Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2020

ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ - ΤΕΤΑΡΤΗ 29 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2020


Ἀνακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου



Χάρις λέουσιν Ἰγνάτιε παμβόροις,
Σοῦ σώματος λιποῦσι καὶ πιστοῖς μέρος.
Τῇ ἐνάτῃ ἐπάνοδος Ἰγνατίῳ εἰκάδι τύχθη.


Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Ἰγνάτιος († 20 Δεκεμβρίου) ἦταν διάδοχος τῶν Ἀποστόλων καὶ χρημάτισε δεύτερος Ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας. Ὑπῆρξε, μαζὶ μὲ τὸν Ἐπίσκοπο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σμύρνης Πολύκαρπο, μαθητὴς τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου. Μαρτύρησε ἐπὶ αὐτοκράτορα Τραϊανοῦ (98 – 117 μ.Χ.) στὴ Ρώμη, κατασπαραχθεὶς ἀπὸ τὰ θηρία.

Μετὰ τὸ φρικτὸ μαρτύριο τοῦ Ἁγίου, κάποιοι Χριστιανοὶ μάζεψαν ἀπὸ τὸν ἱππόδρομο τὰ ἐναπομείναντα ἅγια λείψανά του καὶ τὰ μετέφεραν στὴν Ἀντιόχεια. Ἡ Σύναξη αὐτοῦ ἐτελεῖτο στὴν Μεγάλη Ἐκκλησία.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς θησαυρὸν πλουτοποιῶν δωρημάτων, τὴν τῶν λειψάνων σου μυρίπνοον θήκην, τῇ ποίμνῃ σου μετήγαγον ἐκ Ῥώμης εὐσεβῶς· ἧσπερ τὴν ἐπάνοδον, ἑορτάζοντες πόθῳ, χάριν ἀρυόμεθα, πολλαπλῶν ἰαμάτων, τοὺς σοὺς ἀγῶνας μέλποντες ἀεί, Ἱερομάρτυς Ἰγνάτιε ἔνδοξε.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐξ Ἑῴας σήμερον ἐξανατείλας, καὶ τὴν κτίσιν ἅπασαν, καταλαμπρύνας διδαχαῖς, τῷ μαρτυρίῳ κεκόσμηται, ὁ θεοφόρος καὶ θεῖος Ἰγνάτιος.

Μεγαλυνάριον.
Χάριν ἀναβλύζει οἷα πηγή, δωρεῶν ἀΰλων, ἡ σὴ θήκη ἡ εὐαγής, καὶ σωμάτων πάθη, καὶ καρδιῶν τοὺς σπίλους, ἀεὶ ἀνακαθαίρει, Πάτερ Ἰγνάτιε.

Ὁ Ὅσιος Ἰγνάτιος ὁ Σιναΐτης ἐκ Ρεθύμνης



Ἀκτησίας καὶ εὐχῆς εὐῶδες ἴον,
Σίναιον ηὔφρανας, Ἰγνάτιε ὄρος.
Νίκανδρον κατεῖδες δεδικαιομένον,
Σὸν ὑποτακτικὸν Ἰγνάτιε ξένως.


Ο Όσιος και Θεοφόρος Ιγνάτιος καταγόταν από την πόλη του Ρεθύμνου της Κρήτης και ασκήτεψε στο όρος Σινά. Τηρώντας τους όρους της μοναστικής πολιτείας, παρθενία, υπακοή και ακτημοσύνη, έφθασε σε ύψη πνευματικής τελειότητας και καθοδήγησε πνευματικά πολλούς ασκητές.

Ο Όσιος Ιγνάτιος αξιώθηκε να βρει το άφθαρτο και μυροβλύζον λείψανο του υποτακτικού του Νικάνδρου, το οποίο αφού εναγκαλίσθηκε και ασπάσθηκε, ευχαρίστησε τον Θεό που τον πληροφόρησε για την δικαίωση του αγώνος του πνευματικού του τέκνου.

Ο Όσιος Ιγνάτιος κοιμήθηκε με ειρήνη.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἐκ Ῥεθύμνης ὡς ἄστρον τὸν ἀνατείλαντα, πνευματοφόρον πατέρα, τῆς ἀρετῆς ἐραστήν, ἀκτησίας καὶ εὐχῆς φωστῆρα μέλψωμεν, ὅτι ἐφώτισεν αὐγαῖς, ἀπαθείας Ἀσκητάς, Σιναίου βοῶντες· ζόφον, τῆς ἁμαρτιας εὐχαῖς σου, ἡμῶν

ἐκδίωξον Ἰγνάτιε.

Κοντάκιον
Ἦχος δ΄. Τῇ Ὑπερμάχῳ.
Τὸν ἐγκρατῆ πνευματοφόρον καὶ ἀκτήμονα, Σιναίου ὄρους ἀσκητὴν ἐγκωμιάσωμεν, ἐκ Ῥεθύμνης τὸν βλαστήσαντα νησου Κρήτης, ὡς ἀζύγων ποδηγέτην ἀπλανέστατον, πρὸς χαρὰν τὴν ἐν τῷ πόλῳ ἀτελεύτητον, ἀνακράζοντες·

Χαίροις μάκαρ Ἰγνάτιε.

Κάθισμα
Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.
Ὥσπερ Ἄγγελος, ἐν τῷ Σιναίῳ, Κρήτης βλάστημα, σεπτὸν βιώσας, τὰ σκιρτήματα σαρκὸς κατεπράϋνας, καὶ τῶν δαιμόνων δεινὰ μηχανήματα, τῇ τῶν ἀγώνων καθεῖλες ἐνστάσει σου, ὅθεν στέφει σε, ἀφθάρτῳ Χριστὸς κατέστεψε, σεπτὲ Ἱερομόναχε Ἰγνάτιε.

Ὁ Οἶκος
Ἄστρον ἀκτημοσύνης, προσευχῆς καὶ νηστείας, Ἰγνάτιε τῷ κόσμῳ ἐπώφθης, καὶ κατηύγασας τῶν ἀρετῶν, ταῖς βολαῖς τὸ ὄρος τοῦ Σινᾶ Ὅσιε, καὶ πάντας εὐσεβόφρονας, τοὺς πίστει σοι βοῶντας ταῦτα·

Χαῖρε, τῆς Κρήτης εὐῶδες ἴον·
χαῖρε, τῆς δόξης τὸ ἐκμαγεῖον.

Χαῖρε, τῶν ἀζύγων Σιναίου ὡράϊσμα·
χαῖρε, τῶν Ὁσίων ἀπάντων ἀγλάϊσμα.

Χαῖρε, ὄρθρος φαεινότατος, ἀσιγήτου προσευχῆς·
χαῖρε, στῦλος ἀκλινέστατος, ἐναρέτου βιοτῆς.

Χαῖρε, ὅτι ἐδείχθης, ἀσκητὴς θεοφόρος·
χαῖρε, ὅτι ὡράθης, ταπεινώσεως φάρος.

Χαῖρε, Χριστοῦ ἀγάπης τὸ ἔσοπτρον·
χαῖρε, ἐχθροῦ ἀπάτης τὸ θέριστον.

Χαῖρε, Σιναίου Πατέρων λαμπρότης·
χαῖρε, ὡραίου ἀγῶνος ἀκρότης.

Χαίροις, μάκαρ Ἰγνάτιε.

Μεγαλυνάριον
Χαίροις τῆς Ῥεθύμνης τερπνὸς βλαστός· χαίροις τοῦ τοῦ Σιναίου, τῶν ἀζύγων ὁ φρυκτωρός· χαίροις ἀκτησίας, καὶ νήψεως λυχνία, Ἰγνάτιε φωσφόρε, πίστεως ἔρεισμα.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Χαίροις ὦ Ἰγνάτιε θαυμαστέ, τῶν ἐν τῷ Σιναίῳ, μοναζόντων κλέος λαμπρόν· χαίροις τῆς Ῥεθύμνης, ὁ θεοφόρος γόνος, καὶ ἀληθὴς προστάτης, τῶν προστρεχόντων σοι.

Ὁ Ἅγιος Δημήτριος ὁ Νεομάρτυρας ὁ Χιοπολίτης



Θεσσαλονίκη, ουκ έτισοι μόνη κλέος έσται.
Δημήτριος Μάρτυς, και γαρ έχει και Χίος.
Άλλον, ον είνεκα χριστοίο κτάνον άνδρες απηνείς.


Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Δημήτριος γεννήθηκε τὸ ἔτος 1780 στὸ Παλαιόκαστρο τῆς Χίου ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς, τὸν Ἀπόστολο καὶ τὴν Μαρουλοῦ. Σὲ νεαρὴ ἡλικία ἦρθε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἐργαζόταν πλησίον τοῦ ἀδελφοῦ του Ζαννῆ, ποὺ ἦταν ἔμπορος. Μνηστευθεὶς ὅμως μὲ μία νέα, χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζει ὁ ἀδελφός του, ἀποπέμφθηκε ἀπὸ τὴν ἐργασία του.

Ἡ φτώχεια τὸν ἔκανε νὰ θυμηθεῖ ὅτι ὁ Τοῦρκος Σεΐχ – οὐλ – ἰσλάμης ὄφειλε στὸν ἀδελφό του δύο δηνάρια, ἀπὸ κάποια ἀγορὰ ὑφασμάτων μὲ πίστωση, πῆγε στὴν οἰκία του, γιὰ νὰ εἰσπράξει τὸ ὀφειλόμενο χρέος καὶ νὰ τὸ χρησιμοποιήσει γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ἐκεῖ βρῆκε μία Μωαμεθανὴ ποὺ τοῦ ἐκδήλωσε τὴν ἀγάπη της λέγοντάς του ὅτι, ἢ πρέπει νὰ γίνει Μωαμεθανὸς γιὰ νὰ τὴ νυμφευθεῖ ἢ πρέπει νὰ πεθάνει. Ὁ Δημήτριος αἰφνιδιάστηκε. Δέχθηκε τὶς προτάσεις τῆς γυναίκας καὶ παρέμεινε στὴν οἰκία της ὡς ἐξωμότης. Ἦλθε ὅμως στὸν ἑαυτό του καὶ κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ραμαζανίου δραπέτευσε καὶ κρύφθηκε ἀπὸ Χριστιανικὴ οἰκογένεια στὴ συνοικία τοῦ Σταυροδρομίου. Ὁ ἀδελφός του Ζαννῆς ἔτρεξε νὰ τὸν συναντήσει. Ὁ Δημήτριος ἔγραψε ἐπιστολὴ στὸν πατέρα του μὲ τὰ συμβάντα καὶ ἐξομολογήθηκε στὸν Πνευματικὸ τί εἶχε πράξει. Μέσα στὴν καρδιά του φούντωσε ὁ πόθος τοῦ μαρτυρίου.

Κοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων καὶ παρουσιάσθηκε στὸν Τοῦρκο διοικητή, πρὸς τὸν ὁποῖο ὁμολόγησε τὴν πίστη του στὸν Χριστό. Οἱ Χιῶτες ποὺ διέμεναν στὴν Κωνσταντινούπολη μάζεψαν χρήματα, μὲ σκοπὸ νὰ προσφέρουν αὐτὰ στοὺς Τούρκους γιὰ νὰ τὸν ἐλευθερώσουν, φοβούμενοι μήπως ὁ Δημήτριος λυγίσει μπροστὰ στὰ βασανιστήρια. Ὅταν ὁ Δημήτριος πληροφορήθηκε τὴν ἐνέργεια αὐτὴ τοὺς ἐπετίμησε καὶ τοὺς παρακάλεσε νὰ προσεύχονται, γιὰ νὰ τελειώσει μαρτυρικὰ τὴ ζωή του. Ἔτσι κι ἔγινε. Μετὰ τὰ φρικτὰ βασανιστήρια ὁ Δημήτριος παρέμεινε ἀκλόνητος γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀποκεφαλίσθηκε τὸ ἔτος 1802.
Τὸ τίμιο λείψανό του τὸ παρέλαβαν οἱ Χριστιανοὶ καὶ ἐνταφίασαν αὐτὸ σὲ κάποιο μοναστήρι στὸ νησὶ Πρώτη.
Ἀπολυτίκιον
Ήχος γ'. Θείας πίστεως.
Χαίρε βλάστημα, τερπνόν της Χίου` χαίρε καύχημα, των ορθοδόξων, καρτερόψυχε, νέε Δημήτριε` την γαρ αντίχριστον πλάνην εφαύλισας, ένθα του κράτους υπάρχει το φρύαγμα, ως ανέκραζες, Θεόν τον Χριστόν επίσταμαι, δωρούμενον ημίν το μέγα έλεος.

Κοντάκιον
Ήχος γ'. Η Παρθένος σήμερον.
Η λαμπρά του Βύζαντος, και μεγαλώνυμος Πόλις, μελωδείτω σήμερον, μεγαλοφώνως βοώσα, σκάμματα τα υπέρ φύσιν του Δημητρίου, νέου μεν, μετά τον πάλαι τον Μυρορροάν, διά σε Χριστόν σφαγέντος, όνπερ ανύμνει σε, ως φύσει Θεού Υιόν.

Κάθισμα
Ήχος α'. Τον τάφον Σου Σωτήρ.
Ευφράνθησαν εν σοι, Ορθοδόξων τα πλήθη, φαυλίσαντι λαμπρώς, των ανόμων την πλάνην` ανήλθες επί βήματος, υπερτάτου της Βύζαντος, και ανέκραζες, ω ασεβείας προστάται, τον θεάνθρωπον, εγώ κηρύττω Σωτήρα, του κόσμου και Κύριον.

Ὁ Οἶκος
Δημητρίου του Χιοπολίτου την άθλησιν, τα παλαίσματα και τον ένδοξον υπέρ Χριστού θάνατον, δεύτε φιλέορτοι συνελθόντες, ύμνοις, εγκωμίων, και ωδαίς πνευματικαίς ευφημήσωμεν` ότι τη δυνάμει του Χριστού καθοπλισθείς, την κακέμφατον των της Άγαρ κατέπτυσε πλάνην, εν αυτώ τω του κράτους υπρτάτω βήματι, καταπλήξας αυτούς, τη του φρονήματος παρρησία, και την τούτων μιαιφόνον ερεθίσας μανίαν, εις το παρ` αυτών σφαγήναι, ότι τρανώς Θεόν αληθινόν τον Χριστόν ωμολόγει, ως φύσει Θεού Υιόν.

Μεγαλυνάριον
Τους ανευφημούντας σου ευλαβώς, τους λαμπρούς αγώνας, και τους άθλους Μάρτυς Χριστού, και την θείαν μνήμην τελούντας ετησίως, περίσωζε Δημήτριε ταις πρεσβείαις σου.

Οἱ Ἅγιοι Ἑπτὰ Μάρτυρες οἱ ἐν Σαμοσάτοις τελειωθέντες

Ὑπὲρ προσηλωθέντος ἐν Σταυρῷ Λόγου,
Ἑπτὰ προσηλώθησαν Ἀθλητῶν κάραι.


Οἱ Ἅγιοι ἑπτὰ Μάρτυρες Φιλόθεος, Ὑπερέχιος, Ἄβιβος, Ἰουλιανός, Ρωμανός, Ἰάκωβος καὶ Παρηγόριος μόλις ἔγιναν στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ, μὲ παρρησία καὶ θάρρος στηλίτευσαν τὴν πλάνη τῆς εἰδωλολατρείας.

Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ συνελήφθησαν ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες καὶ ὑποβλήθηκαν σὲ φρικώδη βασανιστήρια. Τέλος, τοὺς κρέμασαν καὶ διατρύπησαν τὶς τίμιες κεφαλὲς αὐτῶν μὲ σιδερένια καρφιά, ἐνῶ οἱ Ἅγιοι σὲ κάθε νέο κτύπημα ὁμολογοῦσαν «εἶμαι Χριστιανός».
Ἔτσι οἱ Ἅγιοι ἑπτὰ Μάρτυρες παρέδωσαν τὶς ψυχές τους στὸν Θεὸ καὶ ἔλαβαν τὸ στέφανο τοῦ μαρτυρίου.


Οἱ Ἅγιοι Σιλουανὸς, Λουκᾶς καὶ Μώκιος οἱ Μάρτυρες

Σιλουανὸς Λουκᾶς τε σὺν Μωκίῳ,
Ἤμβλυναν ὁρμὰς καὶ λεόντων ἀγρίων.


Οἱ Ἅγιοι Σιλουανὸς ὁ Ἐπίσκοπος, Λουκᾶς ὁ Διάκονος καὶ Μώκιος ὁ Ἀναγνώστης, κατάγονταν ἀπὸ τὴν πόλη τῶν Ἐμεσηνῶν τῆς Κοίλης Συρίας καὶ μαρτύρησαν ἐπὶ αὐτοκράτορα Νουμεριανοῦ Μάρκου Αὐρηλίου (283 – 284 μ.Χ.), δευτερότοκου υἱοῦ τοῦ αὐτοκράτορα τῆς Ρώμης Κάρου.

Συνελήφθησαν τὸ ἔτος 284 μ.Χ., κατὰ τὴν περίοδο τῶν διωγμῶν καὶ προκληθέντες νὰ ἀρνηθοῦν τὸν Χριστό, ἐπανέλαβαν μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία καὶ γενναιότητα τὴν ὁμολογία καὶ τὴν πίστη τους στὸν Ἅγιο Τριαδικὸ Θεό. Τοὺς ἔριξαν, λοιπόν, στὴ φυλακὴ μετὰ ἀπὸ σκληρὴ μαστίγωση καὶ ἐκεῖ τοὺς ἄφησαν στὸ μαρτύριο τῆς δίψας καὶ τῆς πείνας. Παρὰ τὶς συνεχεῖς ἀπειλὲς καὶ τὰ μαρτύρια ἡ καρδιά τους διέμενε ἄσειστη. Τότε ἔδωσαν ἐντολὴ νὰ τοὺς φέρουν στὸ ἀμφιθέατρο, ὅπου γίνονταν θηριομαχίες καὶ νὰ τοὺς ρίξουν στὰ ἄγρια θηρία. Οἱ Μάρτυρες ἀντιμετώπισαν καὶ τὴ δοκιμασία αὐτὴ μὲ πλέον θαυμαστῆ καρτεροψυχία. Καὶ ὅταν τὰ ἄγρια θηρία ἐξόρμησαν ἐναντίων τους, ἐκεῖνοι παρέμειναν ἄφοβοι καὶ ἀτάραχοι προσευχόμενοι στὸν Κύριο.

Ἔτσι μαρτύρησαν οἱ Ἅγιοι Σιλουανός, Λουκᾶς καὶ Μώκιος καὶ ἔλαβαν τὸ ἁμαράντινο στέφανο τῆς δόξας τῆς Τριαδικῆς Θεότητος.
Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς νύχτας, κάποιοι Χριστιανοὶ πῆγαν καὶ πῆραν τὰ ἱερὰ λείψανα τῶν Ἁγίων καὶ τὰ ἐνταφίασαν μὲ εὐλάβεια.

Οἱ Ἅγιοι Σάρβηλος καὶ Βεβαία οἱ Μάρτυρες οἱ ἐν Ἐδέσσῃ

Λιπών Σάρβηλος τας μυσαράς θυσίας,
Χριστώ προσήχθη συν αδελφή θυσία.


Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Σάρβηλος καὶ Βεβαία (ἢ Βαρβαία) ἔζησαν κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ αὐτοκράτορα Τραϊανοῦ (98 – 117 μ.Χ.). Ὁ Ἅγιος Σάρβηλος ἦταν προηγουμένως ἱερέας τῶν εἰδώλων καὶ προσῆλθε στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ κατηχηθεὶς καὶ βαπτισθεὶς ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο τῆς Ἐδέσσης Βαρσιμαῖο. Μαζὶ δὲ μὲ ἐκεῖνον ἀσπάσθηκε τὴν ἀληθινὴ πίστη καὶ ἡ ἀδελφή του, ἡ ὁποία ὀνομαζόταν Βεβαία.

Μόλις ὁ τοπικὸς ἄρχοντας Λυσίας πληροφορήθηκε τὴν μεταστροφὴ τῶν Ἁγίων στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, τοὺς συνέλαβε καὶ τοὺς ὑπέβαλε σὲ φοβερὰ βασανιστήρια. Τοὺς ράβδισαν ἀνηλεῶς, ἔπειτα τοὺς κτύπησαν μὲ σπαθιά, τοὺς ξέσκισαν τὸ πρόσωπο μὲ αἰχμηρὰ ὄργανα. Τέλος, οἱ δήμιοί του, ἔκοψαν τὶς τίμιες κεφαλὲς τῶν Ἁγίων τὸ ἔτος 110 μ.Χ.
Ἔτσι οἱ Ἅγιοι εἰσῆλθαν στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν χαρὰ τοῦ Κυρίου τους.

Ὁ Ἅγιος Βαρσιμαῖος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Ἐδέσσης

Δοὺς τὴν βαρεῖαν σάρκα γῇ Βαρσιμαῖος,
Σύνεστι βαστάσασιν ἡμέρας βάρος.


Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Βαρσιμαῖος ἦταν ἐκεῖνος ποὺ κατήχησε καὶ βάπτισε τὸν Ἅγιο Σάρβηλο καὶ τὴν ἀδελφή του Ἁγία Βεβαία. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ καταγγέλθηκε στὸν ἡγεμόνα Λυσία. Ἐνώπιον τοῦ ἡγεμόνα ὁμολόγησε μὲ παρρησία τὴν πίστη του στὸν Χριστό. Γιὰ τὴν ὁμολογία του αὐτὴ ὁ ἡγεμόνας ἔδωσε ἐντολὴ στοὺς στρατιῶτες νὰ χτυπήσουν ἀνηλεῶς τὸν Ἅγιο καὶ νὰ τὸν φυλακίσουν. Λίγο ἀργότερα, μὲ τὴν προσωρινὴ κατάπαυση τῶν διωγμῶν, ὁ Ἅγιος ἀπελευθερώθηκε καὶ ἐπανῆλθε στὴν Ἐκκλησία του δοξολογώντας τὸ Ὄνομα τοῦ Ἁγίου Θεοῦ.
Ὁ Ἅγιος Βαρσιμαῖος, ἀφοῦ ἔζησε θεοφιλῶς τὸ ὑπόλοιπο τοῦ βίου του, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 114 μ.Χ.

Ὁ Ὅσιος Ἀφραάτης

Ὁ σάρκα καὶ ζῶν νεκρὸς ὢν Ἀφραάτης,
Αἰωνίως ζῇ, καὶ νεκρὸς φανεἰς ἄπνους.


Ὁ Ὅσιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Περσία καὶ ἦταν εἰδωλολάτρης. Ἔγινε Χριστιανὸς στὴν Ἔδεσσα, ἀπὸ τὴν ὁποία ἔφυγε, γιὰ νὰ μονάσει σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ ἐρημητήρια ποὺ ἦταν ἔξω ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια. Ὅταν, ἐπὶ τοῦ Ἀρειανοῦ αὐτοκράτορα Οὐάλεντος (364 – 78 μ.Χ.), ἐξορίσθηκε ὁ ὀρθόδοξος κλῆρος τῆς Ἀντιόχειας καὶ πολλὲς πιέσεις ἀνάγκαζαν τοὺς Χριστιανοὺς νὰ ἀσπάζονται τὸν Ἀρειανισμό, ὁ Ὅσιος ἄφησε τὸ ἐρημητήριό του καὶ ἦλθε στὴν πόλη, ὅπου ἄφοβα καὶ μὲ ζῆλο ἐνθάρρυνε καὶ παρηγοροῦσε τὰ πλήθη καὶ στήριζε αὐτὰ στὴν Ὀρθόδοξη πίστη. Κατάπληξε μάλιστα τὸν Οὐάλεντα, τὸν ὁποῖο συνάντησε στὴν ἀγορὰ τῆς πόλεως, μὲ τὶς εὔστοχες ἀπαντήσεις του σὲ θεολογικὰ ζητήματα.
Ἀφιέρωσε τὴν ζωή του στὴ διακονία τοῦ Εὐαγγελίου καὶ ἀφοῦ ἐπιτέλεσε πολλὰ θαύματα, κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη.

Ὁ Ὅσιος Ἀκεψιμᾶς



Aκεψιμάς την σάρκα χαίρων εξέδυ,
H νεκρικώς σταλείσα την γην εισέδυ.


Ὁ Ὅμηρος Εὐστρατιάδης φρονεῖ ὅτι πρόκειται γιὰ τὸν Μάρτυρα Ἀκεψιμᾶ ποὺ συνεορτάζει μετὰ τῶν Μαρτύρων Ἰσιδώρου καὶ Λέοντος στὶς 7 Δεκεμβρίου.

Ὁ Ἅγιος Γκίλντας τοῦ Γουάϊς

Ὁ Ἅγιος Γκίλντας γεννήθηκε περὶ τὸ 500 μ.Χ. στὴν Οὐαλία καὶ μαθήτευσε κοντὰ στὸν Ἅγιο Ἴλτυντ. Ἀκολούθησε κατ’ ἀρχὴν τὸν ἔγγαμο βίο καὶ ὅταν πέθανε ἡ σύζυγός του ἔγινε μοναχός.

Ἦταν ἀπὸ τοὺς πολὺ μορφωμένους ἄνδρες τῆς ἐποχῆς του, γι’ αὐτὸ καὶ ἀποκαλεῖται «σοφός». Θεωρεῖται ὅτι συνέγραψε ἔργο στὸ ὁποῖο κατηγορεῖ τοὺς ἄρχοντες τῆς ἐποχῆς του, τὸν κλῆρο καὶ τὸν λαό, γιὰ τὴν ἀσέβεια καὶ τὴν παρανομία τους. Κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τῆς ζωῆς του ἔζησε στὴ Βρετάνη.
Κοιμήθηκε ὁσίως περὶ τὸ 570 μ.Χ.

Ὁ Ὅσιος Λαυρέντιος ἐκ Κιέβου

  
Ὁ Ὅσιος Λαυρέντιος γεννήθηκε στὴ Ρωσία καὶ ἐκάρη μοναχὸς στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου. Ἀργότερα μόνασε στὴ Λαύρα τοῦ Κιέβου.

Στὸν ἀσκητικό του βίο ἀκολούθησε καὶ τὸν ὁσιακὸ τρόπο βίου τῶν ἀσκητῶν Ἰσαὰκ καὶ Νικήτα. Τὸ 1182 ὁ Θεὸς τὸν ἀξίωσε νὰ γίνει Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως τοῦ Τουρὼφ τῆς περιοχῆς Μίνσκ. Ἔτσι ἀσκητικὰ ζοῦσε καὶ ὡς ποιμένας στὴν ἐπαρχία του.
Ὁ Ὅσιος Λαυρέντιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1194.

Οἱ Ἅγιοι Γεράσιμος, Ἰωνᾶς καὶ Πιτιρὶμ ἐκ Ρωσίας

Οἱ Ἅγιοι Γεράσιμος († τὸ 1441), Πιτιρὶμ († τὸ 1455) καὶ Ἰωνᾶς († τὸ 1471) κατάγονταν ἀπὸ τὴ Ρωσία καὶ ἔζησαν τὸν 15ο αἰώνα μ.Χ. Καὶ οἱ τρεῖς διετέλεσαν Ἐπίσκοποι τῆς Μεγάλης Πὲρμ καὶ κοιμήθηκαν ὁσίως μὲ εἰρήνη.

Άγιος Ανδρέας Ρουμπλιόβ ο Εικονογράφος

   
Ο Αντρέι Ρουμπλιόβ γεννήθηκε περί το 1360 - 1370 μ.Χ. και θεωρείται ο κορυφαίος Ρώσος αγιογράφος του Μεσαίωνα.

Λίγα είναι γνωστά για τη ζωή του. Δεν ξέρουμε ούτε πού γεννήθηκε, ούτε ποιο ήταν το κοσμικό του όνομα, καθώς το όνομα «Ανδρέας» του δόθηκε όταν εκάρη μοναχός στη Μονή της Αγίας Τριάδας. Η πρώτη αναφορά στο όνομά του γίνεται το 1405 μ.Χ. σε ένα έγγραφο, το οποίο αναφέρει ότι ανέλαβε την εικονογράφηση του Ναού του Ευαγγελισμού στο Κρεμλίνο μαζί με το Θεοφάνη τον Έλληνα και κάποιον μαΐστορα Πρόχορο. Αναφερόταν εκεί τελευταίος, και λόγω ηλικίας και λόγω αρχαιότητας.

Λέγεται ότι το 1408 μ.Χ. ανέλαβε, μαζί με το συνεργάτη του Δανιήλ, την αγιογράφηση του Ναού της Αναλήψεως στο Βλαντίμιρ και από το 1425 μ.Χ. ως το 1427 μ.Χ. του καθολικού της Μονής του, της Αγίας Τριάδας ή Αγίου Σεργίου. Τέλος, μετά το θάνατο του συνεργάτη του Δανιήλ ήρθε στη Μονή Ανδρόνικωφ στη Μόσχα, όπου ανέλαβε την αγιογράφηση του καθολικού. Θεωρείται ότι πέθανε κατά τη διάρκεια αυτής της εργασίας σε ηλικία περίπου 70 ετών, στις 29 Ιανουαρίου 1430 μ.Χ. (η ημερομηνία αμφισβητείται).

Το 1988 μ.Χ. ανακηρύχθηκε άγιος από τη Ρωσική Εκκλησία ως Άγιος Ανδρέας ο Εικονογράφος.

Ο Αντρέι Ρουμπλιόβ υπήρξε ο επιφανέστερος Ρώσος αγιογράφος και θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους του κόσμου. Το έργο για το οποίο αναγνωρίζεται ως ένας από τους κορυφαίους Ορθόδοξους αγιογράφους, είναι η εικόνα της Αγίας Τριάδος, η οποία είναι το αριστούργημα της ρωσικής εικονογραφικής τέχνης. Η εικόνα της Αγίας Τριάδος, γνωστή ως «Φιλοξενία του Αβραάμ», διακρίνεται για τη σύνθεση, το ρυθμό, το φωτισμό, την αρμονία, την καθαρότητα και την απλότητα.

Αισθητικές κρίσεις για το έργο του είναι δύσκολο να διατυπωθούν με βεβαιότητα, καθώς τα έργα που του αποδίδονται (εκτός του ότι η πατρότητά τους είναι αμφίβολη) έχουν υποστεί επιχρωματώσεις από μεταγενέστερους, καθώς τα υλικά που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στη Ρωσία δεν ήταν ανεξίτηλα. Σε κάθε περίπτωση διακρίνονται σαφείς επιδράσεις από το έργο του Θεοφάνη του ΈΛληνα, αλλά θεωρείται ότι έχει πάει ακόμη παραπέρα από το Θεοφάνη, αναφορικά με την απεικόνιση της πνευματικότητας στις μορφές.

Η τεχνική του συνδυάζει ασκητισμό και αρμονία κατά το βυζαντινό πρότυπο. Τα έργα του διακρίνονται από ηρεμία και γαλήνη και θεωρούνται πρότυπο ορθόδοξης εικονογραφίας.

Ἡ Ἁγία Χρυσὴ ἡ Μάρτυς

Ἡ Ἁγία Χρυσὴ μαρτύρησε περὶ τὸ 41 – 54 μ.Χ. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τῆς Ἁγίας.

Ὁ Ἅγιος Κωνστάντιος ὁ Ἱερομάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Κωνστάντιος ἦταν Ἐπίσκοπος στὴν πόλη Περούντζια τῆς Ἰταλίας καὶ μαρτύρησε γιὰ τὸν Χριστὸ ἐπὶ βασιλείας Μάρκου Αὐρηλίου (161 – 180 μ.Χ.).

Οἱ Ἅγιοι Παπίας καὶ Μαῦρος οἱ Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Παπίας καὶ Μαῦρος ἄθλησαν ἐπὶ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.).

Ὁ Ἅγιος Σαβινιανὸς ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Σαβινιανὸς μαρτύρησε γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ αὐτοκράτορα Αὐρηλιανοῦ (270 – 275 μ.Χ.).

Ὁ Ἅγιος Ἀκυλίνος ὁ Πρεσβύτερος

Ὁ Ἅγιος Ἀκυλίνος ἦταν Πρεσβύτερος τῆς Ἐκκλησίας τῶν Μεδιολάνων καὶ μαρτύρησε κατὰ τὴν περίοδο τῶν αἱρετικῶν Ἀρειανῶν.

Πηγὴ:http://www.saint.gr/01/29/index.aspx

http://www.synaxarion.gr/gr/m/1/d/29/sxsaintlist.aspx

«Πᾶνος»

1 σχόλιο:

  1. Μεγάλη η χάρη του Αγίου ιερομάρτυρος Ιγνατίου του Θεοφόρου,
    Τις πρεσβείες του να έχουμε.

    Όταν βάδιζε αλυσοδεμένος από την Αντιόχεια για να τον πάνε στην Ρώμη,
    Έλεγε τώρα αρχίζω να γίνομαι μαθητής του Χριστού.

    Και επειδή με σιτάρι δικό του αλέθωμε από τα δόντια των θηρίων, για να γίνω άρτος Του Χριστού.

    ΑπάντησηΔιαγραφή