Παρασκευή 3 Νοεμβρίου 2023

Σοφία Μπεκρῆ: Ἡ μεγάλη καὶ ἡ μικρὴ θυγατέρα


Σοφία Μπεκρῆ, φιλόλογος-θεολόγος
 
Ὄχι ἕνα ἀλλὰ δύο θαύματα πίστεως μᾶς παρουσιάζει ὁ Λουκᾶς στὸ Εὐαγγέλιό του (Κυριακὴ Ζ’ Λουκᾶ). Γιὰ νὰ συντελεστοῦν, μάλιστα, αὐτά, ὁ Κύριος δὲν χρειάζεται νὰ «ἐλέγξῃ», ὅπως συνήθως κάνει, τὴν πίστη αὐτῶν ποὺ τὸ ζητοῦν («Πιστεύετε ὅτι δύναμαι τοῦτο ποιῆσαι;» Ματθ., θ’ 28), διότι μᾶλλον, στὴν συγκεκριμένη περίπτωση, τὴν βρίσκει ἤδη ῥιζωμένη στὴν ψυχή των!

Ἄς πάρωμε, ὅμως, τὰ πράγματα μὲ τὴν σειρά. Ἀμέσως μετὰ ἀπὸ τὴν θεραπεία τοῦ δαιμονισμένου Γαδαρηνοῦ, στὴν ἀντίπερα ὄχθη τῆς Γαλιλαίας, ὁ Κύριος ἐπιστρέφει καὶ πάλι στὴν «ἰδίαν πόλιν», τὴν Καπερναούμ, ὅπου πλῆθος κόσμου «ἀπεδέξατο αὐτόν.» Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ὁ Λουκᾶς ἐπιλέγει εὔστοχα τὸ ῥῆμα «ἀπεδέξατο», γιὰ νὰ καταστήσῃ φανερὸ πόσο ἔνθερμα τὸν ὑποδέχθηκαν ἐκεῖ οἱ ἄνθρωποι, καὶ μάλιστα «ἦσαν πάντες προσδοκῶντες αὐτόν» (Λουκ., η’ 41) . Τὸν περίμεναν μὲ μεγάλη ὑπομονὴ καὶ ἐλπίδα νὰ ἐπιστρέψῃ ἀπὸ τὴν ἄξενη χώρα τῶν Γαδαρηνῶν, ἀπ’ ὅπου οἱ κάτοικοί της τὸν ἐξεδίωξαν, γιὰ νὰ τοὺς θεραπεύσῃ ἀπὸ τὰ ψυχικὰ καὶ σωματικά των πάθη. 

Ἡ θερμὴ ὑποδοχὴ τοῦ Κυρίου ὑπογραμμίζει ἀσφαλῶς τὸ εὖρος τῆς ἀποδοχῆς Του ὄχι μόνον ἀπὸ τὸν ἁπλὸ λαὸ ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς ἔχοντες ὑψηλὰ ἀξιώματα ἀνάμεσά του. Καὶ ἰδού, -ἡ ἀπόδειξη-, τὸν πλησιάζουν ἕνας ἀρχισυνάγωγος καὶ μιὰ γυνὴ αἱμοῤῥοοῦσα. Καὶ οἱ δύο εἶχαν «ἀπαγορευτικό» ἀπὸ τὸν νόμο νὰ τὸν πλησιάσουν, ὁ ἕνας διότι δὲν τὸ ἐπέτρεπαν, μὲ τὸν τρόπο των, οἱ Γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι, ὥστε νὰ μὴν «μολυνθοῦν» ἀπὸ τὸ κήρυγμά του, ἡ ἄλλη, διότι, λόγῳ τῆς ἀσθενείας της, ἦταν, σύμφωνα μὲ τὶς διατάξεις τοῦ μωσαϊκοῦ νόμου, ἡ ἴδια ἀκάθαρτη καὶ μολυσμένη. 

Καὶ οἱ δύο, ὅμως, αὐτοὶ ἄνθρωποι ἔχουν σοβαρὸ λόγο νὰ θέλουν νὰ προσεγγίσουν τὸν Κύριο, καὶ γι’ αὐτὸ παρακάμπτουν τοὺς κανόνες καὶ προσέρχονται σὲ Ἐκεῖνον μὲ πίστη καὶ ἐλπίδα, ὁ ἀρχισυνάγωγος φανερὰ καὶ ἡ αἱμοῤῥοοῦσα κρυφά. Ὁ Ἰάειρος, «πεσὼν παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ παρεκάλει αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, ὅτι θυγάτηρ μονογενὴς ἦν αὐτῶ ὡς ἐτῶν δώδεκα καὶ αὕτη ἀπέθνησκεν (ἦταν ἑτοιμοθάνατη)» (Λουκ., η’ 42). Ἡ αἱμοῤῥοοῦσα, ἀπὸ τὴν ἄλλη, «οὖσα ἐν ῥύσει αἵματος ἀπὸ ἐτῶν δώδεκα, ἥτις ἰατροῖς προσαναλώσασα ὅλον τὸν βίον οὐκ ἴσχυσεν ὑπ’ οὐδενὸς θεραπευθῆναι» (ὅ. π., 43). Καὶ οἱ δύο, ἑπομένως, εἶχαν ἐναποθέσει τὶς τελευταῖες των ἐλπίδες γιὰ θεραπεία στὸν Κύριο. Κανεὶς ἄλλος, ἀνθρωπίνως, δὲν μποροῦσε πλέον νὰ τοὺς βοηθήσῃ.

Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ δύο λησμονοῦν πρὸς στιγμὴν «τὰ πρέπει». Ἐκεῖνος, ἕνας ὑψηλὰ ἱστάμενος Ἰουδαῖος παρακαλεῖ δημοσίως τὸν Κύριο, ποὺ τὸν φθονοῦν οἱ Γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι, νὰ ἔλθῃ στὸν οἶκο του γιὰ τὴν θεραπεία τῆς μοναχοκόρης του, κινδυνεύοντας ἔτσι νὰ βρεθῆ ἀποσυνάγωγος γιὰ τὸ ἀποτόλμημά του, καὶ ἐκείνη, μιὰ «ἀκάθαρτη» γυναῖκα, ποὺ ἔπρεπε γι’ αὐτὸ νὰ ζῆ στὸ περιθώριο, τολμάει νὰ πλησιάσῃ τὸν Κύριο, διακινδυνεύοντας καὶ ἐκείνη νὰ ἀποκαλυφθῇ ἀπὸ τοὺς «καθαρούς» καὶ νὰ ἐξευτελιστῇ δημοσίως γιὰ τὸ «θράσος» της!

Καὶ ὅμως! Ὁ εὐγενὴς καὶ εὔσπλαγχνος Κύριος δὲν ἀπογοητεύει κανέναν ἀπὸ τοὺς δύο γιὰ τὸ θάρρος τῆς πίστεώς των καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης ποὺ δείχνουν στὸ πρόσωπό Του. Τὴν μὲν ταλαίπωρη κόρη τὴν προτρέπει νὰ ἀποκαλύψῃ δημοσίως «δι’ ἥν αἰτίαν ἥψατο αὐτοῦ …καὶ ὡς ἰάθη παραχρῆμα.» (ὅ. π., 47), ὄχι ἀσφαλῶς, ὅπως λένε οἱ Πατέρες, γιὰ νὰ τὴν ἐξευτελίσῃ, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὴν προβάλῃ «ἐνώπιον παντὸς τοῦ λαοῦ» ὡς ὑπόδειγμα πίστεως, ἐπειδὴ ἀκριβῶς πίστευσε ὅτι καὶ μὲ τὸ ἄγγιγμα μόνον τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου Του ἦταν δυνατὸν νὰ θεραπευθῇ ἀπὸ τὴν φοβερή της ἀσθένεια. Τὴν ἐπιβραβεύει, μάλιστα, γιὰ τὴν πίστη της, ἀποκαλῶντας την τρυφερὰ θυγατέρα Του: «Θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε.» (ὅ. π., 48). Τὸν δὲ ἀρχισυνάγωγο, λένε πάλι οἱ σοφοὶ Πατέρες, μὲ τὸ θαῦμα αὐτὸ ποὺ ἔκανε ὁ Κύριος στὴν αἱμοῤῥοοῦσα, καθ’ ὁδὸν γιὰ τὸν δικό του οἶκο, τὸν προετοίμασε γιὰ τὸ ἄλλο, τὸ μεγαλύτερο θαῦμα τῆς ἀναστάσεως τῆς δικῆς του κόρης, ποὺ θὰ ἐπακολουθοῦσε σὲ λίγο.

Μεγάλα, πράγματι, τὰ τῆς πίστεως κατορθώματα. Μιὰ ἄρρωστη γυναῖκα, χάρη στὴν πίστη της, ἀντλεῖ τὴν θεραπεία ἀπὸ τὸ θεϊκὸ ἄγγιγμα τοῦ ἱματίου τοῦ Κυρίου, καὶ μιὰ ἄρρωστη κόρη, χάρη στὴν πίστη τοῦ πατρός της, βρίσκει ἐπίσης τὴν θεραπεία της πάλι ἀπὸ θεϊκὸ ἄγγιγμα, τῆς χειρὸς τοῦ Κυρίου πάνω της: «…καὶ κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτῆς ἐφώνησε λέγων: ἡ παῖς ἐγείρου. καὶ ἐπέστρεψεν τὸ πνεῦμα αὐτῆς καὶ ἰάθη παραχρῆμα.» (ὅ. π., 55). Θαυμαστὰ τὰ ἔργα τοῦ Κυρίου ἀλλὰ ἀκόμη πιὸ θαυμαστὴ ἡ πίστη ὅσων ἐνεργοποιοῦν τὴν θεία δύναμη καὶ ἐνέργεια!

Ἀξίζει, στὸ σημεῖο αὐτό, νὰ ἐπισημάνῃ κανεὶς μιὰ ἀκόμη σχέση μεταξὺ τῆς μικρῆς καὶ τῆς μεγάλης θυγατρὸς τοῦ Κυρίου, καὶ αὐτὴ ἔγκειται στὸν ἀριθμὸ δώδεκα, ποὺ ἀναφέρει εἰδικὰ ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς. Δωδεκαετὴς ἡ ἀσθενὴς κόρη, δωδεκαετὴς καὶ ἡ διάρκεια τῆς ἀσθενείας τῆς γυναικός. Ἡ μικρὴ κόρη πεθαίνει δώδεκα ἐτῶν, ἐνῶ ἡ μεγάλη θεραπεύεται, μὲ τὴν πίστη της, ἀπὸ ἀσθένεια δώδεκα ἐτῶν, ἐπισημαίνουν χαρακτηριστικὰ οἱ ἑρμηνευτὲς Πᾳτέρες καὶ μάλιστα ὁ Κύριλλος Ἀλεξανδρείας (Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ἅπαντα τὰ ἔργα, Πατερικές ἐκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμᾶς», ἐκδ. οἶκος «Τὸ Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 2005, «Ὑπόμνημα εἰς τὸ κατὰ Λουκᾶν Α’», κεφάλαιο 8ο, σελ. 383-387).

Μπορεῖ, ὅμως, νὰ διακρίνῃ κανεὶς καὶ μιὰ βαθύτερη κοινωνικὴ διάσταση στὴν ἑρμηνεία τῆς περικοπῆς, στὸ σημεῖο αὐτό, καθ’ ὅτι κατ’ ἐξοχὴν κοινωνικὸς εἶναι καὶ ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς. Σύμφωνα μὲ τὴν ἑρμηνεία αὐτήν, τὸ τέκνο εἶναι θνησιγενές, διότι ὁ μεγάλος, ὁ κάθε μεγάλος, ὁ πατέρας, ἡ μητέρα, ἡ κοινωνία ὅλη, πάσχει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ποὺ «ἀποκύει» τὸν θάνατο (Ἰάκωβος Ἀδελφόθεος, α’ 15). Εἶναι, ἑπομένως, ἀνάγκη νὰ προηγηθῇ ἡ θεραπεία τοῦ μεγάλου, γιὰ νὰ ζήσῃ καὶ ὁ μικρός. Χρειάζεται νὰ πιστέψῃ ἡ μεγάλη κόρη καὶ νὰ θεραπευτῆ διὰ τῆς πίστεως ἀπὸ τὴν ἀσθένειά της, γιὰ νὰ ἔλθῃ πίσω στὴν ζωή, νὰ ἀναστηθῆ, νὰ ἀνα-ζήσῃ καὶ ἡ μικρὴ κόρη. 

Ὁ μεγάλος πρέπει νὰ ἀγγίξῃ τὸν Κύριο, γιὰ νὰ σωθῆ, ὅπως ἔκανε ἡ αἱμοῤῥοοῦσα. Τὸν μικρό, ὅμως, ποὺ πάσχει ἐξ αἰτίας τοῦ μεγάλου, γιὰ νὰ γίνῃ καλά, τὸν ἀγγίζει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, ἀνταποκρινόμενος, βεβαίως, στὸ κάλεσμα πίστεως τοῦ μεγάλου, ὅπως κάνει ὁ Κύριος γιὰ τὴν θεραπεία τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου. 

Ἐὰν θέλωμε, ἑπομένως, νὰ βοηθήσωμε καὶ ἐμεῖς, οἱ σύγχρονοι μεγάλοι, τὰ παιδιά μας νὰ σωθοῦν, δὲν ἔχομε παρὰ νὰ ἀκολουθήσωμε τὸ παράδειγμα τῶν δύο μεγάλων τοῦ Εὐαγγελίου, τοῦ πατρὸς Ἰαείρου, ποὺ ταπεινώνεται δημοσίως γιὰ τὴν θεραπεία τῆς μικρῆς καὶ μονάκριβης θυγατρός του, καὶ τῆς αἱμοῤῥοούσης γυναικός, τῆς μεγάλης θυγατρὸς τοῦ Κυρίου, ποὺ ταπεινώνεται, ἐπίσης, ὁμολογῶντας δημοσίως «δι’ ἥν αἰτίαν» ἀναγκάστηκε νὰ ἀγγίξῃ τὸν Κύριο. Ἡ δημόσια, ὅμως, αὐτὴ «ταπείνωση» καὶ τῶν δύο ὑπῆρξε ἡ ἀφετηρία τῆς θεραπείας καὶ τῶν ἰδίων καὶ τῶν τέκνων των, ἀφοῦ τὰ δικά μας παιδιά καλοῦνται νὰ ζήσουν στὴν κοινωνία ποὺ ἐμεῖς ἑτοιμάζομε γι’ αὐτά, ἀρρωστημένη, ἐὰν ἐμεῖς εἴμαστε ἄρρωστοι, ὑγιῆ, ἐὰν ἐμεῖς ὑγιαίνωμε.

Ἂς ἔχωμε, λοιπόν, τὸ θάρρος καὶ τὴν ταπείνωση νὰ ὁμολογοῦμε καὶ ἐμεῖς τὶς ἁμαρτίες μας, νὰ ἐξομολογούμαστε καὶ νὰ μετανοοῦμε εἰλικρινὰ γιὰ τὰ δικά μας ἀτοπήματα, ὥστε νὰ βοηθήσωμε, μὲ τὴν σειρά μας, καὶ τὰ παιδιά μας νὰ ἀκολουθήσουν τὸ δικό μας καλὸ παράδειγμα. Ἂς μὴν τὰ καταδικάζωμε ἄλλο σὲ θάνατο, μὲ τὶς δικές μας ἠθελημένα ἀθεράπευτες πνευματικὲς ἀσθένειες. Ἐὰν τὰ ἀγαπᾶμε πραγματικά, ἂς ἀποφασίσωμε, ἐπιτέλους, νὰ θυσιάσωμε, γιὰ χάρη των, τὰ δικά μας πάθη. Εἶναι τὸ καλύτερο δῶρο ποὺ ἔχομε χρέος νὰ κάνωμε στὴν νέα γενιά, μιὰ ἔνεση ζωῆς, ποὺ τῆς ἀξίζει, γιὰ νὰ ζήσῃ ἀληθινὰ κατὰ Θεόν. 

Τὸ ὄφελος, πάντως, ἀπὸ μιὰ τέτοια θεραπεία καὶ ἀνάσταση θὰ εἶναι κοινὸ καὶ πραγματικὰ σωτήριο γιὰ ὅλους, μικροὺς καὶ μεγάλους, ὥστε, «σωφρόνως, δικαίως καὶ εὐσεβῶς» ζῶντες, νὰ εὕρωμε, τελικά, χάρη καὶ ἔλεος παρὰ τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἀμήν. Γένοιτο!

«Πᾶνος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου