στὴν ἀλήθειά Σου, γιὰ νὰ μὴ χαθοῦν ἀθλίως μὲ τὴν ἀντίθεσί τους, ὅπως ὁ Κορέ, ὁ Δαθάν καὶ ὁ Αβειρών, οἱ ὁποῖοι ἀντετίθεντο στοὺς δούλους Σου Μωϋσή καὶ Ἀαρών (Ψαλμ. ρέ' 16 - 18). Τράβηξε πρὸς αὐτὴ τὴν Πίστι ὅλα τὰ ἔθνη ποὺ κατοικοῦν τὴν γῆ...» (1,σελ. 59, 169). Ὁ Κύριος ἄκουγε τὶς προσευχές του, ὅπως μαρτυρεῖ ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης.

Ἕν κατακλεῖδι θὰ ἤθελα νὰ ἐκφράσω τὴν σκέψι ὅτι ὁ ἅγιος Ἰωάννης ἀπηύθυνε αὐτοὺς τοὺς ἀπειλητικοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὡστόσο λόγοι ἀγάπης, ὄχι μόνο στοὺς αἱρετικοὺς καὶ σχισματικούς, διότι τὶς ἐπίστευσε τὴ ἀκοὴ ἡμῶν; (ᾟς. νγ' 1), ἀλλὰ καὶ στοὺς ὁμοδόξους ἀδελφούς του καλῶντας τοὺς «νὰ προσκολληθοῦν στὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία μὲ εἰλικρινῆ καρδιὰ (2, σελ. 14).

Κάθε μέλος τῆς Ἐκκλησίας, ὁποιοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι αὐτός, ἱεράρχης, ἱερεὺς ἡ λαϊκός, ὀφείλει νὰ ἐνθυμῆται τοὺς λόγους ποὺ εἰπώθηκαν ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κρονστάνδης: «Ἐλάβαμε τὸ τάλαντον τῆς οἰκουμενικῆς Ὀρθοδοξίας ἀπὸ τὸν Θεὸ πρὸς δόξαν Θεοῦ καὶ γιὰ τὴν σωτηρία μας. Πὼς χρησιμοποιοῦμε καὶ αὐξάνουμε αὐτὸ τὸ τάλαντο; Εὐχαριστοῦμε τὸν Κύριο; Ποιὰ εἶναι ἡ φύσις τῆς μετανοίας μας; Τί καλὰ ἔργα κάνομε; Πάντες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν, οὐκ έστι ποιῶν χρηστότητα, οὐκ έστι ἕως ἑνὸς (Ψαλμ. ιγ' 3)» (2, σελ. 40).

Δὲν ταιριάζουν ἄραγε καὶ σὲ μᾶς αὐτὰ τὰ λόγια τῆς Γραφῆς;


Πηγή: (Ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ ἄρθρο τοῦ A. VLADIMIROV στὸ περ/κό Τσερκόβναγια Ζϊζν, τ. 1-2, 1994), (Ὑπερασπισταί τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως Ἐκδόσεις “Ὀρθόδοξος Κυψέλη” Θεσσαλονίκη),


Η άλλη όψη

Πηγή:https://www.tideon.org

«Πᾶνος» 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου