Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2020

Περί τῆς Ἁγίας Τριάδος - Ποιός εἶναι ὁ Θεός - Πρωτοπρ. Ἰωάννου Σ. Ρωμανίδου (♱)



Ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως ἀποκαλύπτονται ὡρισμένες διαφοροποιήσεις. Πῶς γνωρίζομε π.χ. ὅτι ὑπάρχει διάκρισις μεταξὺ τῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος; Πῶς γνωρίζομε ὅτι ὑπάρχουν τρία Φῶτα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἕνα Φῶς;

Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἀρχίζουν ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ γιὰ νὰ θεολογήσουν. Ἀλλά, γιὰ νὰ κατανοήσουν της Ἁγία Γραφή, ξεκινᾶνε ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ἐμπειρία τους, τῆς θεώσεως. Γι᾿ αὐτὸ θὰ βροῦμε ὅτι στὴν ἐπιχειρηματολογία τῶν Πατέρων, ὅταν καταφέρωνται συγκεκριμένα ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν, δὲν ἐπικαλοῦνται μόνο τὴν Ἁγία Γραφή, ἀλλὰ ἐπικαλοῦνται καὶ τὴν ἰδική τους προσωπικὴ ἐμπειρία τῆς θεώσεως. 


Ἀπὸ τὴν ἰδική τους ἐμπειρία ξέρουν λοιπὸν πολὺ καλὰ ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι Φῶς. Ἀλλὰ ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μόνο Φῶς. Ὁ Θεὸς εἶναι καὶ Σκότος! Ὄχι Σκότος βέβαια ὅπως τὸ κτιστὸ σκότος, ποὺ εἶναι ἡ ἀπουσία τοῦ φωτὸς (τὸ κτιστὸ σκότος δὲν ἔχει ἰδική του ὑπόστασι), ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει, ὅπως εἴπαμε, καμμία ὁμοιότης μεταξὺ Θεοῦ καὶ κτισμάτων. Ἀπὸ ποῦ λοιπὸν ξέρουν οἱ Πατέρες αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι Φῶς ἀλλὰ εἶναι καὶ Σκότος;

Ξέρουν βέβαια ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, ἀπὸ τοὺς Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, καθὼς καὶ ἀπὸ ὅλην τὴν Ἑβραϊκὴ παράδοσι ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία ὁμοιότης μεταξὺ Θεοῦ καὶ κτισμάτων. Ἀλλὰ αὐτὸ τὸ ξέρουν καὶ ἀπὸ τὴν ἰδική τους ἐμπειρία. Οἱ ἴδιοι ἰδόντες τὸν Θεὸν γνωρίζουν τὸν Θεὸν καὶ κατανοοῦν ὅσα ἔγραψαν οἱ Προφῆτες καὶ οἱ πρὸ αὐτῶν Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας γι᾿ αὐτὸ τὸ θέμα. Ἐπίσης ἔχοντας διαβάσει τοὺς Προφῆτες, ὅταν δοῦν τὸν Θεόν, ἀμέσως ἀναγνωρίζουν, πληροφοροῦνται ὅτι ἐκεῖνο ποὺ βλέπουν εἶναι τὸ ἴδιο μὲ ἐκεῖνο ποὺ προσεγγιστικὰ περιγράφουν οἱ Προφῆτες.

Οἱ Προφῆτες, ὅταν μιλοῦσαν γιὰ τὶς ἀποκαλύψεις τοῦ Θεοῦ σ᾿ αὐτούς, ἀνέφεραν ὅτι στὴν ἐμπειρία τους ἀπεκαλύπτετο ἕνας Ἄγγελος τοῦ Θεοῦ, τὸν ὁποῖο ὠνόμαζαν Γιαχβέ, Κύριο τῆς δόξης, Μεγάλης βουλῆς Ἄγγελο, κλπ.

Αὐτὸς ὁ Ἄγγελος, ὁ ὁποῖος στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ὀνομάζεται Θεὸς καὶ Γιαχβέ, πάντοτε ὑπῆρχε στὶς ἀποκαλύψεις τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς Προφῆτες. Οὐδέποτε στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἀποκαλύπτεται ὁ Θεός, χωρὶς νὰ ἀποκαλύπτεται μέσῳ αὐτοῦ τοῦ Ἀγγέλου, δηλαδὴ μέσῳ τοῦ Γιαχβέ. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἤδη στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἔχομε σαφῶς ἀναφορὰ στὰ δύο πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Αὐτὰ εἶναι ὁ Ἄγγελος (ὁ Υἱὸς) καὶ ὁ Θεὸς (ὁ Πατήρ).

Αὐτὴ εἶναι ἡ θεμελιώδης διδασκαλία ὅλων τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, Δύσεως καὶ Ἀνατολῆς, Λατινοφώνων καὶ Ἑλληνοφώνων μὲ μόνη ἐξαίρεσι τὸν Αὐγουστῖνο. Ὅλοι οἱ Λατινόφωνοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως π.χ. ὁ Τερτυλιανός, ὁ Κυπριανὸς Καρχηδόνος, ὁ Νοβατιανός, ὁ Ιλαρίων κλπ., δηλαδὴ ὅλοι ὅσοι ἔχουν γράψει περὶ τοῦ δόγματος τῆς Ἁγίας Τριάδος στὴν Δύσι στὴν Λατινικὴ γλῶσσα, ὅλοι ἀκολουθοῦν τὴν ἴδια παράδοσι μὲ μοναδικὴ ἐξαίρεση τὸν Αυγουστίνο80.

Ἀπὸ τὴν προσωπικὴ ἐμπειρία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας τί γνωρίζομε περὶ Ἁγίας Τριάδος;

Γνωρίζομε ὅτι ἡ Ἁγία Τριὰς τῶν Πατέρων εἶναι Φῶς, Φῶς, Φῶς, ἕν Φῶς. Ταυτοχρόνως, τρία Φῶτα καὶ ἕνα Φῶς εἶναι ὁ Θεός. Λέμε εἰς τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως: «Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν... καὶ εἰς ἕναν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν... Φῶς ἐκ Φωτός...» κλπ. Ὁπότε ὁ Λόγος εἶναι Φῶς ἐκ Φωτός, Θεὸς ἐκ Θεοῦ. Αὐτὴ ἡ διδασκαλία περὶ τῆς Ἁγίας Τριάδος δὲν εἶναι ἁπλῶς διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἀλλὰ εἶναι καὶ διδασκαλία ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως, κατὰ τὴν ὁποία γίνεται ἐπιβεβαίωσις τῆς διδασκαλίας τῆς Ἁγίας Γραφῆς περὶ τῆς Ἁγίας Τριάδος. Καὶ συμπίπτει ἡ διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς μὲ τὴν προσωπικὴ ἐμπειρία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.

Οἱ Πατέρες, εὑρισκόμενοι μέσα στὸ Φῶς, βλέπουν μέσῳ τοῦ Φωτὸς τὸ Φῶς. Ἔτσι ὁ ἅγιος Πατήρ, ὁ ὁποιοσδήποτε, μέσῳ τοῦ Φωτός, τὸ ὁποῖο τὸν καταυγάζει κατὰ τὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως, βλέπει τὸ Φῶς. Δηλαδή, μέσῳ τοῦ Λόγου βλέπει τὸν Πατέρα μέσα στὸ Φῶς ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ. Εὑρισκόμενος μέσα στὸ Φῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μέσῳ τοῦ Φωτὸς (τοῦ Χριστοῦ), βλέπει τὸ Φῶς (τὸν Πατέρα). 
Αὐτὴ ἡ γνωσιολογικὴ ἐμπειρία, ἡ ὁποία ἐπαναλαμβάνεται στὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας σὲ κάθε ἐποχὴ καὶ γενεά, δίνει τὴν γνῶσι καὶ τὴν ἐπιβεβαίωσι, ὅτι ὑπάρχουν τρία Φῶτα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἕνα Φῶς. Ἀπὸ τὰ τρία αὐτὰ Φῶτα, τὸ ἕνα πηγάζει ἀπὸ τὴν ὑπὲρ τὸν ἥλιον δεδοξασμένη ἀνθρωπίνη φύσι τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸς εἶναι ὁ Θεός. Καὶ αὐτὰ εἶναι τὰ ὅρια, τὰ σύνορα, τῆς ἀνθρωπίνης γνώσεως.

Ὅταν ὅμως μιλοῦμε γιὰ τὸ δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος, χρησιμοποιοῦμε νοήματα καὶ λέξεις. Τὰ νοήματα ὅμως εἶναι ὅλα παρμένα ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ἐμπειρία. Μιλοῦμε δηλαδὴ γιὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι κτίσματα. Ἀλλά, ὅταν π.χ. λέμε φῶς, δὲν μποροῦμε νὰ ἔχωμε στὸ μυαλὸ μας νοήματα ἢ εἰκόνα τοῦ ἀκτίστου Φωτός. Γιατί; Διότι, ἐφ᾿ ὅσον δὲν ἔχωμε τὴν ἐμπειρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ὅταν λέμε φῶς, ἔρχεται στὸ νοῦ μας ἡ εἰκόνα τοῦ κτιστοῦ φωτὸς τοῦ ἡλίου καὶ ὄχι κάποια εἰκόνα τοῦ ἀκτίστου Φωτός.

Ὅταν ἐμεῖς λέμε ἄκτιστο Φῶς, τί ἐννοοῦμε; Ἐννοοῦμε ἕνα Φῶς, ποὺ δὲν εἶναι κτίσμα. Λέγοντας ὅμως τὴν λέξι φῶς, ἔστω καὶ ἂν μιλᾶμε γιὰ τὸ ἄκτιστο Φῶς, αὐτόματα στὴν φαντασία μας σχηματίζεται ἡ εἰκόνα τοῦ κτιστοῦ φωτός, γιατί αὐτὴν ἔχει ἀποθηκευμένη ἡ μνήμη μας. Ἡ σκέψις μας τότε πάει εἴτε στὴν εἰκόνα τοῦ ἡλιακοῦ φωτὸς εἴτε σὲ εἰκόνα τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτὸς εἴτε σὲ εἰκόνα τοῦ φωτὸς τῆς φωτιᾶς κλπ.

Μετὰ σκεπτόμαστε καὶ τὸ σκότος, ἀπὸ τὸ ὁποῖο τὸ διαφοροποιοῦμε, καὶ λέμε ὅτι τὸ ἄκτιστο Φῶς δὲν εἶναι σκότος, ἀλλὰ εἶναι φῶς καὶ τὸ συσχετίζομε πάλι μὲ τὸ μέσον, μὲ τὸ κτιστὸ δηλαδὴ φῶς, μέσῳ τοῦ ὁποίου βλέπομε. Ἔτσι μὲ ὅλα αὐτὰ δημιουργοῦμε μία φαντασία περὶ τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ἡ ὁποία δὲν ἔχει καμμία σχέσι μὲ τὴν ἀλήθεια περὶ τοῦ ἀκτίστου Φωτός. Ἐμεῖς τελικὰ μένομε πάντα ἐγκλωβισμένοι στὴν γνῶσι καὶ ἐμπειρία μας περὶ τοῦ κτιστοῦ φωτός.

Ὅταν συναντῶνται δύο Προφῆτες τῆς Καινῆς Διαθήκης π.χ. τῆς ἐποχῆς τοῦ ἀποστόλου Παύλου ἢ δύο σημερινοὶ ἅγιοι, ποὺ ἔχουν δεῖ καὶ οἱ δύο τὸ ἄκτιστο Φῶς καὶ ἔχουν κοινὴ ἐμπειρία, τότε αὐτοὶ οἱ δύο μποροῦν νὰ μιλοῦν γιὰ τὸ ἄκτιστο Φῶς καὶ νὰ κατανοοῦν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον σὲ ὅ,τι λένε. Διότι μιλοῦν τὴν ἴδια γλῶσσα.

Ἐμεῖς ὅμως μιλῶντας γιὰ τὸ ἄκτιστο Φῶς, δὲν μιλᾶμε ἀπὸ ἰδική μας ἢ γιὰ ἰδικὴ μας ἐμπειρία, ἀλλὰ γιὰ ἐμπειρίες ἄλλων, ποὺ εἶδαν τὸ ἄκτιστο Φῶς.

Τὸ ἴδιο συμβαίνει μεταξὺ πχ. δύο ἀστρονόμων, ποὺ ἔχουν δεῖ μέσα ἀπὸ τὸ τηλεσκόπιο ἕνα ἀόρατο γιὰ τὰ δικά μας μάτια ἄστρο. Μιλᾶνε καὶ αὐτοὶ γιὰ κοινὴ ἐμπειρία, ἄρα στὴν ἴδια γλῶσσα. Ὅταν ὅμως ἐμεῖς διαβάζωμε στὰ βιβλία τους γιὰ αὐτὸ τὸ ἄστρο, χωρὶς νὰ ἔχωμε εἰκόνες του, εἶναι τὸ ἴδιο πρᾶγμα; Ἄλλο εἶναι νὰ ἔχη κανεὶς προσωπικὴ ἐμπειρία γιὰ κάτι καὶ νὰ μιλάη γι᾿ αὐτὸ καὶ ἄλλο ἁπλῶς νὰ ἔχη διαβάσει γι᾿ αὐτό.

Ὁπότε σύμφωνα μέ αὐτὰ ἡ Ἁγία Γραφὴ τί εἶναι; Σὲ τί διαφέρει ἀπὸ ἕνα βιβλίο Ἀστρονομίας; Ἀστρονόμος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ βλέπει, παρατηρεῖ καὶ μελετᾶ τὰ ἄστρα καὶ ὄχι ἐκεῖνος ποὺ ἁπλῶς διαβάζει μόνο γι᾿ αὐτά. Λοιπόν, ἂν μόνο διαβάζω τὴν Ἁγία Γραφή, ἂν διαβάζω ἐπίσης τὰ συγγράμματα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἀκόμη καὶ βιβλία περὶ Ὀρθοδόξου Θεολογίας, σημαίνει ὅτι εἶμαι θεολόγος; 
Ποιὸς εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ κατανοεῖ πλήρως τὴν Ἁγία Γραφή, καθὼς καὶ τὰ συγγράμματα τῶν Πατέρων; Ἐκεῖνος ποὺ ἁπλῶς τὰ διαβάζει ἢ ἐκεῖνος ποὺ ἤδη ἔχει προσωπικὴ ἐμπειρία γιὰ ὅσα περιγράφονται, ἀναφέρονται ἢ ἀναλύονται στὰ συγγράμματα αὐτά; Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει καὶ ἐμπειρία φυσικὰ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Ἔτσι οἱ Πατέρες λένε γιὰ ἐκεῖνον, ποὺ ἁπλῶς διαβάζει τὴν Ἁγία Γραφὴ ἢ τὰ συγγράμματά τους καὶ μετὰ μιλάει γιὰ ὅσα διάβασε, ὅτι εἶναι ἁπλῶς θεολογών. Εἶναι ὅμως θεολόγος κατὰ κυριολεξίαν; Ὄχι, βέβαια.

Σημειώσεις
__________________


80. Βλ. π. Ἰωάννου Ρωμανίδου, «Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας» τ. Α', ἐκδ. Π. , Θεσσαλονίκη 1999, σσ. 339 ἔ.

Πηγή:http://www.oodegr.com/

«Πᾶνος» 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου