Παρασκευή, 17 Ιανουαρίου 2020

ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ - ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 17 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2020

Ὁ Ὅσιος Ἀντώνιος ὁ Μέγας


Ἔχει τι μεῖζον οὐρανὸς καὶ τῶν Νόων,
Ἔξαρχον Ἀντώνιον Ἀσκητῶν ἔχων.
Ἑβδομάτῃ δεκάτῃ Ἀντώνιον ἔνθεν ἄειραν.


Ὁ Μέγας Ἀντώνιος γεννήθηκε περὶ τὸ 251 μ.Χ. στὴν πόλη Κομὰ τῆς Ἄνω Αἰγύπτου, κοντὰ στὴ Μέμφιδα, ἀπὸ γονεῖς εὐλαβεῖς καὶ εὔπορους. Ἔζησε στὰ χρόνια τῶν αὐτοκρατόρων Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.) καὶ Μαξιμιανοὺ (285 – 305 μ.Χ.) μέχρι καὶ τὴν ἐποχὴ τοῦ εὐσεβοῦς αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου καὶ τῶν παιδιῶν του. 

Ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία ἦταν ὀλιγαρκὴς καὶ αὐτάρκης, «μόνοις δὲ οἷς εὕρισκεν ἠρκεῖτο καὶ πλέον οὐδὲν ἐζήτει». Σὲ νεαρὴ ἡλικία, περίπου 20 ἐτῶν, ἔχασε τοὺς γονεῖς του. Ἕξι μῆνες μετὰ τὴν κοίμηση τῶν γονέων του, ἄκουσε στὴν ἐκκλησία τὴν Εὐαγγελικὴ περικοπὴ τοῦ πλουσίου νεανίσκου, στὴν ὁποία ἀναφέρεται, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶπε στὸν πλούσιο νέο : «πώλησον τὰ ὑπάρχοντά σου καὶ δὸς πτωχοῖς». Τόση μεγάλη ἐντύπωση προξένησε ἡ Εὐαγγελικὴ αὐτὴ προτροπὴ στὴν ψυχὴ τοῦ Ἀντωνίου, ὥστε ἀμέσως διένειμε τὰ ὑπάρχοντά του στοὺς πτωχοὺς καὶ ἐνδεεῖς, ἀφοῦ φύλαξε τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα γιὰ τὴν συντήρηση αὐτοῦ καὶ τῆς μικρῆς του ἀδελφῆς, τὴν ὁποία φρόντισε νὰ παραδώσει σὲ Χριστιανὲς νέες παρθένους ποὺ εἶχαν ἀφιερωθεῖ στὴ χριστιανικὴ ἀρετή, βέβαιος ὅτι κοντά τους θὰ εἶναι κατὰ πάντα ἀσφαλής.

Ἀπὸ τότε ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος ἄρχισε νὰ ζεῖ ἀσκητικὸ βίο, ἐργαζόμενος ἀδιάκοπα καὶ ὑποβαλλόμενος σὲ αὐστηρὴ νηστεία, γιὰ νὰ κατανικήσει τοὺς πειρασμοὺς τῆς σάρκας, ἀγρυπνώντας ὁλόκληρη τὴ νύχτα καὶ τρώγοντας ἐλάχιστα.

Στὴ συνέχεια ἀπῆλθε σὲ τόπο ἔρημο καὶ μακρινὸ ὅπου ὑπῆρχαν μνήματα καὶ ἀφοῦ εἰσῆλθε σὲ ἕνα ἀπὸ αὐτὰ ἔκλεισε τὴ θύρα. Ἡ τροφή του ἦταν ἐλάχιστη καὶ τοῦ τὴν πήγαινε σὲ καθορισμένες ἡμέρες ἕνας συνασκητής του. Ἐκεῖ ὑπερνίκησε, μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, νέους πειρασμούς. Ἀργότερα πῆγε κοντὰ στὰ ἐρείπια ἐνὸς φρουρίου καὶ κατοίκησε σὲ σπήλαιο χωρὶς νὰ τὸν βλέπει κανένας καὶ χωρὶς νὰ δέχεται κανένα παρὰ μόνο ἕναν γνωστό του, ὁ ὁποῖος τοῦ ἔφερνε κάθε ἕξι μῆνες ψωμὶ γιὰ ὁλόκληρο τὸ ἑξάμηνο.

Μετὰ ἀπὸ εἴκοσι ὁλόκληρα χρόνια ἀσκήσεως καὶ ἀφοῦ ἔφθασε σὲ ὕψη πνευματικῆς τελειώσεως, ἐμφανίσθηκε στὸν κόσμο καὶ τότε ἄρχισαν νὰ συρρέουν περὶ αὐτὸν πολλοὶ ποὺ τὸν θαύμαζαν ὡς ἀσκητὴ καὶ θαυματουργό. Μαρτυρεῖται ὅτι, ἐνῶ ὁ Ἅγιος βρισκόταν ἀκόμα στὴ ζωή, ἔβλεπε τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἐξέρχονταν ἀπὸ τὸ σῶμα τους, καθὼς καὶ τοὺς δαίμονες ποὺ τὶς ὁδηγοῦσαν. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ εἶναι πολὺ θαυμαστό, ἀφοῦ μία τέτοια δυνατότητα εἶναι γνώρισμα μόνο νοερὴς καὶ ἀσώματης φύσεως.

Τὸ ἔτος 311 μ.Χ., κατὰ τὸν διωγμὸ τοῦ αὐτοκράτορα Μαξιμίνου (307 – 313 μ.Χ.), κατῆλθε στὴν Ἀλεξάνδρεια, γιὰ νὰ ἐνθαρρύνει καὶ νὰ βοηθήσει τοὺς πιστούς, τοὺς Ὁμολογητὲς καὶ τοὺς Μάρτυρες. Ὅταν ἔπαυσε ὁ διωγμός, ὁ Ὅσιος ἐπανῆλθε στὴν ἔρημο, ἀλλὰ ἐπειδὴ αἰσθανόταν ἐνοχλημένος ἀπὸ τὴν παρουσία πολλῶν, ποὺ πήγαιναν γιὰ νὰ τὸν συναντήσουν, ἔφυγε ἀπὸ ἐκεῖ καὶ ἦλθε σὲ τόπο ἔρημο, ὁ ὁποῖος βρισκόταν σὲ ὄρος ψηλό, κοντὰ στὴν Ἐρυθρὰ Θάλασσα. Καὶ ἐκεῖ ὅμως προσέρχονταν πολλοὶ γιὰ νὰ λάβουν τὴν εὐλογία του, νὰ διδαχθοῦν καὶ νὰ θεραπευθοῦν. Θεράπευσε δὲ τοὺς ἀσθενεῖς «οὐ προστάζων, ἀλλ’ εὐχόμενος καὶ τὸν Χριστὸν ὀνομάζων».

Ἡ φήμη τοῦ Ὁσίου Ἀντωνίου ἔφθασε μέχρι τοὺς βασιλεῖς, τόσο ὥστε ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος καὶ οἱ υἱοί του, Κωνστάντιος καὶ Κώνστας, ἔγραφαν σὲ αὐτόν, σὰν νὰ ἦταν πατέρας τους καὶ τὸν παρακαλοῦσαν νὰ τοὺς ἀπαντήσει.

Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ἀσκητικοῦ του βίου ποτὲ δὲν ἄλλαξε ἔνδυμα καὶ ποτὲ δὲν ἔνιψε τὸ σῶμα ἢ τὰ πόδια του μὲ νερό. Ὁ Ὅσιος, ἂν καὶ ἀγράμματος στὴν ἀνθρώπινη σοφία, ἦταν σοφὸς κατὰ Θεόν. Εἶχε λόγο «ἠρτυμένον τῷ θείῳ ἅλατι καὶ χαρίεντα». Δίδασκε στοὺς μαθητές του νὰ μὴν θεωροῦν τίποτε ἀνώτερο ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ μὴ νομίζουν ὅτι, ἐπειδὴ ἀπέχουν ἀπὸ τὰ κοσμικὰ ἀγαθά, στεροῦνται κάτι ἀξιόλογο. Τὸ νὰ ἀφήνει κανεὶς τὰ ἐπίγεια ἀγαθὰ εἶναι σὰν νὰ καταφρονεῖ μία δραχμὴ ἀπὸ χαλκό, γιὰ νὰ κερδίσει ἑκατὸ χρυσές. Δὲν πρέπει, ἔλεγε, νὰ λησμονᾶμε ὅτι ὁ ἀνθρώπινος βίος εἶναι πρόσκαιρος, συγκρινόμενος πρὸς τὸ μέλλοντα αἰώνα. Γι’ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ κοπιάζουμε γιὰ τὴν ἀπόκτηση πρόσκαιρων ἀγαθῶν, τὰ ὁποία δὲν μποροῦμε νὰ πάρουμε μαζί μας, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἀπόκτηση αἰώνιων ἀγαθῶν, δηλαδὴ τῆς φρονήσεως, τῆς δικαιοσύνης, τῆς σωφροσύνης, τῆς ἀνδρείας, τῆς συνέσεως, τῆς ἀγάπης.

Ὁ Μέγας Ἀντώνιος, ἀφοῦ ἔζησε ἑκατὸν πέντε ἔτη, κοιμήθηκε ὁσίως τὸ 356 μ.Χ. Ἂν καί, ὅπως λέγει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, μία ἀπὸ τὶς τελευταῖες ἐπιθυμίες τοῦ Ὁσίου Ἀντωνίου ἦταν νὰ μείνει κρυφὸς ὁ τόπος τῆς ταφῆς του, οἱ μοναχοὶ ποὺ μόναζαν κοντά του ἔλεγαν ὅτι κατεῖχαν τὸ ἱερὸ λείψανό του, τὸ ὁποῖο ἐπὶ Ἰουστινιανοὺ (561 μ.Χ.), κατατέθηκε στὴν Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἀργότερα, τὸ 635 μ.Χ., μεταφέρθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη.
Ἡ Σύναξή του ἐτελεῖτο στὴ Μεγάλη Ἐκκλησία.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ'.
Τὸν ζηλωτὴν Ἠλίαν τοῖς τρόποις μιμούμενος, τῷ Βαπτιστῇ εὐθείαις ταῖς τρίβοις ἑπόμενος, Πάτερ Ἀντώνιε, τῆς ἐρήμου γέγονας οἰκιστής, καὶ τὴν οἰκουμένην ἐστήριξας εὐχαῖς σου. Διὸ πρέσβευε Χριστῷ τῷ θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Τοὺς βιωτικοὺς, θορύβους ἀπωσάμενος, ἡσυχαστικῶς, τὸν βίον ἐξετέλεσας, τὸν Βαπτιστὴν μιμούμενος, κατὰ πάντα τρόπον Ὁσιώτατε. Σὺν αὐτῷ οὖν σε γεραίρομεν, Ἀντώνιε Πάτερ, τῶν Πατέρων κρηπίς.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῶν Ὁσίων ὁ ἀρχηγός, καὶ τῆς ἰσαγγέλου, πολιτείας καθηγητής· χαίροις τῆς ἐρήμου, στυλοειδὴς νεφέλη, Ἀντώνιε παμμάκαρ, Πατέρων καύχημα.


Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ὁ Νεομάρτυρας ἐξ Ἰωαννίνων 


Ὁ Ἅγιος Γεώργιος γεννήθηκε τὸ 1808 στὸ χωριὸ Τζούραλη τῆς ἐπαρχίας Γρεβενῶν ἀπὸ γονεῖς φτωχούς, τὸν Κωνσταντίνο καὶ τὴν Βασιλική, καὶ λόγω τῆς φτώχειας τῆς οἰκογένειάς του ἔμεινε ἀγράμματος. Σὲ μικρὴ ἡλικία ἀπορφανίσθηκε καὶ μετέβη στὰ Ἰωάννινα, ὅπου ἔγινε ἱπποκόμος τοῦ Χατζῆ Ἀβδουλᾶ, ἀξιωματικοῦ του Ἰμὶν Πασᾶ, πλησίον τοῦ ὁποίου παρέμεινε ἐπὶ ὀκτὼ χρόνια.

Κατὰ τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1836 συκοφαντήθηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ὅτι εἶχε ἐξισλαμισθεῖ κατὰ τὰ προηγούμενα χρόνια καὶ ἐπανῆλθε στὴν ὀρθόδοξη πίστη. Προσαχθεὶς στὸ κριτήριο ἀπολογήθηκε καὶ μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία ἀπέδειξε ὅτι οὐδέποτε ἔγινε ἀρνησίθρησκος. Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ καὶ ἐπειδὴ τὸν βρῆκαν καὶ ἀπερίτμητο, ἀπολύθηκε.

Ἀργότερα ἔλαβε σύζυγο, τὴν Ἑλένη καὶ προσλήφθηκε ὡς ἱπποκόμος στὸν μουσελίμι τῶν Φιλιατῶν ἐπὶ τοῦ ἡγεμόνος Ἰωαννίνων Μουσταφᾶ Πασᾶ. Χρειάσθηκε ὅμως νὰ μεταβεῖ καὶ πάλι στὰ Ἰωάννινα γιὰ ἰδιωτικές του ὑποθέσεις. Ἐκεῖ, στὶς 12 Ἰανουαρίου 1838, ἡμέρα Τετάρτη, ἕνας Ὀθωμανὸς τὸν συκοφάντησε καὶ πάλι ὅτι προηγουμένως ἦταν Τοῦρκος καὶ τώρα εἶναι Χριστιανός. Ἀφοῦ τὸν συνέλαβαν τὸν ἔκλεισαν στὴν φυλακὴ καὶ τὸν ἐκβίαζαν νὰ ἀλλαξοπιστήσει. Ἐκεῖνος παρέμεινε ἀμετάπειστος, ὁμολογώντας τὴν πίστη του στὸν Χριστό. Ὁ κλῆρος καὶ ὁ λαὸς τῶν Ἰωαννίνων μάταια προσπάθησαν νὰ προλάβουν τὴν ἄδικη ἀπόφαση κατὰ τοῦ Γεωργίου καὶ νὰ τὸν πείσουν νὰ δραπετεύσει ἀπὸ τὴ φυλακὴ καὶ νὰ φυγαδευτεῖ στὴν ἐλεύθερη Ἑλλάδα. Τὸ μαρτύριο ἄρχισε. Τοῦ τρυποῦσαν τὰ νύχια μὲ βελόνες καὶ ἔβαζαν στὰ στήθη τοῦ μεγάλες πέτρες. Ἐκεῖνος ὑπέμενε γενναία λέγοντας : «Εἶμαι Χριστιανός».

Στὶς 17 Ἰανουαρίου, ἡμέρα Δευτέρα, ὁ Ἅγιος ἀπαγχονίστηκε στὴν ἀγορὰ καὶ δέχθηκε ἀπὸ τὸν Σταυρωθέντα Κύριο τὸ στέφανο τοῦ μαρτυρίου. Τὸ ἱερὸ λείψανό του παρέμεινε κρεμασμένο μέχρι τὶς 19 Ἰανουαρίου καὶ κατόπιν δωρήθηκε ἀπὸ τὸν Μουσταφᾶ πασᾶ στὸν Μητροπολίτη Ἰωαννίνων Ἰωακείμ, ὁ ὁποῖος τὸν ἐνταφίασε μὲ τιμὲς στὸ ἱερὸ βῆμα τοῦ μητροπολιτικοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου. Ἐπὶ τοῦ τάφου καὶ στὴν οἰκία τοῦ Ἁγίου τελέσθηκαν πλεῖστα θαύματα.
Στὶς 26 Ὀκτωβρίου 1971 ἔγινε ἡ ἀνακομοιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων αὐτοῦ, τὰ ὁποία ἐναπετέθησαν στὸ φερώνυμο ναὸ τῶν Ἰωαννίνων, ὅπου ἦταν πρὶν ἡ οἰκία τοῦ Ἁγίου.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τὸν πανεύφημον Μάρτυν Χριστοῦ Γεώργιον, Ἰωαννίνων τὸ κλέος καὶ πολιοῦχον λαμπρόν, ἐν ᾠδαῖς πνευματικαῖς ἀνευφημήσωμεν· ὅτι ἐνήθλησε στερρῶς, καὶ κατήνεγκεν ἐχθρόν, τοῦ Πνεύματος τῇ δυνάμει· καὶ νῦν ἀπαύστως πρεσβεύει, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Εὐκλεῶς ἀγάλλεται μεγαλαυχοῦσα, τῇ σεπτῇ ἀθλήσει σου, δι’ ἧς ἡ πόλις θησαυρόν, Ἰωαννίνω ἐκτήσατο, τῶν ἱερῶν σου Λειψάνων Γεώργιε.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῆς Ἠπείρου θεῖος πυρσός, καὶ Ἰωαννίνων, ἀντιλήπτωρ καὶ ἀρωγός· χαίροις τῶν θαυμάτων, ἀκένωτος χειμάρρους, Γεώργιε παμμάκαρ, ἡμῶν βοήθεια.


Ὁ Ὅσιος Ἀντώνιος ὁ Νέος ὁ Θαυματουργὸς


Ἀντώνιον δὲ τὸν Νέον ποῦ τακτέον,
Εἰ μὴ παρ᾿αὐτῷ τῷ πάλαι Ἀντωνίῳ;


Ο Όσιος Αντώνιος καταγόταν από ευσεβείς και πλούσιους γονείς και έζησε κατά τον 9ο μ.Χ. αιώνα. Νέος ακόμα, έγινε μοναχός στην σκήτη της Βέροιας, κοντά στην κοιλάδα του ποταμού Αλιάκμονα. Οι πνευματικοί του αγώνες κράτησαν είκοσι χρόνια στην σκήτη. Πνευματικά ώριμος, με την ευχή του ηγουμένου της Σκήτης, αποσύρθηκε σε σπήλαιο, όπου έζησε ακόμα πενήντα τέσσερα χρόνια ασκητικών γυμνασμάτων. Η Εκκλησία τιμώντας τον θεώρησε Μέγα και γι’ αυτό τον ονόμασε Νέο σε σχέση με τον παλαιότερο διδάσκαλο της ερήμου Άγιο Αντώνιο τον Μέγα. Ο Όσιος Αντώνιος κοιμήθηκε με ειρήνη σε ηλικία 94 ετών.

Μοναδικές απολαύσεις του ήταν η εγκράτεια και η εξαντλητική νηστεία, με την οποία κατανικούσε τα πάθη του σώματος. Έτρωγε μόνο μία φορά την εβδομάδα τα λίγα χόρτα που φύτρωναν γύρω από το σπήλαιό του, αποφεύγοντας με τον τρόπο αυτό την υπερηφάνεια, με την οποία προσπαθούσε ο διάβολος να τον παρασύρει στην πτώση.

Προσπαθώντας λοιπόν ο πονηρός να πραγματοποιήσει τον στόχο του εμφανιζόταν στον όσιο πολλές φορές, άλλες φορές για να τον τρομάξει και να σταματήσει τους πνευματικούς του αγώνες και άλλοτε καλοπιάνοντάς τον και επαινώντας τον για να τον ρίξει στην υπερηφάνεια. Έτσι λοιπόν μία φορά, ο διάβολος εμφανίστηκε και πάλι κατά τη διάρκεια της νύκτας μέσα στο σπήλαιο που έμενε ο όσιος, ως άγγελος φωτός επαινώντας τον για τις αρετές του. Έχοντας πείρα ο όσιος από τις πονηρίες του διαβόλου τον απέκρουσε για πολλοστή φορά, κι ενώ αυτός διαλυόταν με ισχυρό θόρυβο, θείο φως κάλυψε τον όσιο και πλημμύρισε το σπήλαιο. Η χάρη του Θεού σκέπασε από τότε τον εκλεκτό ασκητή και η φήμη του διαδόθηκε τόσο πολύ, ώστε πλήθη λαού προσέτρεχαν προς αυτόν για να απολαύσουν την ευλογία του.

Ο όσιος όμως επιθυμούσε και επεδίωκε να απολαύσει την απόλυτη ησυχία, αυτή που ανεβάζει τον άνθρωπο προς τον Θεό. Θέλοντας, λοιπόν, να αποφύγει τους πολλούς επισκέπτες που του στερούσαν την γλυκύτητα της ησυχίας και της απρόσκοπτης αφοσιώσεως στον Θεό, εγκατέλειψε το σπήλαιό του και αποσύρθηκε σε έναν ερημικό τόπο κοντά στο ποτάμι. Εκεί ζούσε μέσα στις λόχμες υπομένοντας για χάρη του Θεού τον καύσωνα της ημέρας και το ψύχος της νύκτας.

Η ταλαιπωρία της μακροχρόνιας και αυστηρής ασκήσεως τον καταπόνησαν τόσο, ώστε αναγκάσθηκε να επιστρέψει στο σπήλαιο, στο οποίο είχε ζήσει τα πρώτα χρόνια, και εκεί δεχόταν μέχρι τα βαθιά του γηρατειά τις επισκέψεις των πιστών.

Όταν κατάλαβε ότι εγγίζει το τέλος του, λίγο πριν από την εορτή των Χριστουγέννων, παρακάλεσε τους ευσεβείς χριστιανούς που τον επισκέπτονταν να τον αφήσουν μόνο του και ειδοποίησε έναν ιερέα, για να του μεταδώσει τα άχραντα μυστήρια για τελευταία φορά ως εφόδιο Ζωής Αιωνίου.

Την πρώτη Ιανουαρίου ξάπλωσε στο έδαφος και αφού έψαλε επίκαιρους ύμνους, σταύρωσε τα χέρια του και παρέδωσε το πνεύμα του στα χέρια του Θεού.

Δεκαέξι ημέρες παρέμεινε ο όσιος νεκρός μέσα στο σπήλαιο και μία υπερφυσική λυχνία έκαιε πάνω από το λείψανό του, μέχρις ότου ένας πλούσιος Βεροιεύς ανέβηκε με μεγάλη συνοδεία στο βουνό, όπου ήταν το σπήλαιο του οσίου Αντωνίου, για να κυνηγήσει. Οδηγούμενοι από τα γαυγίσματα των σκύλων και από ένα χέρι που φαινόταν επάνω από το σπήλαιο και τους καλούσε προς το μέρος του, ανακάλυψαν οι κυνηγοί τον όσιο πλημμυρισμένο από το θείο φως, αλώβητο και γεμάτο από ευωδία.

Κάποιοι από τους κυνηγούς ειδοποίησαν τότε τον αρχιερέα της πόλης, ο οποίος συγκέντρωσε κλήρο και λαό και με λαμπάδες και μύρα έφθασαν στο σπήλαιο. Επειδή υπήρχε διαφωνία για το που θα έπρεπε να ενταφιαστεί, το τίμιο λείψανό του το τοποθέτησαν πάνω σε ένα κάρο το οποίο το σέρνανε βόδια και το άφησαν ελεύθερο ώστε ο άγιος να αποφασίσει που θέλει να ενταφιαστεί.

Έτσι λοιπόν άρχισε το κάρο αυτό με το λείψανο του αγίου να περιδιαβαίνει τα πλησιόχωρα χωριά της Βέροιας (Κουλούρα, Διαβατός, Ραψομανίκη, Ξεχασμένη, Σταυρός) τα ονόματα των οποίων σχετίζονται με το πέρασμα του αγίου.

Το κάρο τελικά σταμάτησε στον προαύλιο χώρο του ιερού ναού Παναγίας Καμαριωτίσσης στην Βέροια, εκεί που βρισκόταν και η πατρική οικία του οσίου Αντωνίου (στην μουριά). Εκεί λοιπόν ο όσιος πατήρ ημών Αντώνιος ο Νέος ετάφη. Μετά την ανακομιδή του λειψάνου του, τοποθετήθηκε σε λάρνακα μέσα στον ιερό ναό Παναγίας Καμαριωτίσσης όπου άρχισε να τιμάται ο όσιος ως πολιούχος της Βέροιας. Κατά τα μέσα του 19ου μ.Χ. αιώνα στην θέση του ναού της Παναγίας Καμαριωτίσσης η ευσέβεια των Βεροιέων ανήγειρε τον περιφανή ναό του Οσίου Αντωνίου του Νέου.

Η μνήμη του εορτάζεται την 17η Ιανουαρίου και την 1η Αυγούστου.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Μέγα καύχημα, καὶ πολιοῦχον, σὲ πλουτίσασα πόλις Βεροίας, θεοφόρε παμμάκαρ Ἀντώνιε, τῇ σῇ πρεσβείᾳ προστρέχει ἑκάστοτε, προσπτυσσομένη τὴν πάντιμον Κάραν σου. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ἀσκητικῶς ἀκολουθήσας Κυρίῳ, τῶν ὑπὲρ φύσιν ἠξιώθης χαρίτων, ὡς τῆς σαρκὸς νεκρώσας τὰ φρονήματα, Ὅσιε Ἀντώνιε, μιμητὰ τῶν Ἀγγέλων, μεθ’ ὧν ἀεὶ πρέσβευε, πάσης ῥύεσθαιο βλάβης, τοὺς σὲ τιμῶντας Πάτερ εὐλαβῶς, πᾶσιν αἰτούμενος, χάριν καὶ ἔλεος.

Μεγαλυνάριον
Ἤσκησας θεόφρον ὑπερφυῶς, καὶ ἐθαυμαστώθης, τῇ τοῦ Πνεύματος δωρεᾷ. Ὅθεν τῆς Βεροίας, ἡ πόλις σὲ γεραίρει, ὡς θεῖον πολιοῦχον, Πάτερ Ἀντώνιε.


Ὁ Ἅγιος Θεοδόσιος ὁ Μέγας ὁ βασιλεύς
 

  H βασιλεία εμποδών ουχ ωράθη,
Σοι ω Θεοδόσιε προς σωτηρίαν.


Ὁ Μέγας Θεοδόσιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἰβηρία καὶ γεννήθηκε τὸ 346 μ.Χ. Ἦταν υἱὸς τοῦ στρατηγοῦ Θεοδοσίου, Κόμητος τῆς Ἀφρικῆς, ὁ ὁποῖος εἶχε διαπρέψει ἐπὶ τοῦ αὐτοκράτορα Οὐαλεντιανοῦ (364 – 378 μ.Χ.) καὶ θανατώθηκε ἄδικα μετὰ ἀπὸ συκοφαντίες. Τότε ὁ υἱός του, ὁ ὁποῖος, ἐπίσης, εἶχε διακριθεῖ γιὰ τὴν εὐσέβειά του καὶ τὰ στρατηγικὰ προτερήματά του, ἀποτραβήχτηκε στὰ πατρογονικά του κτήματα στὴν Ἱσπανία καὶ ἀπεῖχε ἀπὸ κάθε ὑπηρεσία.

Ὅταν ὁ νέος αὐτοκράτορας τῆς Δύσεως Γρατιανὸς κληρονόμησε καὶ τὸ Ἀνατολικὸ τμῆμα τῆς αὐτοκρατορίας, τὸν πῆρε κοντά του ὡς συνεργάτη. Μόλις ἔφθασε στὴν αὐλὴ ὁ Θεοδόσιος προήχθη σὲ «στρατηλάτη τῆς ἵππου» καὶ μὲ αὐτὸ τὸ βαθμό, κατόρθωσε νὰ κερδίσει μία ἀρκετὰ ἐντυπωσιακὴ νίκη κατὰ τῶν Σαρματῶν, ποὺ ἐπωφελούμενοι τῆς γενικῆς ἀναταραχῆς εἶχαν στὸ μεταξὺ εἰσβάλει στὸ ρωμαϊκὸ ἔδαφος. Ἡ ἀνταμοιβὴ γιὰ τὴ νίκη ἦταν ἡ προαγωγὴ στὸ ὕπατο ἀξίωμα: ὁ Γρατιανὸς τὸν ἔστεψε Αὔγουστο τῆς Ἀνατολῆς στὴν πόλη Σίρμιον ποὺ βρισκόταν στὸ κέντρο τῆς Ρωμαϊκῆς Εὐρώπης. Ἡ στέψη ἔγινε στὶς 19 Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους 379 μ.Χ. Ὁ Θεοδόσιος ἦταν τότε τριάντα τριῶν ἐτῶν.

Πρῶτο ἔργο τοῦ νέου Αὐγούστου ἦταν νὰ καταπολεμήσει τοὺς Γότθους στὴν Ἰλλυρία. Ἀλλὰ πρὶν συντελεσθεῖ τὸ ἔργο αὐτό, ὁ Θεοδόσιος κέρδισε ἄλλο τρόπαιο ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τῆς πίστεως καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας. Μὲ διάταγμα, τὸ ὁποῖο ἐξέδωσε στὶς 27 Φεβρουαρίου τοῦ 380 μ.Χ., ὁ Θεοδόσιος καθόριζε ἐπὶ δογματικοῦ ἐπιπέδου τὴν ἔννοια τῆς Ὀρθοδοξίας, διεκήρυξε ὅτι μόνο οἱ παραδεχόμενοι τὶς ἀποφάσεις τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ποὺ συνῆλθε στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας, ἐδικαιοῦντο νὰ ὀνομάζονται Χριστιανοὶ καὶ ὅτι στοὺς αἱρετικοὺς δὲν ἐπιτρεπόταν νὰ σφετερίζονται τὸ ὄνομα τῆς Ἐκκλησίας. Τέλος μὲ τὴ δημοσίευση ἐνὸς ἀκόμη νόμου, γιὰ τὴν ἐφαρμογὴ τοῦ ὁποίου χρειάσθηκε νὰ ἐπέμβει ὁ στρατός, ἀπαίτησε τὴν ἀπόδοση ὅλων τῶν Ἐκκλησιῶν στοὺς Ὀρθοδόξους.

Ἦταν δὲ τότε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὁ ὁποῖος εἶχε προσκληθεῖ ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς πρὸς καταπολέμηση τῶν αἱρετικῶν καὶ μάλιστα τῶν Ἀρειανῶν. Καὶ ἐπειδὴ τὰ φλογερὰ καὶ εὔγλωττα κηρύγματά του, συνδυαζόμενα μὲ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν ἁγιότητα τοῦ βίου του, εἵλκυσαν πρὸς τὴν Ὀρθόδοξη πίστη ἀμέτρητα πλήθη, οἱ Ἀρειανοί, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ αὐτοκράτορα Οὐάλεντου εἶχαν γίνει πανίσχυροι στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ εἶχαν ἁρπάξει ὅλες τὶς ἐκκλησίες τῶν Ὀρθοδόξων, ἐκτὸς τοῦ μικροῦ παρεκκλησίου τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας, σχεδίαζαν νὰ τὸν διώξουν ἀπὸ τὴν βασιλεύουσα. Ἀλλὰ ὁ Θεοδόσιος ἔδωσε ἄλλη στροφὴ στὰ πράγματα. Ἐκδίωξε ἀπὸ τὸν πατριαρχικὸ θρόνο τὸν Ἀρειανὸ Ἐπίσκοπο Δημόφιλο καὶ παρεχώρησε τὴν θέση του στὸν Ἅγιο Γρηγόριο.

Ἡ μεγάλη αὐτὴ εὐεργεσία τοῦ Ἁγίου Θεοδοσίου πρὸς τὴν Ἐκκλησία εἶχε λαμπρότερη ἀκόμα συνέχεια. Κατὰ τὸ ἔτος 381 μ.Χ., μὲ τὴν εὐσεβὴ φροντίδα του καὶ ἐνέργεια, συγκροτήθηκε ἡ Β’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ποὺ ἐπικύρωσε τὴ δογματικὴ διατύπωση τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου περὶ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, συμπλήρωσε τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως προσθέτοντας καὶ τὸν περὶ Ἁγίου Πνεύματος Ὅρο, ἐναντίων τῆς πνευματομάχου διδασκαλίας τοῦ Μακεδονίου καὶ κανόνισε τὰ τῆς νομίμου κατοχῆς διαφόρων ἀρχιερατικῶν θρόνων, ἡ ὁποία εἶχε διαταραχθεῖ ἐπὶ τῆς παντοδυναμίας τῶν Ἀρειανῶν. Δύο ἀκόμη Σύνοδοι συνεκλήθησαν στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 382 καὶ τὸ 383 μ.Χ. Σκοπός τους ἦταν, ἀντίστοιχα, ἡ ὑπογράμμιση τῆς αὐτονομίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀνατολῆς καὶ ἡ θεαματικὴ καταδίκη κάθε μορφῆς Ἀρειανισμοῦ. Συμπληρώνοντας τὸ ἔργο του ὁ θεοφρούρητος βασιλέας, ἐξέδωσε ἀλλεπάλληλα διατάγματα κατὰ τῶν αἱρετικῶν (Μανιχαίων, Ἀρειανῶν, Πνευματομάχων καὶ ἄλλων), μὲ τὰ ὁποῖα καθορίστηκαν καὶ οἱ ποινὲς τῶν ἀποστατῶν. Οἱ ἀποφάσεις τῶν Συνόδων ἐφαρμόστηκαν αὐστηρά. Ἐπανέλαβε ἔντονα τὸν νόμο περὶ Κυριακῆς ἀργίας, ἀπαγόρευσε τὰ θεάματα τοῦ ἀμφιθεάτρου καὶ τοῦ ἱπποδρόμου τὴν Κυριακὴ καὶ θέσπισε μέτρα κατὰ τῆς ἐμπορίας τῶν λειψάνων τῶν Ἁγίων Μαρτύρων. Ἐμπόδισε τὶς εἰδωλολατρικὲς θυσίες, τὴ λατρεία τῶν εἰδώλων, κάθε δημόσια καὶ ἀπόκρυφη τελετὴ τῶν εἰδωλολατρῶν, καὶ κατήργησε, τὸ 394 μ.Χ., διὰ νόμου, τοὺς ὀλυμπιακοὺς ἀγῶνες, ποὺ χρησίμευαν στὴ διατήρηση τῆς πλάνης τῶν εἰδώλων. Ἡ αὐτοκρατορία ἦταν πιὰ χριστιανικὴ καὶ τὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου Θεοδοσίου ἔστρεφε καὶ παγίωνε τὸ ἔργο τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου. Γιὰ τὴν προσφορά του στὴν Ἐκκλησία ἀλλὰ καὶ τὸ τεράστιο σημαντικὸ πολιτικὸ ἔργο του κέρδισε τὸν τίτλο «Μέγας». Καὶ ὁ Παυλίνος, Ἐπίσκοπος Νώλης, μέσα ἀπὸ τὰ γραφόμενά του ἐγκωμιάζει στὸ πρόσωπο τοῦ βασιλέως «ὄχι τόσο τὸν αὐτοκράτορα, ὅσο τὸν δοῦλο τοῦ Χριστοῦ, τὸν ἰσχυρὸ ὄχι στὴ μεγαλοπρέπεια τοῦ δυνάστου, ἀλλὰ στὴν ταπεινοφροσύνη τοῦ ὑπηρέτου, τὸν πρῶτο πολίτη, ὄχι χάρη στὸ βασιλικὸ ἀξίωμα, ἀλλὰ χάρη στὴν πίστη του».

Ὁ Μέγας Θεοδόσιος ἦταν πρότυπο ἡγεμόνος, πλήρης εὐσέβειας καὶ δικαιοσύνης καὶ εἶχε τὸ χάρισμα τῆς ταπεινώσεως καὶ τῆς συνεχοῦς μετάνοιας. Δύο περιστατικὰ τῆς ζωῆς του ὁμιλοῦν γι’ αὐτό.

Ἦταν τὸ 387 μ.Χ. ποὺ ὁ Ἅγιος ἀποφάσισε νὰ τιμωρήσει αὐστηρά, μὲ ποινὴ αἵματος, τοὺς κατοίκους τῆς μεγάλης Θεουπόλεως Ἀντιόχειας. Οἱ Ἀντιοχειανοὶ εἶχαν ἐξεγερθεῖ καὶ εἶχαν καταρρίψει ὅλους τοὺς ἀνδριάντες ποὺ ὑπῆρχαν πρὸς τιμὴ τοῦ αὐτοκράτορα καὶ τῆς συζύγου τοῦ Πλακίλλας. Ἡ αὐτοκράτειρα ἡ ἴδια ἀλλὰ καὶ ὁ Πατριάρχης τῆς πόλεως Φλαβιανὸς συμπαραστατούμενοι ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς τῆς περιοχῆς, ἱκέτευαν τὸ βασιλέα Θεοδόσιο νὰ φανεῖ σπλαγχνικὸς καὶ νὰ τοὺς συγχωρήσει. Πράγματι, ὁ Θεοδόσιος ἄλλαξε ἀπόφαση καὶ τὸ Πάσχα τοῦ 387 μ.Χ. ἔδωσε ἀμνηστία.

Τὸ ἄλλο γεγονὸς συνέβη τὸ ἔτος 390 μ.Χ., ὅταν ὁ Θεοδόσιος ἔγινε καὶ αὐτοκράτορας τῆς Δύσεως. Ἐγκαταστάθηκε στὰ Μεδιόλανα, τὸ σημερινὸ Μιλάνο τῆς Ἰταλίας, καὶ τιμώρησε μὲ πολὺ αὐστηρὸ τρόπο μία ἐξέγερση τῶν Θεσσαλονικέων, δίδοντας διαταγὴ νὰ θανατώσουν πολλὲς χιλιάδες ἀνθρώπων στὸ ἀμφιθέατρο τῆς πόλεως. Κάποιος δημοφιλὴς ἡνίοχος τοῦ ἱππόδρομου εἶχε κατηγορηθεῖ γιὰ ἐγκληματικὴ πράξη καὶ εἶχε φυλακισθεῖ ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸ τῆς ἐκεῖ φρουρᾶς Βουθέριχο. Ἀλλὰ τὸ πλῆθος, προκειμένου νὰ γίνουν οἱ ἱπποδρομίες, ἀπαίτησε τὴν ἀποφυλάκιση τοῦ ἡνιόχου. Ὁ Βουθέριχος ἀρνήθηκε, ἀλλὰ ὁ λαὸς στασίασε καὶ φόνευσε τὸν Βουθέριχο καὶ πολλοὺς στρατιῶτες. Ὁ θυμὸς ποὺ ἔνιωθε ὁ Θεοδόσιος ἦταν τόσο μεγάλος πού, ὑπακούοντας στὴν παρόρμηση τῆς στιγμῆς, διέταξε νὰ περικυκλώσει ὁ στρατὸς τὸν ἱππόδρομο τὴν ἡμέρα τῶν ἀγώνων καὶ νὰ σφάξει ὅλους τους θεατές. Γιὰ τὴ διαταγὴ αὐτὴ ἀμέσως μετανόησε ὁ Θεοδόσιος, ἀλλὰ ἡ ἀνάκλησή της ἔφτασε στὴ Θεσσαλονίκη ἀφοῦ πιὰ εἶχαν σφαγεῖ ἑπτὰ χιλιάδες πολίτες. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἔγκλημα, ὅταν ὁ Θεοδόσιος θέλησε νὰ εἰσέλθει στὸν καθεδρικὸ ναὸ τοῦ Μιλάνου, ὁ Ἅγιος Ἀμβρόσιος στάθηκε στὴ θύρα καὶ ἀπαγόρευσε τὴν εἴσοδο στὸν αὐτοκράτορα. Ὅλοι περίμεναν τὸ ξέσπασμα τοῦ θυμοῦ τοῦ Θεοδοσίου. Ὅμως ἐκεῖνος ὑπάκουσε ταπεινά, ζήτησε μὲ δάκρια στὰ μάτια συγγνώμη καὶ ταπεινωμένος γύρισε στὰ ἀνάκτορα. Ἐκτέλεσε τὸν κανόνα τῆς μετάνοιας ποὺ τοῦ ἔβαλε ὁ Ἐπίσκοπος καὶ ὅταν τὸ ἐπιτίμιο συμπληρώθηκε, ὁ Θεοδόσιος, ὕστερα ἀπὸ ὀκτὼ μῆνες, προσῆλθε στὴν Ἐκκλησία, σὰν ἕνας κοινὸς ἄνθρωπος, μὲ ἕναν ἁπλὸ χιτώνα, χωρὶς κανένα διακριτικὸ τοῦ ἀξιώματός του, ἄκουσε τὴ συγχωρητικὴ εὐχὴ καὶ κοινώνησε κατὰ τὴν ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων λέγοντας τὸν λόγο τοῦ Δαυίδ: «Ἐκολλήθη τῷ ἐδάφει ἡ ψυχή μου, ζῆσόν με κατὰ τὸν λόγον σου». Καρπὸς τῆς μετάνοιάς του, ποὺ παραδειγμάτισε τὸν λαό του, ἦταν ἕνας νόμος ποὺ ἔλεγε πὼς κανεὶς καταδικασμένος σὲ θάνατο δὲν θὰ ἐκτελεῖτο, ἂν δὲν περνοῦσαν τριάντα ἡμέρες ἀπὸ τὴν λήψη τῆς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως.

Τόση ἦταν ἡ μετάνοια τοῦ Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου, ὥστε ὁ Ἅγιος Θεὸς εὐδόκησε νὰ τοῦ δωρίσει τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας. Διηγοῦνται οἱ βιογράφοι του, ὅτι κατὰ τὴν διάρκεια ἐνὸς προσκυνήματός του στὰ Ἱεροσόλυμα, ὁ αὐτοκράτορας ἐμφανίστηκε ἐνδεδυμένος σὰν ἁπλὸς ἄνθρωπος καὶ πλησιάζοντας τὶς θύρες τοῦ ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως προσευχόταν. Τότε, οἱ πόρτες ἄνοιξαν μόνες τους διάπλατα καὶ ὁ ναὸς ἄστραφτε στὸ φῶς. Ὁ Κύριος ὑποδεχόταν τὸν ταπεινὸ αὐτοκράτορα καὶ δοῦλό Του.
Ὁ Θεοδόσιος εἶχε ἀντιγράψει μὲ τὸ χέρι του ὅλο τὸ Εὐαγγέλιο, τὸ ὁποῖο μελετοῦσε καθημερινά. Ἔλεγε πὼς χαιρόταν περισσότερο ποὺ ἦταν μέλος τῆς Ἐκκλησίας παρὰ ἐπίγειος βασιλέας. Ὅμως οἱ κακουχίες τῶν δεκαέξι χρόνων ἀπὸ τὴ διακυβέρνηση εἶχαν κλονίσει ἀνεπανόρθωτα τὴν ὑγεία τοῦ Θεοδοσίου. Ἔτσι πέρασαν δεκαέξι χρόνια εὐσεβοῦς βασιλείας. Ὁ Ἅγιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 395 μ.Χ. Τὸ σκήνωμά του ἐκτέθηκε σὲ λαϊκὸ προσκύνημα καὶ τὴν τεσσαρακοστὴ ἡμέρα ὁ Ἐπίσκοπος Μεδιολάνων Ἀμβρόσιος, ἐξεφώνησε τὸν ἐπικήδειο, ποὺ καθιέρωνε τὸν Θεοδόσιο ὡς τὸν τύπο τοῦ παραδειγματικοῦ Ὀρθόδοξου ἡγεμόνος. Ὁ Ἅγιος ἐνταφιάσθηκε στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, δίπλα στὸ μνημεῖο τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου καὶ τῶν διαδόχων του.


Ὁ Ὅσιος Ἀχιλλᾶς


Ὅπλοις Ἀχιλλεὺς τὰς κάτω πορθεῖ πόλεις,
Πόνοις Ἀχιλλᾶς τὴν ἄνω πλουτεῖ πόλιν.


Ο Όσιος Αχιλλάς ήταν αναχωρητής της ερήμου τον 5ο αιώνα μ.Χ. Έζησε οσίως στην Αίγυπτο και κοιμήθηκε με ειρήνη.

Γράφει γι' αυτόν ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης: «Περί του Οσίου τούτου Aχιλλά γράφει ο Ευεργετινός (σελ. 393), ότι επήγε μίαν φοράν εις τον Aββάν Ησαΐαν, και ευρήκεν αυτόν οπού έτρωγεν, έχων εις το τζανάκιον άλας μόνον και νερόν. O δε Hσαΐας ιδών τον Aχιλλάν, έκρυψε το τζανάκι οπίσω από το ζιμπίλι οπού έπλεκε, διά να μη σκανδαλίση αυτόν. O δε Aχιλλάς βλέπων αυτόν τρώγοντα, και μη έχοντα έμπροσθέν του κανένα φαγητόν, ερώτησεν αυτόν τι έτρωγεν. O δε Hσαΐας απεκρίθη. Συγχώρησόν μοι Aββά, ότι έκοπτον θαλλία φοινίκων εις το καύμα. Όθεν έβαλον εις το στόμα μου ψωμί ξηρόν, και δεν εκατέβαινε. Με το να εξηράνθη από το καύμα ο φάρυγγάς μου, διά τούτο αναγκάσθην να βάλω νερόν και άλας, ίνα βρέξω εις αυτά το ψωμί μου, και δυνηθώ να το φάγω. Τότε λέγει ο Aββάς Αχιλλάς. Eλάτε να ιδήτε ω Πατέρες της Σκήτεως, τον Hσαΐαν, οπού τρώγει ψωμί, ευρισκόμενος εις Σκήτιν. Eίτα λέγει προς αυτόν. Eάν θέλης να τρώγης ψωμί, πήγαινε εις την Aίγυπτον. Ιδού ποίαν εγκράτειαν είχον τότε εις τας Σκήτας.

Εις τούτον τον Aββάν Aχιλλάν επήγε μίαν φοράν ένας γέρων, και βλέπει αυτόν, οπού έρριψεν από το στόμα του αίμα. Και ερώτησεν αυτόν. Τι είναι τούτο; O δε απεκρίθη. Αυτό το αίμα είναι λόγος σκληρός ενός αδελφού, οπού με ελύπησε. Και εγώ αγωνίσθηκα να μη φανερώσω εις κανένα τον λόγον αυτόν, παρακαλέσας τον Θεόν να σηκωθή η ενθύμησίς του από λόγου μου. Όθεν ο λόγος εκείνος έγινεν αίμα εις το στόμα μου. Και τώρα πτύσας αυτόν, ανεπαύθηκα, αλησμονήσας την λύπην (αυτόθι, σελ. 169)».


Ἡ Ἁγία Ἰουνίλλα καὶ τὸ βρέφος της Τούρβων


Ἡ Ἁγία Ἰουνίλλα καταγόταν ἀπὸ τὴν Καππαδοκία καὶ μαρτύρησε μαζὶ μὲ τὴν Μάρτυρα Νεονίλλη, κατὰ τὴν στιγμὴ ποὺ ἔριξαν στὴ φωτιὰ τοὺς τρίδυμους ἀδελφοὺς καὶ ἐγγονοὺς τῆς Νεονίλλας Πεύσιππο, Ἐλάσιππο καὶ Μέσιππο († 16 Ἰανουαρίου). Ἡ Ἁγία, ἀφοῦ ἔριξε τὸ βρέφος αὐτῆς, τὸ ὁποῖο κρατοῦσε, ὁμολόγησε τὴν πίστη της στὸν Χριστὸ καὶ τὴν ἀποκεφάλισαν.


Ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος Ἀρχιεπίσκοπος Νόβγκοροντ Ρωσίας


Ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Ρωσία καὶ γεννήθηκε περὶ τὰ τέλη τοῦ 12ου αἰῶνος μ.Χ. Ἐξελέγη Ἀρχιεπίσκοπος τῆς πόλεως Νόβγκοροντ καὶ κοιμήθηκε τὸ ἔτος 1231 ἢ τὸ 1232. Τὸ ἱερὸ λείψανό του ἐνταφιάσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας Νόβγκοροντ.


Ὁ Ὅσιος Ἀντώνιος τοῦ Κρασνοχόλμκιζ


Ὁ Ὅσιος Ἀντώνιος τοῦ Κρασνοχόλμκιζ ἔζησε περὶ τὸν 15ο αἰώνα μ.Χ. καὶ ἀσκήτεψε στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Νικολάου στὴν περιοχὴ Τβὲρ τῆς Ρωσίας. Κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη.


Ὁ Ὅσιος Ἀντώνιος Καντακουζηνός


Ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος (Καντακουζηνός) ὑπῆρξε κτήτορας καὶ ἡγούμενος τῆς μονῆς τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, κατὰ τὸ πρῶτο ἥμισυ τοῦ 15ου αἰώνα.

Τὸ ἐπώνυμο «Καντακουζηνός», τὸ ὁποῖο δὲν εἶναι βέβαιο, τὸ συναντοῦμε σὲ σημείωμα ἑνὸς λειτουργικοῦ χειρογράφου. Ἐπίσης, σὲ γράμμα τοῦ ἔτους 1413, ποὺ ἀναφέρεται στὴν ἀφιέρωση τῆς κάρας τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Στεφάνου τῶν Μετεώρων, γίνεται μνεία «τοῦ ἀρχιμανδρίτου του…μοναστηρίου (τοῦ Ἁγίου Στεφάνου τῶν Μετεώρων) κὺρ Ἀντωνίου (Καντακουζηνοῦ)».

Ἦταν υἱὸς τῆς βασίλισσας Μαρίας Καντακουζηνῆς († μετὰ τὸ 1359), θυγατέρας τοῦ αὐτοκράτορα Ἰωάννου ΣΤ’ Καντακουζηνοῦ καὶ τοῦ δεσπότου τῆς Ἠπείρου Νικηφόρου Β’ Ὀρσίνι († 1359).
Ἔζησε θεοφιλῶς καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.


Ὁ Ὅσιος Φιλόθεος


Δεύτερος κτήτορας καὶ ἀνακαινιστὴς τῆς μονῆς τοῦ Ἁγίου Στεφάνου Μετεώρων μαρτυρεῖται, κατὰ τὸ πρῶτο ἥμισυ τοῦ 16ου αἰώνα, ὁ ἱερομόναχος Ὅσιος Φιλόθεος ἀπὸ τὴ Σθλάταινα ἢ Σκλάταινα, σημερινὸ χωριὸ Ρίζωμα τῆς ἐπαρχίας Τρικάλων.

Τὰ ἱστορικὰ στοιχεῖα γιὰ τὸν Ὅσιο Φιλόθεο δὲν εἶναι ἀρκετά. Ἡ κυριότερη πηγὴ εἶναι τὸ σιγίλλιο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου Α’ τοῦ ἔτους 1545 μ.Χ.

Ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ἱερεμίας ὁ Α’, πατριάρχευσε κατὰ τὰ ἔτη 1522 – 1524, 1525 – 1546. Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς μεγάλης πατριαρχείας ἀνέλαβε ἐπανειλημμένως ποιμαντορικὲς περιοδεῖες κυρίως ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα: Ἅγιον Ὄρος, Μακεδονία, Βοιωτία, Μετέωρα, Ἤπειρο ἀπὸ τὴν ὁποία καὶ καταγόταν (Ζίτσα). Ὁ Πατριάρχης Ἱερεμίας συνετέλεσε στὴν ἀνάκτηση τῆς ἱερᾶς μονῆς Σταυρινικήτα. Στὸ καθολικό της μονῆς αὐτῆς σώζεται τοιχογραφία, ποὺ τὸν εἰκονίζει ὡς κτήτορα.

Ὁ Ὅσιος Φιλόθεος ἦταν γόνος εὐκατάστατης οἰκογένειας καὶ διέθεσε ὅλη τὴν πατρική του περιουσία γιὰ τὴν ἀνακαίνιση καὶ τὸν ἐξωραϊσμὸ τῆς μονῆς καὶ γιὰ τὸν ἐμπλουτισμό της.
Ἀφοῦ ἔζησε θεοφιλῶς, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.


Ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος Ἐπίσκοπος Βολογκντὰ τῆς Ρωσίας


Ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος καταγόταν ἀπὸ τὴ Ρωσία καὶ γεννήθηκε περὶ τὸ 1526. Ἐξελέγη Ἐπίσκοπός της πόλεως Βολογκντὰ καὶ κοιμήθηκε ὁσίως τὸ ἔτος 1588. Ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴ μνήμη του καὶ στὶς 26 Ὀκτωβρίου, ἡμέρα τῆς κοιμήσεώς του.


Ὁ Ἅγιος Μάρτυρας


Ὁ Ἅγιος Μάρτυς, ἐπειδὴ κατέστρεψε τὰ εἴδωλα καὶ διεκήρυξε ὅτι εἶναι Χριστιανός, συνελήφθη καὶ ἀποκεφαλίσθηκε.


Ὁ Ὅσιος Ἀντώνιος τοῦ Τσερνοεζέρσκιζ


Ὁ Ὅσιος Ἀντώνιος τοῦ Τσερνοεζέρσκιζ ἔζησε περὶ τὸν 14ο αἰώνα μ.Χ. καὶ ἵδρυσε τὴ μονὴ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ Ἁγίου Νικολάου στὴν περιοχὴ τοῦ Νόβγκοροντ.


«Πᾶνος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου