Σάββατο 2 Μαΐου 2020

ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ - ΣΑΒΒΑΤΟ 2 ΜΑΪΟΥ 2020

Ἀνακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Μεγάλου



Ἀθανάσιε, ποῦ κομίζῃ; μὴ πάλιν
Καὶ νεκρὸν ἐξόριστον ἐκπέμπουσί σε;
Δευτερίῃ νέκυς Ἀθανασίου ἐξέδυ τύμβου.

Η γιορτή του Μεγάλου Αθανασίου είναι στις 18 Ιανουαρίου. Σήμερα, όμως, γιορτάζουμε την ανακομιδή των λειψάνων αυτού του γίγαντα της Ορθοδοξίας μας.

Σύμφωνα όμως με τον Κώδικα των Καυσοκαλυβίων και το δίστιχο του Λαυριωτικού Κώδικα Ι 70, η κυρίως μνήμη του Αγίου Αθανασίου, πρέπει να γιορτάζεται σήμερα, όπου και ιστορικά αποδεδειγμένη η κοίμηση του. Και όχι η ανακομιδή των λειψάνων του, που για το γεγονός αυτό δεν έχουμε την παραμικρή ιστορική αναφορά. Αξιοσημείωτο είναι επίσης, ότι και όλη η ανέκδοτη ποιητική υμνολογία κατά την 2α Μαΐου περιστρέφεται στην ετήσια μνήμη του και όχι στην ανακομιδή των λειψάνων του, για την οποία ούτε απλή αναφορά γίνεται. Για ποιο λόγο όμως καθιερώθηκε η κυρίως μνήμη του την 18η Ιανουαρίου, μ' αυτή του Αγίου Κυρίλλου, δεν γνωρίζουμε. Το πιθανότερο όμως είναι, για τον λόγο που καθιερώθηκε και η γιορτή των τριών Ιεραρχών.

Η Εκκλησία απέδωσε πολλές τιμές στον Άγιο Αθανάσιο, διότι αναδείχθηκε ο ηρωικότερος των Άγιων και ο αγιότερος των ηρώων. Να πώς τον χαιρετίζουν οι εκκλησιαστικοί ύμνοι:

«ως την μεγάλην της Εκκλησίας σάλπιγγα, των αρετών κανόνα, τον νουν τον περίβλεπτον, των Πατριαρχών την κρηπίδα, την οξυτάτην γλώσσαν, τον διαυγή οφθαλμόν, τον λαμπτήρα τον φαεινότατον, τον πέλεκυν τον κόπτοντα πάσα ύλην αιρέσεων και καταφλέγοντα τω πυρί τω του πνεύματος».

Και ακόμα: «ως τον άπερίτρεπτον στύλον, τον άσειστον πύργον, τον χρυσορρόαν Νείλον, της αθανασίας τον επώνυμον, τον πυρσόν τον μετάρσιον, τον ακατάβλητον πύργον, τον ταξιάρχην θεολέκτου παρατάξεως, τον θεοφόρον της χάριτος ποταμόν, αρχιερέων το κλέος, αριστέα τον αήττητον, τον συγκόψαντα τας φάλαγγας των αιρέσεων τη δυνάμει του Πνεύματος, τον στήσαντα της Ορθοδοξίας τα τρόπαια καθ' όλην την οίκουμένην» (Συναξαριστής Μιχαήλ Ι. Γαλανού).

Ας προσέξουμε, λοιπόν, αυτά τα χαρακτηριστικά του Μ. Αθανασίου και ας αγωνιστούμε να τον μιμηθούμε.

Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Στύλος γέγονας ὀρθοδοξίας, θείοις δόγμασιν ὑποστηρίζων, τὴν Ἐκκλησίαν Ἱεράρχα Ἀθανάσιε· τῷ γὰρ Πατρὶ τὸν Ὑιόν ὁμοούσιον, ἀνακηρύξας κατᾑσχυνας Ἄρείον· Πάτερ Ὅσιε, Χριστόν τὸν Θεόν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν, τό μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον
Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Ὀρθοδοξίας φυτεύσας τὰ δόγματα, κακοδοξίας ἀκάνθας ἐξέτεμες, καὶ τὸν τῆς πίστεως σπόρον ἐπλήθυνας, τῇ ἐπομβρία τοῦ Πνεύματος ὅσιε· διό εὐφημοῦμεν τὴν μνήμην σου.

Μεγαλυνάριον.
Τῆς Ὀρθοδοξίας σάλπιγξ χρυσῆ, ὤφθης Ἱεράρχα, ὁμοούσιον τῷ Πατρί, τὸν Υἱὸν κηρύττων, καὶ Πνεύματι Ἁγίῳ· διό σε Ἀθανάσιε μεγαλύνομεν.

Οἱ Ἅγιοι Ἕσπερος καὶ Ζωὴ οἱ Μάρτυρες καὶ τὰ τέκνα αὐτῶν Κυριάκος καὶ Θεόδουλος


Eις τον Έσπερον και Ζωήν.
Ζωής στερεί πυρ Έσπερον Ζωήν άμα,
Ζωήν ποθούντας την ανέσπερον μόνην.

Eις τον Kυριακόν και Θεόδουλον.
Ζέοντας άρτους συγγόνους δέχου δύω,
Άρτι κλιβάνου Σώτερ εκβεβλημένους.

Κατὰ τὶς ἡμέρες τοῦ βασιλέως Ἀδριανοῦ (117 – 138 μ.Χ.) ἄρχισε καὶ πάλι ἡ δίωξη τῶν Χριστιανῶν. Ἐκείνη τὴν περίοδο μαρτύρησε καὶ ἡ Ἁγία Ζωὴ μὲ τὸν ἄνδρα της Ἕσπερο καὶ τὰ παιδιά της Κυριάκο καὶ Θεόδουλο, ποὺ κατάγονταν ἀπὸ τὴν Πισιδία.

Οἱ Ἅγιοι εἶχαν ἀγορασθεῖ ὡς δοῦλοι ἀπὸ τὸν Ρωμαῖο συγκλητικὸ Κάτλο καὶ τὴν γυναῖκα του Τετραδία, ποὺ κατοικοῦσαν στὴν Ἀττάλεια τῆς Παμφυλίας. Βλέποντας οἱ ἄρχοντες τὶς θυσίες τῶν ἀρχόντων στὰ εἴδωλα παρατηροῦσαν τὴν μάταιη λατρεία αὐτῶν καὶ πρόσεχαν πολὺ μήπως καὶ ἡ τροφὴ ποὺ τοὺς πρόσφεραν ἦταν ὑπολείμματα ἀπὸ εἰδωλολατρικὲς θυσίες.

Στὸ Συναξάρι τους ἀναφέρεται ὅτι ἡ Ἁγία Ζωὴ πήγαινε τὸ βράδυ στὸν φρουρὸ ποὺ φύλαγε τὸ ἀνάκτορο τῶν ἀρχόντων καὶ τοῦ ἔλεγε νὰ πάει νὰ κοιμηθεῖ, γιατί ἦταν κουρασμένος καὶ τὸν ἀναπλήρωνε στὰ καθήκοντά του. Ἔξω ὅμως ἀπὸ τὶς πύλες τοῦ ἀρχοντικοῦ ἦταν σκυλιὰ τὰ ὁποία κατασπάρασσαν ὅποιον φτωχὸ πήγαινε νὰ ζητήσει βοήθεια καὶ εὐποιία. Ἡ Ἁγία Ζωὴ ἔπαιρνε ψωμὶ ποὺ τῆς ἔδιναν γιὰ τὴν καθημερινὴ συντήρηση τῆς οἰκογένειάς της, ἔριχνε λίγο στὰ σκυλιὰ γιὰ νὰ σωπάσουν, καὶ τὸ ὑπόλοιπο τὸ μοίραζε στοὺς φτωχούς, λέγοντάς τους:

«Νὰ γίνετε Χριστιανοί, Χριστοῦ δοῦλοι, διότι μόνο Ἐκεῖνος εἶναι ὁ Σωτῆρας τοῦ κόσμου».

Ἔτσι λοιπὸν ἔπραττε ἡ Ἁγία Ζωὴ διδάσκοντας καὶ τὰ παιδιά της. Ὁ δὲ σύζυγός της Ἕσπερος ἀπεστάλη ἀπὸ τὸν ἄρχοντα Κάτλο στὴν πόλη Τριτόνιο, ὡς ἐπίτροπος αὐτοῦ καὶ ζοῦσε ἐκεῖ. Ὁ Κάτλος ἔμαθε ὅμως ὅτι ἡ οἰκογένεια τοῦ Ἑσπέρου καὶ τῆς Ζωῆς ἦταν Χριστιανοὶ καὶ ταράχθηκε ἡ διάνοιά του. Ἐπειδὴ ἡ σύζυγός του Τετραδία ἦταν ἔγκυος, ἀνέμενε τὴν γέννηση τοῦ βρέφους καὶ ἐπιθυμοῦσε νὰ προσφέρει θυσίες στὴ θεὰ Τύχη, ἐνέβαλε τὸ θέμα καὶ τοὺς ἀπέστειλε στὸ Τριτόνιο, ἐκεῖ ὅπου ἦταν ὁ Ἕσπερος.

Ὅταν γεννήθηκε τὸ παιδὶ τοῦ Κάτλου καὶ θυσίαζαν γι’ αὐτὸ στὴ θεὰ Τύχη, ὁ Κάτλος ἀπέστειλε στὸν Ἕσπερο καὶ τὴν οἰκογένειά του, κρασὶ καὶ κρέατα. Ἡ δὲ Ἁγία Ζωή, μόλις εἶδε τὰ εἰδωλόθυτα, ἀτένισε στὸν οὐρανὸ καὶ εἶπε: «Θεέ, καρδιογνῶστα, ἀληθινέ, αἰώνιε, βοήθησέ μας, διότι δὲν ἔχουμε κανένα πλήν Σοῦ καὶ τοῦ Υἱοῦ Σου». Καὶ ἔριξε στὰ σκυλιὰ τὰ μολυσμένα κρέατα καὶ ἔχυσε τὸ κρασί.

Ὅταν ὁ Κάτλος πληροφορήθηκε τὸ γεγονὸς θύμωσε καὶ διέταξε νὰ ὁδηγήσουν ἀμέσως ἐνώπιόν του τὴν Ἁγία Ζωή, τὸν ἄνδρα αὐτῆς καὶ τὰ παιδιά της. Βλέποντας ὁ ἡγεμόνας τὴν ἔνσταση τῶν Ἁγίων καὶ τὴν ἀμετάθετη πίστη τους πρὸς τὸν Χριστό, γέμισε ἡ καρδιά του ἀπὸ ὀργὴ καὶ ἀπὸ τὴν ἐνέργεια τοῦ διαβόλου. Ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τοὺς βάλουν σὲ φοῦρνο ἀσφαλισμένο ἀπὸ παντοῦ, ἔτσι ὥστε νὰ μὴν ἀναπνέουν κὰν καὶ τὸ μαρτύριο νὰ εἶναι μεγαλύτερο καὶ φρικτότερο. Μέσα στὴν φωτιὰ οἱ Ἅγιοι δοξολογοῦσαν τὸ Ὄνομα τοῦ Ἁγίου Θεοῦ, ὅπως οἱ Ὅσιοι Παῖδες στὴν κάμινο ἐπὶ Ναβουχοδονόσορος.

Τὴν ἑπόμενη ἡμέρα ἦλθαν στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου ὁ Κάτλος καὶ οἱ στρατιῶτες του, ποὺ ἄκουγαν ψαλμωδίες μέσα ἀπὸ τὸν φοῦρνο. Ἄρχισαν νὰ ἀναρωτιοῦνται ἀπὸ ποὺ ἔβγαινε αὐτὸ ὁ ἦχος τοῦ πλήθους. Νόμισαν ὅτι ἄνθρωποι εἶχαν εἰσέλθει μέσα στὸν φοῦρνο καὶ ἀμέσως τὸν κύκλωσαν, γιὰ νὰ τοὺς συλλάβουν. Μόλις ἄνοιξαν τὸν φοῦρνο δὲν βρῆκαν τίποτα καὶ δὲν εἶδαν κανένα, παρὰ μόνο τὰ τίμια λείψανα τῶν Ἁγίων Μαρτύρων ποὺ κείτονταν κατὰ ἀνατολὰς σὰν νὰ ἐκοιμοῦντο.

Ἔτσι μαρτύρησαν οἱ Ἅγιοι Ζωὴ καὶ Ἕσπερος καὶ τὰ τέκνα αὐτῶν, ἀφοῦ νίκησαν τὸ δόλιο καὶ ἐνάντιο διάβολο καὶ τοὺς παρανόμους εἰδωλολάτρες αὐτοῦ.
Ναὸ στὴν Μάρτυρα Ζωὴ ἀνήγειρε ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστινιανὸς (527 – 565 μ.Χ.), κοντὰ στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Ἄννας στὸ Δεύτερον τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ὁ βασιλέας Βασίλειος Α’ (867 – 886 μ.Χ.) τὸν ἀνοικοδόμησε ἐκ βάθρων, διότι εἶχε πέσει.

Ἡ Ὁσία Ματρώνα ἐκ Ρωσίας

 
Ἡ Ὁσία Ματρώνα γεννήθηκε τὸ 1881 στὸ χωριὸ Σέμπινο Ἐπιφανίσκαγια τοῦ νομοῦ τῆς Τούλα, ποὺ σήμερα ὀνομάζεται Κιμόφσκι, ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ ἐνάρετους γονεῖς, τὸν Δημήτριο καὶ τὴ Ναταλία. Ἡ Ὁσία εἶχε ἀκόμη τρία ἀδέλφια, τὸν Ἰβὰν, τὸν Μιχαὴλ καὶ τὴν Μαρία. Οἱ γονεῖς της, ἐπειδὴ ἦταν φτωχοί, σκέφθηκαν νὰ δώσουν τὸ παιδὶ ποὺ περίμεναν στὸ ὀρφανοτροφεῖο τοῦ Γκολίτσιν. Ὅμως ἡ μητέρα τῆς Ματρώνας εἶδε, πρὶν τὴν γέννησή της στὸ ὄνειρό της ὅτι ἦλθε καὶ κάθισε πάνω στὸ δεξί της χέρι ἕνα πουλὶ μὲ ἀνθρώπινη μορφὴ ἀλλὰ χωρὶς μάτια. Τότε θεώρησε τὸ ὄνειρό της ὡς σημεῖο πρὸς τὸν Θεό, ὅτι τὸ παιδὶ ποὺ θὰ φέρει στὸν κόσμο θὰ εἶναι σκεῦος ἐκλογῆς καὶ ἔτσι ἀποφάσισαν νὰ μὴν τὸ δώσουν στὸ ὀρφανοτροφεῖο.

Ἡ Ὁσία γεννήθηκε τυφλή. Στὴ βάπτισή της, ποὺ ἔγινε ἀπὸ τὸν ἱερέα Βασίλειο, εὐλαβὴ καὶ προορατικό, σχηματίσθηκε πάνω ἀπὸ τὴν κολυμβήθρα ἕνα ἀνάλαφρο σύννεφο ποὺ ἀνέδιδε εὐωδία. Ἦταν καὶ αὐτὸ σημεῖο ποὺ φανέρωνε τὴν πνευματικὴ πρόοδο ποὺ θὰ εἶχε ἡ Ἁγία.

Τὸ μόνο μέρος ποὺ πήγαινε συνέχεια, ἐπειδὴ ἦταν τυφλή, ἦταν ἡ ἐκκλησία. Ὅταν ἡ μητέρα της δὲν τὴν εὕρισκε στὸ σπίτι, ἤξερε ὅτι ἡ Ματρώνα ἦταν στὴν ἐκκλησία. Ἀπὸ τὴν παιδική της ἡλικία ἀκόμη, τῆς εἶχε δοθεῖ τὸ προορατικὸ καὶ διορατικὸ χάρισμα. Γνώριζε τὶς ἀσθένειες τῶν ἀνθρώπων, τὰ προβλήματά τους, τὶς ἀστοχίες τους καὶ ἔτσι τοὺς προειδοποιοῦσε καὶ τοὺς συμβούλευε.

Ἡ Ὁσία ἐπισκέφθηκε πολλὰ προσκυνήματα τῆς Ρωσίας. Σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ προσκυνήματά της βρέθηκε μπροστὰ στὸν Ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κροστάνδης, ποὺ τότε ζοῦσε ἀκόμα. Χωρὶς νὰ δεῖ τὴν Ὁσία, εἶπε νὰ ἀνοίξουν χῶρο καὶ φώναζε: «Ματρώνα, ἔλα ἐδῶ», χωρὶς νὰ τὴν γνωρίζει. Καὶ συνέχισε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης: «Αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ διάδοχός μου. Αὐτὴ εἶναι ὁ ὄγδοος στῦλος τῆς Ρωσίας». Ἡ Ἁγία ἦταν τότε δεκατεσσάρων ἐτῶν.

Σὲ ἡλικία δεκαεπτὰ ἐτῶν ἡ Ματρώνα ὄχι μόνο δὲν ἔβλεπε, ἀλλὰ σταμάτησε καὶ νὰ περπατάει. Ἔζησε ἔτσι παράλυτη πενήντα χρόνια. Παρόλα αὐτά, ποτὲ δὲν παραπονέθηκε καὶ ἔλεγε ὅτι εἶναι πνευματικὴ ἡ αἰτία γιὰ ὅλα αὐτὰ ποὺ τῆς συνέβαιναν καὶ μόνο ὁ Θεὸς γνωρίζει τὶς αἰτίες. Ἔλεγε σὲ ἐκείνους ποὺ τὴν ἐπισκέπτονταν: «Θὰ ἔλθει ὁ καιρὸς ποὺ θὰ σᾶς βάλουν μπροστά σας ψωμὶ καὶ σταυρό, γιὰ νὰ διαλέξετε. Θὰ περάσουμε δύσκολους καιροὺς καὶ ἐμεῖς οἱ Χριστιανοὶ πρέπει νὰ διαλέξουμε τὸν σταυρό».

Τὸν κόσμο ποὺ τὴν ἐπισκεπτόταν τὸν εὐλογοῦσε, ἔβαζε τὰ χέρια της πάνω στὴν κεφαλή τους καὶ τοὺς διάβαζε προσευχές. Στὸ μέτωπό της, ἀπὸ τοὺς πολλοὺς σταυροὺς ποὺ ἔκανε, σχηματίσθηκε λακουβίτσα. Ὁ Θεὸς τὴν ἀξίωσε καὶ μὲ τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας καὶ ἔτσι πολλοὺς θεράπευσε καὶ ὠφέλησε πνευματικά.
Ὁ Ἅγιος Θεὸς τῆς ἀποκάλυψε πὼς πλησίαζε ἡ ἡμέρα τῆς ἐξόδου της ἀπὸ τὸν μάταιο τοῦτο κόσμο. Τρεῖς ἡμέρες πρὶν τὴν κοίμησή της, ἔδωσε ὁδηγίες γιὰ τὴν ἐξόδιο ἀκολουθία της καὶ τὸν ἐνταφιασμό της. Ἡ Ὁσία Ματρώνα κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 1952 καὶ ἐνταφιάσθηκε στὸ κοιμητήριο τῆς μονῆς τοῦ Δανιήλ.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’.
Ἀδιάσειστον στῦλον Ῥωσίας ὄγδοον, τὴν στερουμένην ὀμμάτων ἐκ γενετῆς, εὐλαβῶς ἀνυμνήσωμεν Ματρώναν τὴν ἀοίδιμον, ὡς σκεῦος θείων δωρεῶν καὶ ἀγάπης ἀκραιφνοῦς πρὸς πάντας ἐμπεριστάτους βοῶντες σκέδασον ζόφον παθῶν ἡμῶν φωτὶ σῆς χάριτος.

Ὁ Ὅσιος Ἰορδάνης ὁ Θαυματουργός

Kαν εις μυχόν γης ερρύης Iορδάνη,
Eκχείς εκείθεν θαυμάτων Iορδάνην.

Ὁ Ὅσιος Ἰορδάνης ὁ Θαυματουργὸς κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ὁσίου.

Ὁ Ἅγιος Σάββας Ἐπίσκοπος Δαφνουσίας

Ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου Σάββα ἀγνοεῖται στὸν Συναξαριστὴ τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου καὶ τὰ Μηναῖα. Ἀναφέρεται στὸν Συναξαριστὴ τοῦ Ἰππολύτου Delehaye, χωρὶς ὑπόμνημα καὶ στὸ Λαυριωτικὸ Κώδικα Ι 70 φ. 202β, ὅπου ἀναφέρεται ὅτι ὁ Ἅγιος Σάββας γιὰ τὴν ἐνάρετη πολιτεία του, τὴν ὁποία ἀπὸ βρέφος ἀνέδειξε μὲ κάθε εὐλάβεια καὶ σεμνότητα, ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Δαφνουσίας. Ἀφοῦ ἀνέλαβε τὸ πηδάλιο τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας κήρυττε τὴν ἀληθινὴ πίστη καὶ πολλοὺς ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες ἔστρεψε πρὸς τὸν Χριστὸ καὶ βάπτισε. Ὁ Ἅγιος Σάββας, ἀφοῦ ἔζησε θεοφιλῶς, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Ὁ Ἅγιος Βόρις – Μιχαὴλ ὁ Ἱσαπόστολος ὁ πρίγκιπας καὶ Φωτιστῆς τοῦ Βουλγαρικοῦ λαοῦ


Ὁ Ἅγιος Ἰσαπόστολος τσάρος Βόρις, ὁ μετονομασθεῖς Μιχαήλ, ἦταν βασιλέας τῆς Βουλγαρίας καὶ γιὰ τὸ ἱεραποστολικό του ἔργο εἶχε προφητεύσει ὁ θεῖος του Ἅγιος Μποϋάν († 28 Μαρτίου).

Μόλις ἀνῆλθε στὸ θρόνο, διαδεχόμενος κατὰ πᾶσα πιθανότητα τὸν Πρεσσιάμ, ἔδειξε ὅτι εἶχε συνείδηση τῶν σκοπῶν του καὶ τῶν μέσων τῆς ἐπιτεύξεώς τους. Ὅμως τὰ πρῶτα χρόνια τῆς βασιλείας τοῦ Βόριδος, σημαδεύτηκαν ἀπὸ ἀνεπιτυχεῖς ἐκστρατεῖες κατὰ τῶν Κροατῶν καὶ τῶν Σέρβων. Κατόπιν ὅμως διὰ πολιτικῶν ἐνεργειῶν καὶ πολεμικῶν ἐπιχειρήσεων πέτυχε μερικὲς ἐδαφικὲς ἐπεκτάσεις πρὸς τὰ βορειοδυτικά, ὅταν κατέλαβε καὶ τὴν Ἀχρίδα καὶ πρὸς τὰ νοτιοανατολικά.

Κατὰ τὴν διάρκεια μιᾶς μάχης, ἀπὸ τὶς πολλὲς μεταξὺ τῶν Βουλγάρων καὶ τῶν Ἑλλήνων, αἰχμαλώτισε τὸν ἐπιφανὴ σύμβουλο Θεόδωρο Κουφαρᾶ, ὁ ὁποῖος εἶχε γίνει μοναχός. Ἦταν ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ποὺ φύτεψε τὸν σπόρο τοῦ Εὐαγγελίου στὴν ψυχὴ τοῦ Βουλγάρου τσάρου. Σὲ μία ἀπὸ τὶς ἐκστρατεῖες τῶν Ἑλλήνων, ἡ νεότερη ἀδελφὴ τοῦ τσάρου αἰχμαλωτίσθηκε ἀπὸ τὸν Λέοντα τὸν Ἀρμένιο καὶ γαλουχήθηκε μὲ τὴν Ὀρθόδοξη πίστη στὴν αὐλὴ τοῦ Βυζαντινοῦ αὐτοκράτορος. 

Ὅταν ὁ Θεόφιλος πέθανε, ὁ τσάρος Βόρις ἀποφάσισε νὰ ἐκμεταλλευθεῖ αὐτὴ τὴν περίσταση, γιὰ νὰ ἐκδικηθεῖ τοὺς Ἕλληνες γιὰ προηγούμενες ἧττες. Ἔτσι καὶ κάτω ἀπὸ τὴν ἐντύπωση τῆς βυζαντινῆς λάμψεως φιλοδόξησε νὰ καταλάβει τὸ Βυζάντιο. Τὸ 853 μ.Χ. ὁ Βόρις νόμισε ὅτι ἦταν δυνατὸν νὰ ἐπωφεληθεῖ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι τὸν θρόνο τοῦ Βυζαντίου κυβερνοῦσε ἡ Θεοδώρα καὶ κήρυξε ἀπότομα πόλεμο. Λέγουν μάλιστα ὅτι ἡ Θεοδώρα ἀπάντησε σὲ αὐτόν: «Ἂν ἐπιτεθεῖς κατὰ τῆς χώρας μου, θὰ σὲ ἀντιμετωπίσω ἐλπίζουσα τὴ νίκη. Ἂν ὅμως νικηθῶ, δὲν θὰ εἶναι μεγάλη ἡ δόξα γιὰ σένα ὅτι νίκησες γυναῖκα».

Ἡ θαρραλέα αὐτὴ ἀπάντηση ἄρεσε στὸν Βούλγαρο μονάρχη καὶ δέχθηκε νὰ διαπραγματευθεῖ. Ἄλλωστε, καθὼς ἡ πεῖνα καὶ ἡ πανώλη περιστοίχιζαν τὴν χώρα, ἡ Βουλγαρία ἀντιμετώπισε τρομερὲς δυσκολίες. Ὁ Βόρις εἶδε τὴ σωτηρία τῆς χώρας του, ἡ ὁποία βρισκόταν στὸ σκοτάδι ἐξαιτίας τῆς εἰδωλολατρίας, στὴν Ὀρθόδοξη πίστη. Ἔτσι ὁ τσάρος Βόρις συμφώνησε σὲ μία συνθήκη εἰρήνης. Ὁ Θεόδωρος Κουφαρᾶς ἀνταλλάχθηκε μὲ τὴν Βουλγάρα πριγκίπισσα, ἡ ὁποία κατήχησε τὸν Βόριδα ἀναδεικνύοντας τὴν οἰκτρότητα τῶν εἰδώλων καὶ τὸ ὕψος τῆς διδασκαλίας τοῦ Θεανθρώπου. Ἔτσι, πρὸς τὸ τέλος τοῦ 864 μ.Χ. ἢ στὶς ἀρχὲς τοῦ 865 μ.Χ., βαπτίσθηκε ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο Ἰωσὴφ καὶ μετονομάσθηκε Μιχαήλ.

Ἀμέσως κατηχητὲς ἐστάλησαν παντοῦ πρὸς φωτισμὸ καὶ βάπτισμα τοῦ λαοῦ. Ὁ Πατριάρχης Φώτιος, μετὰ ἀπὸ αἴτηση τοῦ Ἁγίου Μιχαήλ, ἀπέστειλε στὴν Βουλγαρία πολλοὺς κατηχητές.

Ὁ Μιχαὴλ ζήτησε ἀκόμη, ὄχι μόνο Ἀρχιεπισκόπους καὶ Ἐπισκόπους, ἀλλὰ καὶ τὴν ἵδρυση Πατριαρχείου. Φιλοδοξοῦσε νὰ περιβληθεῖ ὁ θρόνος του μὲ τὴν ἴδια πολιτική, στρατιωτικὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ λαμπρότητα, μὲ τὴν ὁποία ἐπιδεικνυόταν ὁ αὐτοκράτορας τοῦ Βυζαντίου. Ὁ ἱερὸς Φώτιος ἀπέφυγε κάτι τέτοιο καὶ ὁ Μιχαὴλ στράφηκε πρὸς τῆς Ρώμη. Ὁ Πάπας Νικόλαος ἀπέφυγε καὶ αὐτὸς νὰ συντελέσει στὴν ἵδρυση αὐτοκέφαλης Ἐκκλησίας, διότι φοβόταν τὴν ἀφομοίωσή της μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καὶ διότι ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν Αὐτοκέφαλων Ἐκκλησιῶν ἦταν ἀντίθετος πρὸς τὴν καισαρικὴ ἀντίληψη περὶ ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας τοῦ Βατικανοῦ. Ἔστειλε μόνο δύο Ἐπισκόπους, τὸν Φορμόζο ντὲ Πόρτο καὶ τὸν Παῦλο τῆς Ποπουλανίας καὶ ἀπάντησε σὲ 106 δογματικὰ καὶ ἄλλα ἐκκλησιαστικὰ ἐρωτήματά του, στὰ ὁποῖα καὶ ὁ ἱερὸς Φώτιος, ἀφοῦ ἐρωτήθηκε, ἀπάντησε.

Κατὰ τὸ 888 μ.Χ. ὁ Ἅγιος Βόρις-Μιχαὴλ παραιτήθηκε ἀπὸ τὸν θρόνο καὶ εἰσῆλθε σὲ μοναστήρι, ἀφήνοντας τὸ βασίλειό του στοὺς υἱούς του, Βλαδίμηρο καὶ Συμεών. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ Βλαδίμηρος, ὁ ὁποῖος τὸν εἶχε διαδεχθεῖ, εἶχε ἀποκηρύξει τὸν Χριστιανισμὸ καὶ ἐργαζόταν μαζὶ μὲ τοὺς βογιάρους γιὰ τὴν ἐκρίζωσή του, ὁ Ἅγιος Βόρις – Μιχαὴλ ἐπανῆλθε, συνέλαβε καὶ τιμώρησε τὸν υἱό του. Ἀφοῦ ἔδωσε τὸν θρόνο στὸ νεότερο υἱό του, τὸν Συμεών, ἐπέστρεψε στὸ μοναστήρι.
Ὁ Ἅγιος Βόρις – Μιχαὴλ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 907 μ.Χ.

Ὁ Ἅγιος Βασίλειος ὁ διὰ Χριστὸν Σαλός


Ὁ Ἅγιος Βασίλειος, κατὰ κόσμον Βασίλειος Πέτροβιτς Καντόμσκϊυ, γεννήθηκε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1775 – 1780 στὴν περιοχὴ τοῦ Ριαζὰν τῆς Ρωσίας. Ἀκολούθησε τὴ σκληρὴ ἀσκητικὴ ὁδὸ τῆς σαλότητας καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 1848.

Ανακομιδή των ιερών λειψάνων των Αγίων Μπορίσου και Γλιέβου


Οι Άγιοι Μάρτυρες Μπορίσος και Γλιέβος ήταν γίοι του Άγιου Βλαδίμηρου (βλέπε 15 Ιουλίου) και δια του αγίου Βαπτίσματος μετονομάσθηκαν Ρωμανός και Δαβίδ. Δεν έχουμε περισσότερες πληροφορίες για τον βίο των Αγίων αυτών.

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν Πουτίβλ Ρωσίας

Ἡ ἱερὴ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου τοῦ Πούτιβλ ἐμφανίσθηκε στὶς 2 Μαΐου τοῦ 1635 στὴν πόλη τοῦ Πουτίβλ, στὴν περιοχὴ τοῦ Κούρκ, στὶς εἰσόδους τοῦ Νικόλσκι. Σύμφωνα μὲ κάποιες ἄλλες πληροφορίες, ἡ εἰκόνα ἐμφανίσθηκε ἀρχικὰ τὸ 1238. Ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα ἦταν γιὰ ἕνα μεγάλο χρονικὸ διάστημα στὶς εἰσόδους τῆς πόλεως καὶ ἦταν ξακουστὴ γιὰ τὰ πολυάριθμα θαύματα καὶ σημεῖα ποὺ ἐπιτελοῦσε.

Όσιος Γεώργιος ο εκ Γοματίου
 
 
Ο Όσιος Γεώργιος έζησε στο Γομάτι της Χαλκιδικής στις αρχές του 19ου αιώνος μ.Χ., τότε που η Ελλάδα ήταν σκλαβωμένη στους Τούρκους. Είχε οικογένεια με παιδιά και εξασκούσε το επάγγελμα του μυλωνά. Η αγάπη και φιλανθρωπία του ήταν γνωστή σ’ όλη την περιοχή. Σε φτωχούς άλεθε το σιτάρι δωρεάν και έδινε αλεύρι σε ανήμπορους. Μέχρι σήμερα φαίνονται τα ερείπια του μύλου του.

Κατά τη δύσκολη εκείνη περίοδο της Τουρκοκρατίας και των συνεχών επαναστατικών κινημάτων στη Χαλκιδική έχασε την οικογένειά του και αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει τον κόσμο. Ανέβηκε στο βουνό που ήταν επάνω από το μύλο του, για να ζήσει την ασκητική ζωή, μόνος, μαζί με τον Θεό.

Η παράδοση αναφέρει ότι επρόκειτο να περάσει από την περιοχή Τούρκικο ασκέρι (στρατιωτικό απόσπασμα). Επειδή φοβήθηκε ότι οι Τούρκοι σίγουρα θα περάσουν από το μύλο, για να αρπάξουν αλεύρι και σιτάρι, συμβούλευσε τη γυναίκα και τα παιδιά του, να πάνε να μείνουν μέσα στο χωριό για ασφάλεια.

Εκείνη όμως δεν υπάκουσε και όταν πέρασε ο Τουρκικός στρατός, βρήκε την οικογένεια και την αιχμαλώτισε. Όταν επέστρεψε ο Άγιος, βρήκε το μύλο κατεστραμμένο, το αλεύρι κλεμμένο και την οικογένεια χαμένη.

Πόνεσε ψυχή του από την καταστροφή της οικογένειας και της περιουσίας του. Τότε πήρε τη μεγάλη απόφαση της αφιερώσεώς του στον Θεό. Για παλαίστρα της ασκήσεως και των πνευματικών αγώνων του διάλεξε ένα σπήλαιο.

Εκεί περνούσε τη ζωή του με αδιάλειπτη προσευχή, με τέλεια νηστεία και αυστηρότατη άσκηση. Τα χόρτα του βουνού ήταν μόνη τροφή του. Υποθέτουμε ότι έζησε ως ερημίτης, χωρίς να λάβει το σχήμα του μοναχού.

Και σ’ αυτή τη φάση της ζωής του, δεν παρέλειπε να επιδεικνύει αγάπη και συμπόνια στους συνανθρώπους του, στους Χριστιανούς του χωριού του. Κατέβαινε κρυφά από το ασκητήριό του τη νύχτα, και άφηνε έξω από τις πόρτες των σπιτιών των εγκύων γυναικών, των ασθενών και φτωχών ξύλα και χόρτα. Περιποιείτο κήπους και αμπέλια φτωχών συγχωριανών του και φύλαγε τα ζώα εκείνων που είχαν ανάγκη.

Όταν κάποτε χάθηκαν τα ίχνη του, τον αναζήτησαν οι γνωστοί του βοσκοί. Ανέβηκαν στο ασκητήριό του και εκεί τον βρήκαν μέσα στο σπήλαιό του νεκρό, εξαϋλωμένο και ευωδιάζοντα. Είχε λιώσει από την άσκηση και τη νηστεία και ευωδίαζε όλος ο τόπος. Πήγαν και άλλοι Χριστιανοί και ο ιερέας του χωριού και σήκωσαν το Άγιο λείψανό του με σεβασμό, για να το μεταφέρουν στο κοιμητήριο του χωριού για ενταφιασμό. Καθ’ οδόν, το τίμιο σκήνωμα έγινε ασήκωτο. Τόσο, ώστε να μη μπορούν πλέον να το μετακινήσουν. Ο ιερέας είπε ότι αυτό είναι σημάδι και θα πρέπει εδώ να ενταφιασθεί. Πραγματικά το ενταφίασαν στον τόπο, που είναι σήμερα κτισμένο το εκκλησάκι του Αγίου· στο δρόμο προς Γομάτι.

Αργότερα, επάνω από τον τάφο έκτισαν με ξερολιθιά ένα εκκλησάκι. Μετά κτίσθηκε ο νέος μικρός ναός.

Μετά την κοίμησή του ο Όσιος άρχισε να κάνει πολλά θαύματα, απόδειξη και αυτό της αγιότητός του. Ο Θεός έδωσε στον Άγιο ειδικό χάρισμα να θεραπεύει τον πόνο των αυτιών των μικρών παιδιών.
 
Όσιος Γερβάσιος o εκ Γοματίου o Αθωνίτης και διά Χριστόν σαλός 
 
 
Ο Όσιος Γερβάσιος γεννήθηκε στο Γομάτι της Χαλκιδικής, αλλά ασκήτευσε ως μοναχός στην ιερά μονή Καρακάλλου του Αγίου Όρους. Έζησε περί τα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνος μ.Χ. και έλαβε από τον Θεό το σπάνιο χάρισμα του διά Χριστόν σαλού. Έτσι περιερχόταν όλο το Άγιον Όρος.

Σε χειρόγραφο κώδικα του μακαριστού Δοσιθέου Κωνσταμονίτου του Λεσβίου το 1845 μ.Χ., αναφέρονται τα εξής·

«῎Ας ὑπάγωμεν καί εἰς τήν σεβασμίαν μονήν τοῦ Καρακάλλου. Καί ἐδῶ εὑρίσκομεν τόν ῞Οσιον Γερβάσιον, ὅστις ἐκατάγετο ἀπό τά πλησιόχωρα χωρία τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους, ἀπό ἕνα χωρίον καλούμενον Γομάτι, ἐν ἐπαρχίᾳ τοῦ ἁγίου ῾Ιερισσοῦ. Οὗτος λοιπόν ὁ Γερβάσιος, καταλιπών τόν κόσμον καί τά ἐν τῷ κόσμῳ, πηγαίνει εὐθύς εἰς τήν ἄνωθεν Μονήν τοῦ Καρακάλλου, καί κόπτει τάς τρίχας τῆς κεφαλῆς του, μέ τάς ὁποίας μαζί ἔκοψε καί ὅλα τά κοσμικά φρονήματα, καί ἐκδυθείς τά κοσμικά φορέματα, ἐνεδύθη τό ᾿Αγγελικόν Σχῆμα τῶν Μοναχῶν, ὁ ὁποῖος καθώς ἔλαβεν αὐτό τό σχῆμα, δέν ἐστάθη ἕως αὐτοῦ, καθώς κάμνουν τήν σήμερον οἱ περισσότεροι, ἀλλά καθώς ἔλαβε τό σχῆμα τό ᾿Αγγελικόν, ἐσπούδαζε μέ κάθε τρόπον καί ἠγωνίζετο, νά φυλάττῃ καί τά ἔργα τοῦ σχήματος. ῞Οθεν μιμούμενος τόν Συμεών καί ᾿Ανδρέαν τούς Σαλούς, ἔκαμε καί αὐτός τόν Σαλόν περιτριγυρίζοντας ὅλον τό ῎Ορος, ὡσάν τρελλός. ῾Οπόταν δέ ἐκοιμήθη, τότε ἐγνώρισαν τήν ἁγιότητα αὐτοῦ, ἀπό τήν θείαν χάριν καί εὐωδίαν ὁποῦ εἶχε τό ἅγιον καί σεβάσμιον λείψανόν του».

Η αναφορά αυτή του Δοσιθέου είναι μόνη πηγή από την οποία πληροφορούμεθα τα περί της ζωής του Οσίου Γερβασίου.
 
Πηγές:http://www.saint.gr/05/02/index.aspx
http://www.synaxarion.gr/gr/m/5/d/2/sxsaintlist.aspx 
«Πᾶνος»

1 σχόλιο:

  1. Ο Μέγας Αθανάσιος, στους αγώνες του υπέρ της Ορθοδοξίας, αντιμετώπισε και τους πλέον ισχυρούς αντιπάλους και δεν κάμφθηκε ποτέ μπροστά στους κατατρεγμούς και στις εξορίες. Έτσι, δικαίως χαρακτηρίστηκε ως «ο ηρωικότερος των αγίων και ως ο αγιότερος των ηρώων».

    Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος σε εγκωμιαστικόν του λόγο γι' αυτόν, τον ταυτίζει με την ιδίαν την αρετήν. Λέγει δε, « Αθανάσιον επαίνων αρετήν επαινέσομαι. ». (Επαινώντας τον Αθανάσιον θα επαινέσω την αρετήν. Γιατί Αθανάσιος και αρετή είναι το ίδιο πράγμα.).

    Άγιε Αθανάσιε πρέσβευε υπέρ ημών των αμαρτωλών, και στήριζε μας σε αυτά τα δύσκολα χρόνια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή