Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2020

Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας κ. Θεόδωρος πρός τόν Κόπτη πατριάρχη:


«Οἱ Ἐκκλησίες μας εἶναι μία Ἐκκλησία, μὲ Ἀρχηγὸ τὸν Ἰησοῦ Χριστό».

Τὸ προηγούμενο κείμενο ποὺ δημοσιεύσαμε, μὲ τίτλο: «Τὰ αἴτια τῆς πτώσεως τῆς Δύσεως εἶναι κυρίως καὶ πρωτίστως δογματικά», ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ἡ ΜΥΣΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ», τοῦ Βλαδίμηρου Λόσκυ, ἀποτελοῦσε οὐσιαστικὰ ἀπάντηση στὴν γνώμη ποὺ ἐξέφρασε ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος, σχετικὰ μὲ τὶς προοπτικὲς καὶ τὸν τελικὸ στόχο τοῦ Φαναρίου, γιὰ τὴν ἕνωση μὲ τὸν παπισμό: Ὅτι δηλαδή, λόγοι ἱστορικοὶ συνετέλεσαν στὴν ἀποκοπὴ του ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ ἄρα ἡ ἕνωση εἶναι ἀναπόφευκτη!

Σὲ αὐτὴν τὴν ἀνάρτηση θὰ ἀσχοληθοῦμε μέ τὰ ἀνιέρως καὶ «ἐν ψυχρῷ» λεχθέντα ἀπὸ τὸν πατριάρχη Ἀλεξανδρείας, πρὸς τὸν Κόπτη αἱρεσιάρχη: «Οἱ Ἐκκλησίες μας εἶναι μία Ἐκκλησία, μὲ Ἀρχηγὸ τὸν Ἰησοῦ Χριστό».

1. Κατ` ἀρχάς, προκαλεῖ ἐντύπωση ἡ ἄνεση μὲ τὴν ὁποία ἐκφράζει ξεκάθαρα ὁ πατριάρχης τὴν πλανεμένη ἄποψή του. Δηλαδή, τὴν προσωπική, αἱρετικὴ γνώμη του, τὴν καθιστὰ de facto ἐκκλησιαστικὸ δεδομένο, ἐρήμην τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ δηλώνει πὼς οἱ Κόπτες εἶναι μιὰ Ἐκκλησία μὲ τὴν Ὀρθόδοξη. Τολμάει ὁ φύλακας καὶ ποιμένας καὶ ἀποφαίνεται γιὰ τὴν ὀρθοδοξότητα τῶν αἱρετικῶν, ἀγνοῶντας τοὺς ἀγῶνες τῶν ἁγίων προκατόχων του, τὶς ἀποφάσεις τῆς Δ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ κατὰ συνέπεια τὶς ἀποφάσεις καὶ τῶν λοιπῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων! Γιατί ὅμως καὶ ἀπὸ ποῦ παίρνει αὐτὸν τὸν «ἀέρα» νὰ κηρύξει αἵρεση «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ»; Δὲν θὰ ἀπαντήσουμε ἐμεῖς ἀλλὰ ὁ μέγας φιλόσοφος καὶ θεολόγος Βλαδίμηρος Λόσκυ, μέσα ἀπὸ τὸ ἴδιο βιβλίο. Γράφει:

«... Ἡ Ἐκκλησία εἶναι καθολικὴ σὲ ὅλα τὰ μέρη της. Καθένα ἀπὸ τὰ μέλη της, ὄχι μόνο κληρικὸς ἀλλὰ καὶ κάθε λαϊκός, καλεῖται νὰ ὁμολογεῖ καὶ νὰ ὑπερασπίζεται τὴν ἀλήθεια τῆς παραδόσεως καὶ νὰ ἀντιτάσσεται καὶ πρὸς αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς ἐπισκόπους, ἐὰν αὐτοὶ πέφτουν σὲ αἵρεση. Ἕνας χριστιανός, ποὺ δέχτηκε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα κατὰ τὸ μυστήριο τοῦ Ἁγίου Χρίσματος, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀδιάφορος καὶ ὡς πρὸς τὴν πίστη εὐθύνεται πάντοτε γιὰ τὴν Ἐκκλησία.

Ἐξ αὐτῆς τῆς προϋποθέσεως προέκυψε τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ ταραγμένου καὶ μερικὲς φορὲς συγκεχυμένου χαρακτῆρα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς στὸ Βυζάντιο, στὴν Ρωσία καὶ σὲ ἄλλες χῶρες τοῦ ὀρθοδόξου κόσμου. Ὁ ταραγμένος καὶ μερικὲς φορὲς συγκεχυμένος αὐτὸς χαρακτῆρας εἶναι τὸ ἀντίτιμο μιᾶς θρησκευτικῆς ζωτικότητας, μιᾶς ἔντονης πνευματικῆς ζωῆς, ἡ ὁποία διαπερνᾶ τὸ πλῆθος τῶν πιστῶν, τὸ ὁποῖο εἶναι συνειδητὰ ἑνωμένο, γιὰ νὰ ἀποτελεῖ ἕνα σῶμα, μαζὶ μὲ τὴν ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας.


Ἐξ αὐτοῦ ἀκόμη γεννᾶται ἡ ἀκατανίκητη ἐκείνη δύναμη, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει στὴν Ὀρθοδοξία νὰ διέρχεται ὅλες τὶς δοκιμασίες, ὅλες τὶς ἀναστατώσεις καὶ τὶς ταραχὲς καὶ νὰ προσαρμόζεται πάντοτε στὴν νέα ἱστορικὴ πραγματικότητα, ἀναδεικνυόμενη ἰσχυρότερη τῶν ἐξωτερικῶν συνθηκῶν. Οἱ διωγμοὶ ἐναντίον τῆς πίστεως στὴν Ρωσία, τῶν ὁποίων ἡ μεθοδικὴ ὁρμὴ δὲν μπόρεσε νὰ καταστρέψει τὴν Ἐκκλησία, εἶναι ἡ καλύτερη μαρτυρία αὐτῆς τῆς δυνάμεως, ἡ ὁποία «οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου»...».

Νομίζουμε πώς, ἀπὸ τὰ ὡς ἄνω γραφόμενα, γίνεται εὔκολα ἀντιληπτὸ τί εἶναι αὐτὸ ποὺ λείπει σήμερα ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ὥστε νὰ παίζουν μόνοι τους, οἱ διαπλεκόμενοι μὲ τὸν κόσμο ποιμένες, τὸ παιχνίδι τῶν ἀνόμων συναλλαγῶν, εἰς βάρος τῆς ἀλήθειας.

2. Ὅσον ἀφορᾶ στὰ θεολογικὰ ἐπιχειρήματα κατὰ τῆς ἀντιπαραδοσιακῆς, ἀντιπατερικῆς, ἀντιεκκλησιαστικῆς, ἐγωκεντρικῆς καὶ συνάμα λίαν ἀφελοῦς ἄποψης τοῦ Ἀλεξανδρινοῦ πατριάρχη - ναί, ἀφελής, διότι εἶναι ἀδύνατο νὰ ἔγινε πιστευτὴ ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κόπτη - παραθέτουμε πάλι, ὡς συνοπτικὸ καταστάλαγμα τῆς ἐμπειρίας τῆς Ἐκκλησίας μας, ἕνα ἄλλο ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ ἴδιο βιβλίο:

«... Ἀντιθέτως πρὸς τὴν «γνώση», ὅπου αὐτὴ αὕτη ἡ γνώση ἀποτελεῖ σκοπὸ τοῦ γνωστικοῦ, ἡ χριστιανικὴ θεολογία εἶναι πάντοτε σὲ τελευταία ἀνάλυση ἕνα μέσο, ἕνα σύνολο γνώσεων, τὸ ὁποῖο ὀφείλει νὰ ἐξυπηρετήσει ἕναν σκοπό, ὁ ὁποῖος στέκεται πάνω ἀπὸ κάθε ἄλλη γνώση. Ὁ ἀπώτερος αὐτὸς σκοπὸς εἶναι ἡ ἕνωση μὲ τὸν Θεό, ἡ θέωση, κατὰ τοὺς Ἕλληνες Πατέρες. Ἔτσι, καταλήγει κάποιος σὲ ἕνα συμπέρασμα, τὸ ὁποῖο μπορεῖ νὰ φανεῖ ἀρκετὰ παράδοξο: ἡ χριστιανικὴ θεωρία θὰ εἶχε μιὰ πολὺ πρακτικὴ σημασία, τόσο περισσότερο, καθ᾿ ὅσον εἶναι περισσότερο μυστικὴ καὶ ἀποβλέπει κατ᾿ εὐθεῖαν στὸν ὑπέρτατο σκοπὸ τῆς ἑνώσεως μὲ τὸν Θεό.

Ἐξετάζοντας κάποιος, ἐξ ἐπόψεως καθαρῶς πνευματικῆς, τὴν ἐξέλιξη τῶν δογματικῶν ἀγώνων, τοὺς ὁποίους διεξῆγε ἡ Ἐκκλησία διὰ μέσου τῶν αἰώνων, ἐμφανίζεται νὰ κυριαρχεῖται ἀπὸ τὴν συνεχῆ μέριμνα, τὴν ὁποία εἶχε, γιὰ νὰ διασώζει σὲ κάθε στιγμὴ τῆς ἱστορίας της, γιὰ τοὺς χριστιανούς, τὴν δυνατότητα νὰ πετυχαίνουν τὸ πλήρωμα τῆς μυστικῆς ἑνώσεως.

Πράγματι, ἡ Ἐκκλησία πολεμᾶ ἐναντίον τῶν γνωστικῶν, γιὰ νὰ ὑπερασπίσει αὐτὴν καθ᾿ αὐτὴν τὴν ἰδέα τῆς θεώσεως, ὡς καθολικὸ σκοπό: «ἄνθρωπος γίνεται Θεός, θεὸν τὸν Ἀδὰμ ἀπεργάσηται». Βεβαιώνει ἐναντίον τῶν ἀρειανῶν τὸ δόγμα τῆς ὁμοουσίου Τριάδος, διότι ὁ Λόγος εἶναι Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μᾶς ἀνοίγει τὴν ὁδὸ γιὰ τὴν ἕνωση μὲ τὴν θεότητα. Καί, ἂν ὁ σαρκωθεῖς Λόγος δὲν ἔχει τὴν ἴδια οὐσία μὲ τὸν Πατέρα, ἐὰν δὲν εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός, ἡ θέωσή μας εἶναι ἀδύνατη. 

Ἡ Ἐκκλησία καταδικάζει τὸν νεστοριανισμό, γιὰ νὰ καταρρίψει τὸ μεσότοιχο διὰ τοῦ ὁποίου θέλησαν νὰ διαχωρίσουν ἐν τῷ Χριστῷ τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν Θεό. Ἐγείρεται ἐναντίον τοῦ ἀπολλιναρισμοῦ καὶ τοῦ μονοφυσιτισμοῦ, γιὰ νὰ ἀποδείξει ὅτι, ἐφόσον ὁλόκληρη ἡ ἀνθρώπινη φύση ἀναλήφθηκε ἀπὸ τὸν Λόγο, ἔτσι ὁλόκληρη ἡ φύση μας ὀφείλει νὰ ἔλθει σὲ ἕνωση μὲ τὸν Θεό. 

Πολεμᾶ τοὺς μονοθελητές, διότι χωρὶς τὴν ἕνωση τῶν δύο θελήσεων, θείας καὶ ἀνθρώπινης, δὲν θὰ γνώριζε κανένας τὴν θέωση: «ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο μὲ μόνη τὴν θέλησή Του, δὲν μπορεῖ ὅμως νὰ τὸν σώσει χωρὶς τὴν συνδρομὴ τῆς ἀνθρώπινης θελήσεως». Ἡ Ἐκκλησία θριαμβεύει στὸν ἀγῶνα ὑπὲρ τῶν εἰκόνων, βεβαιώνοντας τὴν δυνατότητα νὰ ἐκφραστοῦν θεῖες ὑπάρξεις ἐπάνω στὴν ὕλη - σύμβολο καὶ ἐγγύηση τοῦ ἁγιασμοῦ μας.

Στὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα τίθενται διαδοχικά, περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, περὶ τῆς χάριτος, περὶ αὐτῆς τῆς ἴδιας τῆς Ἐκκλησίας - ζητήματος δογματικοῦ τῆς ἐποχῆς στὴν ὁποία ζοῦμε, ἡ κεντρικὴ μέριμνα, ἡ οὐσία τοῦ ἀγῶνα εἶναι πάντοτε ἡ δυνατότητα, ὁ τρόπος καὶ τὰ μέσα γιὰ τὴν ἕνωση μὲ τὸν Θεό. Ὁλόκληρη ἡ ἱστορία τοῦ χριστιανικοῦ δόγματος ἀναπτύσσεται γύρω ἀπὸ τὸ μυστικὸ κέντρο, τὸ ὁποῖο, κατὰ τὴν διαδοχὴ τῶν ἐποχῶν, προστατεύεται μὲ διάφορα ὅπλα ἐναντίον ποικίλων ἀντιπάλων...».

Κλείνουμε μὲ μιὰ ψυχωφελῆ ἱστορία ἀπὸ τὸ Λειμωνάριον:

Ἄγγελος Κυρίου ζητᾶ ἀπὸ ἕναν ἁπλοϊκὸ γέροντα, ποὺ εἶχε κοινωνία μὲ τοὺς Σεβηριανούς (αἱρετικοὺς μονοθελητές), νὰ ξεκαθαρίσει τὴν πίστη του, προτοῦ πεθάνει.

Μᾶς διηγήθηκε ὁ ἀββᾶς Γεώργιος, ὁ πρεσβύτερος τοῦ κοινοβίου τῶν Σχολαρίων, ὅτι ἡσύχαζε στὰ Μονίδια ἕνας γέροντας πολὺ φιλόπονος, ἦταν ὅμως ἀφελὴς κατὰ τὴν πίστη καὶ μεταλάμβανε ἀδιάκριτα ὅπου ἔβρισκε. Μιὰ μέρα λοιπὸν τοῦ φανερώθηκε Ἄγγελος Θεοῦ καὶ τοῦ εἶπε: «Πές μου, γέροντα, ἂν πεθάνεις, πῶς θέλεις νὰ σὲ ἐνταφιάσουμε; Ὅπως οἱ Αἰγύπτιοι μοναχοὶ ἐνταφιάζουν, ἢ ὅπως οἱ Ἱεροσολυμῖτες;». Ὁ γέροντας τότε τοῦ ἀποκρίθηκε καὶ τοῦ εἶπε: «Δὲν ξέρω». Τότε τοῦ λέει ὁ Ἄγγελος: «Σκέψου κι ἔρχομαι μετὰ τρεῖς βδομάδες καὶ μοῦ λές».

Πῆγε τότε ὁ γέροντας σὲ κάποιον ἄλλο καὶ τοῦ διηγήθηκε ὅσα ἄκουσε ἀπὸ τὸν Ἄγγελο. Μόλις λοιπὸν τὸ ἄκουσε ὁ γέροντας, ἔμεινε ἐμβρόντητος ἀπὸ τὸ ἄκουσμα. Τὸν ἀτένισε γιὰ πολὺ καὶ τοῦ λέει, παρακινημένος ἀπὸ τὸ Θεό: «Ποῦ μεταλαμβάνεις τὰ ἅγια μυστήρια;» Αὐτὸς ἀποκρίνεται καὶ τοῦ λέει: «Ὅπου βρῶ». Τότε τοῦ λέει ὁ γέροντας: «Μὴν κρίνεις πιὰ σωστὸ νὰ κοινωνήσεις ἔξω ἀπὸ τὴν Ἁγία Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία μνημονεύει τὶς τέσσερις Ἅγιες Συνόδους: τῆς Νικαίας τῶν 318 (Θεοφόρων Πατέρων), τῆς Κωνσταντινουπόλεως τῶν 150, τῆς Ἐφέσου τὴν πρώτη τῶν 200 καὶ τῆς Χαλκηδόνος τῶν 630. Κι ὅταν ἔρθει ὁ Ἄγγελος, πὲς του: «Θέλω ὅπως οἱ Ἰεροσολυμῖτες».

Μετὰ ἀπὸ τρεῖς βδομάδες λοιπὸν ἦρθε ὁ Ἄγγελος καὶ λέει στὸ γέροντα: «Τί ἔγινε, γέροντα, σκέφτηκες;». Τότε ὁ γέροντας τοῦ λέει: «Θέλω ὅπως οἱ Ἰεροσολυμῖτες». Τοῦ λέει τότε ὁ Ἄγγελος: «Καλά, καλά» κι εὐθὺς παρέδωσε τὴν ψυχή του. Κι ὅλο αὐτὸ ἔγινε, γιὰ νὰ μὴ χάσει τοὺς κόπους του ὁ γέροντας καὶ καταδικαστεῖ μαζὶ μὲ τοὺς αἱρετικούς. (Ἰωάννου Μόσχου, Λειμωνάριον σ. 195-196).

Νεοελληνικὴ ἀπόδοση - Ἐπιμέλεια -Σχόλια:
Σάββας Ἠλιάδης
Δάσκαλος
Κιλκίς, 27-1-2020
«Πᾶνος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου