Ἕνα ἀπὸ τὰ πλέον ἀξιοσέβαστα ἅγια ζευγάρια τῆς Καινῆς Διαθήκης εἶναι καὶ αὐτὸ τοῦ Ζαχαρία καὶ τῆς Ἐλισάβετ, τῶν γονέων τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Σημαντικὲς πληροφορίες γιὰ τὴν ζωή τους καὶ τὴ δράση τους παίρνουμε ἀπὸ τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Λουκᾶ, ὁ ὁποῖος περιγράφει λεπτομερῶς τὴν γέννηση Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου.
Ἦταν ἰουδαϊκῆς καταγωγῆς καὶ ἔζησαν στὰ χρόνια τοῦ Ἡρώδη τοῦ Μεγάλου (37 π. Χ. – 4 π. Χ.). Ὁ Ζαχαρίας καταγόταν ἀπὸ τὸν οἶκο Ἀβιά, ὁ ὄγδοος ἐκ τῶν εἴκοσι τεσσάρων οἴκων ποὺ ἦταν διηρημένοι οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἐλεάζαρ καὶ τοῦ Ἰθάμαρ (Α΄ Παραλ. 24,10). Ἡ δὲ σύζυγός του Ἐλισάβετ καταγόταν ἀπὸ τὴν ἱερατικὴ φυλή τοῦ Ἀαρὼν (Λουκ. 1,5) καὶ ἦταν συγγενής, πιθανὸν ἐξαδέλφη, τῆς Θεοτόκου (Λουκ. 1,36). Ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς ἀναφέρει πὼς «ἦσαν δὲ δίκαιοι ἀμφότεροι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, πορευόμενοι ἐν πάσαις ταῖς ἐντολαῖς καὶ δικαιώμασι τοῦ Κυρίου ἄμεμπτοι» (Λουκ.1,6). Ἀνῆκαν στὴν μικρὴ καὶ ἐκλεκτὴ ἐκείνη μερίδα τῶν εὐσεβῶν καὶ δικαίων Ἰουδαίων, οἱ ὁποῖοι περίμεναν μὲ ἀδημονία τὴν ἔλευση τοῦ Μεσσία. Διήνυσαν τὴ ζωή τους μὲ βαθειὰ πίστη στὸ Θεό, εὐσέβεια, προσευχή, δικαιοσύνη καὶ φιλανθρωπία. Ἔφτασαν δὲ σὲ προχωρημένη ἡλικία χωρὶς νὰ ἀξιωθοῦν νὰ τεκνοποιήσουν,«οὐκ ἦν αὐτοῖς τέκνον, καθότι ἡ ᾿Ἐλισάβετ ἦν στεῖρα, καὶ ἀμφότεροι προβεβηκότες ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτῶν ἦσαν» (Λουκ.1,7). Ὅπως εἶναι γνωστό, ἡ ἀτεκνία ἦταν μεγάλο ὄνειδος γιὰ τοὺς Ἰουδαίους καὶ οἱ ἄτεκνοι ἦταν στιγματισμένοι ἀπὸ τὴν ἰουδαϊκὴ κοινωνία, θεωρούμενοι περίπου ὡς καταραμένοι, ἀφοῦ δὲν εἶχαν τὴν ἐλπίδα ὅτι ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους τους θὰ γεννιόταν ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας. Ὅμως ποτὲ δὲν γόγγυσαν κατὰ τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν ἀπογοητεύτηκαν, προσευχόμενοι νὰ τοὺς χαρίσει τέκνο.