Παρασκευή, 7 Αυγούστου 2020

ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ - ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 7 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2020

Ὁ Ἅγιος Δομέτιος ὁ Μάρτυρας ὁ Πέρσης καὶ οἱ δυὸ μαθητές του


Ὑπὲρ τὰ πάντα σοι συναθλεῖν ἐκ λίθων,
Μύστας Πάτερ σούς, ἐξεπαίδευσας τάχα.
Σὺν δυσὶν ἑβδομάτῃ Δομέτιος ἐλεύσθη μύσταις.

 Ὁ Ὁσιομάρτυρας Δομέτιος ἦταν Πέρσης καὶ ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου. Διδάχθηκε τὴ χριστιανικὴ πίστη ἀπὸ κάποιο χριστιανό, ποὺ ὀνομαζόταν Ἄβαρος. Ὅταν τὸ ἔμαθαν αὐτὸ οἱ ἄνθρωποι τοῦ σπιτιοῦ του, ἐξεγέρθηκαν ἐναντίον του καὶ ὁ Δομέτιος ἀναγκάσθηκε νὰ τοὺς ἐγκαταλείψει.

Κατέφυγε στὴν πόλη Νίσιβη στὰ βυζαντινὰ σύνορα, ὅπου κλείστηκε σὲ κάποια μονή. Ἀναχώρησε, ὅμως, κι ἀπὸ κεῖ, γιὰ νὰ ἔλθει στὴ Θεοδοσιούπολη, στὴ μονὴ Σεργίου καὶ Βάκχου, ὅπου ὁ Δομέτιος καλλιέργησε σὲ μεγάλο βαθμὸ τὶς ἀρετὲς τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ προϊστάμενος τῆς μονῆς Οὐρβέλ, βλέποντας τὴν πνευματικὴ ἀνωτερότητα τοῦ Δομετίου, θέλησε νὰ τὸν κάνει πρεσβύτερο. Ἀλλὰ ὁ ἀγῶνας τοῦ Δομετίου δὲν ἦταν πὼς θὰ ἁρπάξει ἀξιώματα, ἀλλὰ πὼς θὰ τὰ ἀποφύγει. Διότι ἔμαθε ἀπὸ τὸν Κύριό του Ἰησοῦ Χριστό, νὰ εἶναι «ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ» ποὺ σημαίνει, ταπεινὸς στὸ φρόνημα καὶ τὴν ἐσωτερικὴ διάθεση.

Γι’ αὐτὸ καὶ ἔφυγε στὰ ὄρη καὶ ζοῦσε μέσα σὲ μιὰ σπηλιὰ μὲ δύο μαθητές του. Ὅταν κάποτε περνοῦσε ἀπὸ ἐκει ὁ Ἰουλιανὸς ὁ Παραβάτης, διέταξε νὰ τὸν σκοτώσουν.
Οἱ στρατιῶτες τοῦ Ἰουλιανοῦ βρῆκαν τὸν Δομέτιο καὶ τοὺς μαθητές του νὰ ψάλλουν μέσα στὴ σπηλιά, ὅπου τοὺς φόνευσαν μὲ λιθοβολισμό.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τὸν τῆς χάριτος λόγον εἰσποιησάμενος, πυρσολατρῶν τὰς τερθρείας ἀπεποιήσω σοφῶς, τῷ Χριστῷ ἀνατεθεῖς Πάτερ Δομέτιε· καὶ ἐν ἀθλήσει ἀκλινής, ὡς Ὁσίων μιμητής, ἐδείχθης Ὁσιομάρτυς· διὸ σὲ ὕμνοις τιμῶμεν, σὺν φοιτητῶν σου τῇ δυάδι σοφέ.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοὺς ἀσφαλεῖς.
Ὡς μυηθεὶς, τὴν πρὸς Χριστὸν εὐσέβειαν, ταῖς ἀρεταῖς, περιφανῶς διέπρεψας, ἱερῶς πολιτευσάμενος, θεομακάριστε Δομέτιε· τὴν ἄθλησιν γὰρ Πάτερ ὡς διάδημα, ἐπέθου τοῖς ὁσίοις σου πυκτεύμασι, πρεσβεύων ὑπὲρ τῶν εὐφημούντων σε.

Μεγαλυνάριον.
Σκότος καταλείψας τὸ περσικόν, ἔλαμψας ἐν κόσμῳ, ὥσπερ ἄστρον ἑωθινόν· πόνοις γὰρ ὁσίοις, καὶ ἄθλοις μαρτυρίου,  υἱὸς φωτὸς ἐδείχθης, Πάτερ Δομέτιε.

 Ὁ Ἅγιος Νάρκισσος ὁ Ἱερομάρτυρας Πατριάρχης Ἱεροσολύμων 

Ἡδὺ πνέων, Νάρκισσε, ναρκίσσου πλέον,
Εὐωδιάζεις τῆς Ἐδὲμ τὸ χωρίον.    

Ἀναδείχτηκε 30ος ἢ κατ' ἄλλους 31ος Ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων, ἀπὸ τὸν πρῶτο, ποὺ ἦταν ὁ Ἰάκωβος ὁ ἀδελφόθεος. Ἦταν ἄνδρας ἐγκρατής, φιλάνθρωπος, διδακτικὸς καὶ ἄκαμπτος στὴν ἐκτέλεση τοῦ καθήκοντός του, χωρὶς νὰ ἐμποδίζεται ἀπὸ τὴν ἀντίδραση τῶν μοχθηρῶν ἐχθρῶν του.

Σὲ κάποια συκοφαντία ποὺ κάποτε ὀργανώθηκε ἐναντίον του, παρουσιάστηκαν τρεῖς ψευδομάρτυρες. Ὁ πρῶτος, γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσει τὴν ψευδοκατάθεσή του, εἶπε ὅτι ἂν λέει ψέματα νὰ πέσει φωτιὰ καὶ νὰ τὸν κάψει. Ὁ δεύτερος εἶπε νὰ γίνει σκωληκόβρωτος καὶ ὁ τρίτος νὰ τυφλωνόταν. Δὲν πέρασε λοιπὸν πολὺς καιρὸς καὶ οἱ ψευδομάρτυρες τιμωρήθηκαν ὅπως τοὺς ἅρμοζε. Ὁ πρῶτος κάηκε ἀπὸ κεραυνό, ὁ δεύτερος ἀρρώστησε βαριὰ καὶ τὸ λεπρὸ σῶμά του ἔτρωγαν σκουλήκια καὶ ὁ τρίτος τυφλώθηκε.

Ὁ Νάρκισσος ἀνέβηκε δυὸ φορὲς στὸ θρόνο καὶ πατριάρχευσε συνολικὰ 26 χρόνια.
Ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ σὲ ἡλικία 116 χρόνων. 

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος ὁ νέος , ὁ Ἰαματικὸς


Nέος Θεοδόσιος πλην μόνου χρόνου,
Yπήρχεν ίσος κατά πάντα τω πάλαι.

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος ὁ νέος, ὁ ἰαματικός, γεννήθηκε στὴν Ἀθῆνα τὸ 862 ἀπὸ εὐσεβεῖς χριστιανούς. Ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία φάνηκε ἡ θερμὴ πίστη ποὺ τὸν διακατεῖχε καὶ ἡ μεγάλη ἀγάπη πρὸς τοὺς συνανθρώπους του.

Ὅταν ἀποφάσισε νὰ ἀποσυρθεῖ στὸν μοναχικὸ βίο, μοίρασε τὴν περιουσία του σ’ ὅσους εἶχαν ἀνάγκη καὶ πῆγε λίγο ἔξω ἀπὸ τὴν Ἀθῆνα. Ὅμως πολλοὶ ἦταν αὐτοὶ ποὺ πήγαιναν γιὰ νὰ τὸν δοῦν καὶ νὰ τὸν συμβουλευτοῦν, κάτι ποὺ τὸν ἐμπόδισε νὰ διαλογιστεῖ.

Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο καὶ γιὰ νὰ μπορέσει νὰ μονάσει, κατέφυγε στὸ Ἄργος. Ἐκεῖ ἔκτισε ἕνα ναὸ στὸ ὄνομα τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ὅπου πολλοὶ πήγαιναν γιὰ νὰ τὸν συμβουλευτοῦν. Τὸν φθόνησαν ὅμως ἱερεῖς, καὶ τὸν κατήγγειλαν στὸν Ἀρχιεπίσκοπο Ἄργους, Ἅγιο Πέτρο. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ὅμως κατάλαβε τὴν ἀφιλοκέρδεια καὶ τὴν εὐσέβεια τοῦ Θεοδοσίου, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐνισχύσει συνεχῶς στὸ θεάρεστο ἔργο τῆς ἐλεημοσύνης.
Ὁ Ἅγιος Θεοδόσιος ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ σὲ βαθιὰ γεράματα.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς δόσιν θεόδεκτον, τὴν καθαράν σου ζωήν, Θεῷ καθιέρωσας, τῷ ἰαμάτων πηγήν, τὸν τάφον σου δείξαντι· σὺ γὰρ δι’ ἐγκρατείας, καθαρθεῖς τῶν προσύλων, ἔλαμψας ἐν τῷ κόσμῳ, δι’ ἀσκήσεως πόνων· διό σε Θεοδόσιε, ἐν ὕμνοις γεραίρομεν.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Ὥσπερ ταμεῖον οὐρανίου ἁγιάσματος

Τῶν θεοσδότων δωρημάτων δόσιν ἄφθονον

Φερωνύμως ἐκομίσω παρὰ Κυρίου.

Ἀλλὰ βλῦσον ἰαμάτων τὴν ἐνέργειαν

Τοῖς ἐκ πόθου προσπελάζουσι τῇ σκέπῃ σου
Καὶ βοῶσί σοι, χαίροις Πάτερ Θεοδόσιε.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις θεῖον βλάστημα Ἀθηνῶν, καὶ τῆς Ἀργολίδος, ἐγκαλώπισμα καὶ φωστήρ· χαίροις ὁ πηγάζων, ἰάματα ποικίλα, τοῖς σὲ ὑμνολογοῦσιν, ὦ Θεοδόσιε. 
 

Ὁ Ὅσιος Νικάνωρ ὁ Θαυματουργός 

  
 Κόσμον νικήσας, καὶ τὰ τούτου ἡδέα,
Νίκην ἀρίστην ἦρας ὄντως Νικάνωρ.

Ο Όσιος Νικάνωρ γεννήθηκε στα 1491 μ.Χ. στην Πρωτεύουσα της Μακεδονίας την Θεσσαλονίκη. Οι γονείς του Ιωάννης και Μαρία ήταν ευσεβείς και κατοικούσαν στην συνοικία του Αγίου Μηνά. Όλη η πόλη των Θεσσαλονικέων καλοτύχιζε και επαινούσε τους γονείς του Αγίου τόσο για τον πλούτο τους όσο και την ευγένεια τους, αλλά κυρίως για την πίστη και την αρετή που τους διέκρινε. 

Ήταν ελεήμονες και σπλαχνικοί και η ζωή τους έργο αγάπης προς τους πάσχοντες αδελφούς. Όμως ο Θεός ήθελε να τους δοκιμάσει με προσωρινή ατεκνία. Στείρα σαν την Αγία Άννα η μητέρα του οσίου Νικάνορα. Κάθε μέρα προσευχόταν στην εκκλησία του Αγίου Μηνά να τους δώσει ο Θεός ένα παιδί για παρηγοριά. Οι προσευχές, οι νηστείες, οι αγρυπνίες των γονέων του εισακούσθηκαν από τον Κύριο μας και Θεό μας και κατά την ώρα που η ευσεβής γυναίκα προσευχόταν στο Θεό στο Ναό του Αγίου Μηνά της απεκαλύφθη το θέλημα του Κυρίου: 

«Εισήκουσε ο Θεός τας δεήσεις σου ω γυνή ως ποτέ της χήρας Άννης και έλυσε τα δεσμά της στειρώσεως σου μόνο πορεύου εις τον οίκον σου και θέλεις συλλάβεις και γεννήσεις Υιών όστις θέλει γίνει δοχείον καθαρόν του Παναγίου Πνεύματος και πολλούς θέλει εισάγει εις τον Κύριον δια της αγγελικής αυτού και εναρέτου διαγωγής». Έτσι, ως Θείο δώρο ήρθε στον κόσμο ο Νικόλαος (αυτό ήταν το κοσμικό όνομα του αγίου) και οι γονείς του τον παρέδωσαν σ΄ ένα ευσεβή δάσκαλο να του μάθει τα Ιερά γράμματα.

Ο νεαρός Νικόλαος ευφυής στο νου σε λίγο χρονικό διάστημα απέκτησε μεγάλη ευχέρεια περί τα εκκλησιαστικά και αγάπη για την εκκλησία του Χριστού όπως όλοι οι άγιοι. Από μικρός κατάλαβε την κλήση του Θεού μοναδικός του πόθος ήταν να μονάσει και να γίνει μιμητής των οσίων πατέρων της εκκλησίας μας. Ήθελε σ' όλη του τη ζωή να υπηρετήσει ολοκληρωτικά ψύχη τε και σώματι τον Κύριο. 

Γι' αυτό περνούσε τη ζωή του με νηστείες, αγρυπνίες και προσευχές. Σε μικρή ηλικία χάνει τον προσφιλή πατέρα του και μένει με τη μητέρα του. Η ευσεβής του μητέρα μη γνωρίζοντας τον πόθο του παιδιού της ήθελε να τον παντρέψει με κάποια ενάρετη κοπέλα και ενώ από τη μια μεριά ο όσιος ποθούσε να εγκαταλείψει κάθε τι εγκόσμιο και να μονάσει, να αφιερωθεί εξολοκλήρου στον Θεόν. Από την άλλη όμως δεν ήθελε να στενοχωρήσει και τη μητέρα του, γι αυτό ανέβαλε συνεχώς την πραγματοποίηση της επιθυμίας του να γίνει μοναχός.

Ο Θεός που προνοεί τα πάντα ύστερα από ορισμένο χρονικό διάστημα πήρε την μητέρα του από τον κόσμο και έτσι άνοιξε ο δρόμος για ν' ακολουθήσει ο Νικόλαος τη μοναχική ζωή. Χωρίς να χάσει καιρό μοίρασε την πατρική του περιουσία στους φτωχούς και τα ορφανά και ενώ μπορούσε να λάβει αξιώματα λόγω της επιφανούς θέσεως των γονέων του, τα θεώρησε όλα αυτά σκύβαλα μπροστά στη μεγάλη του αγάπη προς το Χριστό. Ελεύθερος πλέον από κάθε φροντίδα του κόσμου γίνεται μοναχός με το όνομα Νικάνωρ. Ως μοναχός πολλαπλασίασε τα χαρίσματα που του δώσε ο Θεός.

Η φήμη που απέκτησε έφθασε στον Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης ο οποίος τον χειροτόνησε διάκο και πρεσβύτερο με σκοπό να τον κάνει διάδοχο του. Ως κληρικός της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης ο Νικάνωρ επέδειξε μεγάλο ζήλο και η προσφορά του ήταν αξεπέραστη. Η ώρα όμως είχε φθάσει για εκείνο που τον είχε προορίσει ο Θεός. 

Σε μια από τις νυχτερινές του προσευχές και ενώ ικέτευε με θερμά δάκρυα τον Θεό άκουσε φωνή από τον ουρανό να του λέγει: «Νικάνωρ έξελθε εκ της γης σου και εκ της συγγενείας σου και πορεύου εις το Καλλίστρατου όρους και αγωνίσου εκεί καλώς και εγώ θα είμαι μαζί σου να σε διαφυλάττω όλες τις ημέρες της ζωής σου και θα κάνω το όνομα σου ξακουστό και θα σε δοξάσω εις πάντας τους αιώνας». Ύστερα απ' αυτή τη Θεϊκή εντολή ο Άγιος έφυγε από την Θεσσαλονίκη σε σχετικά νεαρή ηλικία περίπου 27 ετών και τράβηξε να πάει εκεί όπου τον είχε καλέσει ο Θεός. Στο δρόμο, στα χωριά που συναντούσε δίδασκε ως άλλος απόστολος τους απελπισμένους χριστιανούς να φυλάγουν την πίστη τους.

Φθάνοντας ο Άγιος Νικάνωρ στο όρος Καλλίστρατου και βλέποντας το ήσυχο μέρος ο άγιος έλαβε εσωτερική πληροφορία από τον Κύριο ότι εδώ θα είναι η ασκητική του παλαίστρα. Δόξασε τον Θεόν και άρχισε να επιδίδεται σε ασκητικούς αγώνες. Πέρασαν 16 ολόκληρα χρόνια σκληρού αγώνα με την σάρκα και τους δαίμονες. Αγρυπνίες, νηστείες, κόπους για την αγάπη του Χριστού. Σιωπή, έλλειψη ανθρώπινης παρηγοριάς τον έκανα δοχείο του Άγιου Πνεύματος. Κατόπιν ίδρυσε τη Μονή μεταμορφώσεως του Σωτήρα Χριστού ή Ζάβορδας.

Το ασκηταριό του σώζεται μέχρι σήμερα.

Την Ιερά Μονή ίδρυσε εξ αποκαλύψεως του ιδίου του Χριστού αφού βρήκε εικόνα του Σωτήρος Χριστού κρυμμένη από την εποχή της εικονομαχίας.

Η φήμη του απλώθηκε παντού όπως του είχε πει ο Κύριος. Πλήθος ανθρώπων από τη γύρω περιοχή έτρεχε στο μοναστήρι να ευλογηθεί από τον άγιο ν΄ ακούσουν την ψυχοσωτήρια διδασκαλία το και να θεραπευτούν αφού πολλά ήταν τα θαύματα που έκανε ο όσιος. Ό Άγιος αφού έζησε ενάρετα και αγγελικώς ήρθε ο καιρός να μεταβεί στην άλλη ζωή την αιώνια και αληθινή. Προγνώρισε το θάνατό του και κάλεσε γύρω του μοναχούς και λαϊκούς τους ευλόγησε τους συμβούλεψε και παρέδωσε το πνεύμα του στο Λυτρωτή μας Χριστό στις 7 Αυγούστου 1549 μ.Χ. Οι μοναχοί της Μονής θρήνησαν τον άγιο που τους παρηγορούσε και τον έθαψαν σε παρεκκλήσι της Μονής. Από τότε το αγιασμένο Λείψανο του τελεί ως τα σήμερα πολλά θαύματα.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Νίκης εἴληφας, ἄφθαρτον στέφος, πάτερ ὅσιε, παρὰ τοῦ Κτίστου, τῶν σῶν ἀγώνων ἀντάξιον ἔπαθλον· τὴν γὰρ πατρίδα λιπὼν τὴν ἐπίγειον, τῆς οὐρανίου οἰκήτωρ γεγένησαι· ὅθεν πάντες σὲ πίστει καὶ πόθῳ γεραίρομεν· χαίροις Νικάνορ, Ὁσίων ὁμόσκηνε.

 Ὁ Ὅσιος Ὢρ

 
Ἐκ γῆς ἀπελθών, Ὤρ ἐμὸς λέγει.
Χάρις, Ὑπὲρ τὸν Ὤρ πέφυκε τὸν σόν, ὦ Νόμε.

Ὁ Ὅσιος αὐτὸς ἀσκήτευε στὸ ὄρος τῆς Νιτρίας. Στὴν ἀρχὴ καὶ γιὰ λίγα χρόνια ἔκανε ἐρημῖτης μὲ νηστεία, προσευχὴ καὶ μελέτη τοῦ θείου λόγου.

Κατόπιν ὅμως τὸν ἀνακάλυψαν χριστιανοὶ ποὺ ἐπιζητοῦσαν πνευματικὸ ὁδηγὸ καὶ ἀπὸ τότε ἡ φήμη τῆς ἁγιότητάς του ἁπλώθηκε παντοῦ. Χιλιάδες ἐπισκέπτες πήγαιναν κοντά του γιὰ νὰ ὠφεληθοῦν ἀπὸ τὴ διδασκαλία καὶ τὴν ταπεινοφροσύνη του.

Στὴ συνέχεια ὁ ὅσιος Ὢρ ἀνέπτυξε ἀδελφότητες καὶ ἵδρυσε μοναστήρια, στὰ ὁποῖα μὲ πολὺ ζῆλο καλλιεργοῦνταν ἡ πνευματικὴ καὶ ἡ σωματικὴ ἐργασία.
Ἐπίσης ὁ Ὅσιος εἶχε τὸ χάρισμα τοῦ λόγου καὶ ἤξερε πότε νὰ σιωπᾷ καὶ πότε νὰ μιλάει. Ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ 90 χρονῶν, διατηρώντας τὴ διαύγεια τοῦ μυαλοῦ του μέχρι τελευταίας του πνοῆς. 
 

Οἱ Ὅσιοι Μύριοι (10.000) Ἀσκητὲς Θηβαῖοι 

Γῆς ἐξελαύνεις, εἰς τὸ Δαυῒδ χρὴ λέγειν,
Τὸ μυριοπλάσιον ἅρμα σου Λόγε.

Ἀπεβίωσαν εἰρηνικά.

 Ἡ Ὁσία Ποταμία ἡ Θαυματουργός 

Ὑπὲρ Χριστοῦ κτανθεῖσα θαυμαστὴ ξίφει,
Χέει ποταμοὺς θαυμάτων Ποταμία.

Μαρτύρησε διὰ ξίφους.

Ὁ Ἅγιος Ἀστέριος ὁ Ὁσιομάρτυρας καὶ Θαυματουργὸς 


 Τράχηλον Ἀστέριος ἐκκοπεὶς ξίφει,
Χοροῖς ἀθλητῶν, οἷον ἀστὴρ ἐμπρέπει.

Πότε καὶ ποὺ μαρτύρησε δὲν ἀναφέρουν οἱ Συναξαριστές.

Στοὺς περισσότερους ἀπὸ τοὺς Κώδικες ἀναγράφεται ὡς «μάρτυς καὶ συγκλητικός, διὰ ξίφους τελειωθεῖς».
Στὸν Συναξαριστὴ τοῦ Ἁγίου Νικόδημου ἀναφέρεται ὡς «Ὁσιομάρτυς καὶ θαυματουργός».

Ὁ Ὅσιος Ὑπερέχιος 

Ὑπερέχιος, κἂν τάφῳ κατεκρύβη,
Πέφυκεν ἴσος τοῖς χοροῖς τῶν Ἀγγέλων.

Ὑπῆρξε ἀπὸ τοὺς μοναχούς, ποὺ μαζὶ μὲ τὴν πίστη, κατεῖχαν καὶ τοὺς θησαυροὺς τῆς χριστιανικῆς φιλοσοφίας. Ἦταν ἤρεμος, γλυκὸς καὶ σπάνια τὸν πλησίαζε ἡ φλόγα τῆς ὀργῆς. Ἔλεγε δὲ συχνά: «ὁ μὴ κρατῶν γλώσσης αὐτοῦ ἐν καιρῷ ὀργῆς, οὐδὲ παθῶν κρατήσει ὁ τοιοῦτος».
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά, γεμάτος χάρη ἀπὸ τὸν Θεό.

Ὁ Ἅγιος Σῴζων ἀπὸ τὴ Νικομήδεια  

Ὑπῆρχεν ἄλλη σαλαμάνδρα πρὸς φλόγα,
Σῴζων ὁ Μάρτυς, οὗ τέλος πυρὸς δίχα.

Τὸν ἔριξαν στὴ φωτιὰ καὶ θαυματουργικὰ μὲ τὴ θεία χάρη βγῆκε ἀβλαβής. Στὴ συνέχεια ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Ὁ Ὅσιος Δομέτιος ὁ σημειοφόρος


Σημεία ποιείν ηξιώθης παμμάκαρ,
Δομέτιε σύ, ως χάριτος εστία.

Ο Όσιος Δομέτιος ο σημειοφόρος ασκήτευσε στα όρια της Μονής Φιλοθέου και τελειώθηκε εν ειρήνη. Μαζί του ησύχασε ο οσιομάρτυς Δαμιανός ο Νέος (+1568) (βλέπε 14 Φεβρουαρίου), για τον οποίο αναφέρει ο βιογράφος του:

«Μείζονος αρετής εφιέμενος κατέλιπε την μονήν και προς τινα των κατά μόνας ασκουμένων σημειοφόρον άνδρα, ω Δομέτιος τούνομα, αφίκετο, μεθ' ου χρόνους τρεις μικρού δέοντας νηστεία και αγρυπνία και τη λοιπή σκληραγωγία τρυχόμενος διετέλεσε». 
 

Μνήμη Βαρβαρικῆς Ἐπιδρομῆς
 
Ἡ ἐπιδρομὴ αὐτὴ τῶν Περσῶν δὲν ἀναφέρεται ἀπὸ τὸν Ἅγιο Νικόδημο, τὴν ἀναφέρουν ὅμως ἀρκετοὶ Κώδικες. Ἐδῶ παραθέτουμε ἀκριβῶς τὰ γραφόμενα στὸν Λαυριωτικὸ Κώδικα Ι  73:

Τῇ αὕτη ἡμέρα (ζ’ Αὐγούστου) μνήμην ἐπιτελοῦμεν τῆς ὑπὲρ λόγον καὶ παρὰ πᾶσαν ἐλπίδα δωρηθείσης ἡμῖν τελείας βοηθείας παρὰ Χριστοῦ τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ ἡμῶν κατὰ τῶν πανταχόθεν διά τε γῆς καὶ θαλάσσης κυκλωσάντων ἡμᾶς ἄθεων ἐχθρῶν, μεσιτευσάσης τὴν σωτηρίαν τῆς θεοφυλάκτου ταύτης καὶ βασιλίδος πόλεως τῆς ἀσπόρως Αὐτὸν Τεκούσης Παναγίας Ἀχράντου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας. 

Τοῦτο δὲ γέγονε κατὰ τοὺς χρόνους Ἡρακλείου τοῦ Βασιλέως, ὄτε Χοσρόης ὁ τῶν Περσῶν βασιλεὺς Σάρβαρον τὸν αὐτοῦ στρατηλάτην μετὰ δυνάμεως βαρείας κατὰ τῆς θεοφύλακτου ταύτης πόλεως ἐξέπεμψεν ὃς πᾶσαν τὴν Ἀνατολὴν ληϊσάμενος τὸν ἐν Χαλκηδόνι πορθμὸν κατέλαβε, προσδοκῶν καὶ τὴν ἐν πόλεσι μεγίστην ἐλεΐν. Ταῦτα ἰδὼν Ἡράκλειος διὰ τοῦ Εὐξείνου Πόντου τῇ Περσίδι κατέλαβε, πλείονα ἐν αὕτῃ ἐργασάμενος ἡ ὧν  Πέρσαι τῶν Ρωμαίων γῆν διερχόμενοι, τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ ἐνταύθα καταλιπῶν μετὰ τοῦ Σεργίου Πατριάρχου καὶ Βώνου τοῦ θαυμάσιου. 

Χαγάνος δὲ ὁ τῶν Ἀβάρων ἡγούμενος καὶ αὐτὸς μὲν τῶν ὁμόρων ἐθνῶν παραλαβῶν πλῆθος διὰ γῆς καὶ θαλάσσης καὶ αὐτὸς τὴν Κωνσταντινούπολιν προσέβαλεν ὥστε ἐξ ἀνατολῶν δὲ τοὺς Σκύθας, καὶ αὐτὴν πάντοθεν περιληφθεῖσαν εἴτα τὰ ἑαυτῶν ποιοῦντες ἐλεΐν ἤλπιζαν πόλιν τῷ σταυρῷ καὶ τοὶς πάθεσι Χριστοῦ σεμνυνομένην καὶ τῇ Θεοτόκῳ ὑπ' αὐτοῦ δῶρον δεδομένην. Πᾶσα οὒν ἐλέπολιν καὶ τειχομαχίαν τὴν μὲν δρῶντες, τὴν δὲ μελετῶντες βαρβαρικώτεροι γενναίως ἤσαν ἀνθιστάμενοι. Βῶνος δὲ τούτους ἣν ὁ πρὸς μάχην διεγείρων καὶ πολὺς φόνος ἐξ ἑκατέρου μέρους ἐγένετο.

Οὕτως οὒν τρὶς καὶ τετράκις συμβαλόντες καὶ τῇ τῆς Θεοτόκου συμμαχίᾳ, ἄπρακτοι διαμείναντες εἰς θυμὸν διεγείρονται μέγιστον. Ὅθεν τοῦτο οἱ τὴν πόλιν οἰκοῦντες διαγνόντες, πρεσβείας πρὸς Χαγάνον στέλλουσι μετὰ χρημάτων συχνῶν εἰρηνικὰ γενέσθαι σπονδᾶς ἐξαιτούμενοι, ὁ δὲ φιλάργυρος τὴν γνώμην καὶ τὸν τρόπον ὧν, τὰ μὲν χρήματα ἔλαβε, τοὺς δὲ πρέσβεις ἄπρακτους ἀπέστειλε, «αὔριον, ἀφήσας, τὴν πόλιν ὑμῶν ὡς νοσσιᾶν τῇ χειρί μου καταλήψομαι καὶ πάντας μονοχίτωνας ἐξελθεὶν ἐάσως πλεῖον γὰρ τούτου οὐ φιλανθρωπεύσομαι πρὸς ὑμᾶς», πολλὰ πρότερον κατὰ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν καὶ τῆς Αὐτὸν τεκούσης βλασφημήσας. 

Ταῦτα οἱ τὴν πόλιν οἰκοῦντες ἀκούσαντες καὶ ὅσον Ἱερατικόν, ὅσον τε λαϊκὸν καὶ συγκλητικὸν εἰς τοὺς θείους ναοὺς ἐλιτάνευον, τᾶς χεῖρας εἰς οὐρανοὺς αἴροντες καὶ «Κύριε ἐξ ἁγίου κατοικητηρίου», λέγοντες, «ἔπιδε ἐπὶ τῷ μιαρῷ Χαγάνω καὶ ἐπὶ πάσι τοὶς ὑπ' αὐτοῦ τολμωμένοις καὶ κατάβαλε αὐτό, ὁ ὑπερασπιστὴς ἠμῶν, Ὅπως μὴ εἴπῃ, ποὺ ἐστὶν ὁ Θεὸς αὐτῶν», καὶ οἱ μὲν ηὔχοντο κλαίοντες, οἱ δὲ διὰ τὲ γῆς καὶ θαλάσσης ἐν μίᾳ ἔγνων συρρηγνύειν τὸν πόλεμον ὁ δὲ ὑπ’ αὐτῶν βλασφημούμενος Κύριος, τὴ πρεσβεία τῆς Αὐτὸν τεκούσης, ἀνέμους σφοδροὺς καὶ στροβίλους τῇ θαλάσσῃ ἐκπέμψας καὶ πᾶσαν διαταράξας, αὔτανδρα τὰ σκυθικὰ πλοῖα τῇ θαλάσσῃ παρέπεμψεν ἐνθεῖς δὲ καὶ τοὶς ἐν πόλει θάρσος, ὅσον τούτοις δέος κατὰ τῶν βλάσφημων ἐξέπεμψεν εἰς τοὺς βαρβάρους δὲ τοσούτον φόνον εἰργάσαντο, ὅσον οὐδὲ ἀριθμῆσαι τὶς δύναται. 

Ταῦτα οὐδὲ τοὺς Πέρσας ἔλαβεν οὕτω πραχθέντα, οἱ χεῖρα - ὡς λόγος - ἐπὶ στόματος θέντες ὑπέστρεψαν ἄπρακτοι, ὁ δὲ Ἱεράρχης καὶ ἅπαν τῆς ἐκκλησίας τὸ πλήρωμα σὺν δάκρυσιν ἐπινίκια ἦδον καὶ χαριστήρια. «Ἡ δεξιά σου, Κύριε, δεδόξασται ἐν ἰσχὺ, ἡ δεξιά σου χείρ, Κύριε, ἔθραυσεν ἐχθροὺς καὶ τῷ πλήθει τῆς δόξης σου συνέτριψας τοὺς ὑπεναντίους· πάντα τὰ ἔθνη ἐκύκλωσαν ἡμᾶς καὶ τῷ ὀνόματί σου, Κύριε, ἠμυνάμεθα ταῦτα». Οὕτως ἡ Παναγία καὶ Ὑπεράμωμος Θεοτόκος, ἡ τῶν Χριστιανῶν ἀντίληψις, περὶ ἡμᾶς τὴν ἰσχὺν αὐτῆς ἀπεδείξατο καὶ τὴν μεγάλην καὶ παράδοξον σωτηρίαν ταύτην ἡμῖν ἐδωρήσατο. Δία ταῦτα τὴν παροῦσαν ἀνάμνησιν ἐτησίως πανηγυρίζομεν ἐν τῷ σεβασμίῳ αὐτῆς οἴκῳ, τῷ
ὄντι ἐν Βλαχέρναις. 

Ὁ Ἅγιος Βάρταν ὁ Μάρτυρας ἐξ Ἀρμενίας

   
Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου. 

Ανάμνηση των εγκαινίων του ναού της Θεοτόκου «εν Γοργιαναίς»

Ανάμνηση των εγκαινίων του ναού της Θεοτόκου «εν Γοργιαναίς» βρίσκεται στον Πατμιακό Κώδικα 266. Δεν έχουμε άλλες λεπτομέριες για το γεγονός.

Όσιος Ποίμην ο εν τω σπηλαίω ο Πολύπαθης 
  
  
Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ὁσίου.

Ὁ Ὅσιος Ποίμην ὁ Νηστευτὴς (Ρῶσος, 14ος αἰ.) 

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ὁσίου.

Ἡ Ὁσία Κάνδιδα ἡ Βυζαντία 

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τῆς Ὁσίας.

Ὁ Ὅσιος Ἰωσὴφ ὁ Γεροντόγιαννης

 
Ο Ιωάννης Βιτσέντζος ή Γεροντογιάννης γεννήθηκε στο ημιερειπωμένο Μονύδριο του Τιμίου Προδρόμου Καψά το 1799 μ.Χ. Στα ερειπωμένα κελλιά της άγονης και απόμονωμένης περιοχής είχαν μεταβεί οι ευσεβείς και ενάρετοι γονείς του Εμμανουήλ και Ζαμπία λόγω τουρκικής επιδρομής. Αργότερα, όταν ησύχασε η κατάσταση, διέμειναν μόνιμα στο χωριό Λιθίνες.

Όταν ήρθε σε νόμιμη ηλικία νυμφεύθηκε την κυνηγημένη από τους Τούρκους Καλλιόπη από την οικογένεια των Γεροντάκηδων ή Γεροντήδων, η οποία ζούσε κρυμμένη και εκείνη στα νοτιοανατολικά παράλια, φοβούμενη μήπως έχει την ίδια τύχη που είχε η μοναδική αδελφή της, η οποία αυτοκτόνησε για να μην ατιμασθεί από ένα Τούρκο που είχε ενδιαφερθεί έντονα γι’ αυτήν. Γι’ αυτό και η Καλλιόπη στάλθηκε από τους γονείς της στις ερημικές ακτές της περιοχής, κοντά στην έρημη τότε Μονή Καψά και τελικά παντρεύθηκε τον Γεροντογιάννη, με τον οποίο απέκτησε τέσσερα παιδιά, τρεις κόρες κι ένα γιο.

Ο Γεροντογιάννης ήταν ατίθασος, αλλά ιδιαίτερα ευσεβής. Πολλές φορές είχε γίνει στόχαστρο των τουρκικών αρχών και τον είχε καταδιώξει η Τουρκική Αστυνομία. Γι’ αυτό συχνά κατέφευγε με την οικογένειά του στο φαράγγι των Περβολακίων, όπου ήταν αδύνατο να τον ανακαλύψει κανείς. Το περισσότερο διάστημα του έτους διέμεναν στο μετόχι «Κατσαρόλι», κοντά στις Λιθίνες.

Συμφωνα με την παράδοση, κάποια Κυριακή ο Ιωάννης μάζεψε ξύλα και τα φόρτωσε στο ζώο για να τα πουλήσει, όπως συνήθιζε, στα χωριά Αρμένους και Χανδράς και να αγοράσει κρασί. Πήρε μαζί του και τη σύζυγό του Καλλιόπη και την άφησε στις Λιθίνες για να δει τους συγγενείς της, ενώ τα παιδιά έμειναν μόνα τους στο μετόχι. Στο γυρισμό ένα κακό προαίσθημα είχε φωλιάσει στην καρδιά της Καλλιόπης που παρακινούσε συχνά το σύζυγό της να βαδίσει γρηγορότερα. 

Οταν έφτασαν βρήκαν τη μικρή τους κόρη Ειρήνη καμμένη έξω στο αλώνι, που την είχαν βγάλει τα άλλα αδέλφιά της, νομίζοντας ότι ο αέρας θα έσβηνε τη φωτιά που είχε πιάσει το φορεματάκι της. Το ατύχημα αυτό που επέφερε τον θάνατο της κόρης του, θεωρήθηκε από τον Ιωάννη θεία τιμωρία για τις αμαρτίες του και κυρίως για την καταπάτηση της Κυριακάτικης αργίας. Το γεγονός αυτό σφράγισε τη ζωή του και στάθηκε η αφορμή για να μεταμορφωθεί.

Έφυγε από το μετόχι και εγκαταστάθηκε μόνιμα στις Λιθίνες. Οι χωριανοί, οι συγγενείς και όσοι τον γνώριζαν διαπίστωναν καθημερινά την «αλλοίωσή του». Ο σκληρόκαρδος, ευέξαπτος και εριστικός Ιωάννης μεταμορφώθηκε σε έναν μακρόθυμο, ελεήμονα, πράο και ανεξίακακο άνθρωπο. Η συνειδητή συμμετοχή του στη μυστηριακή ζωη της Εκκλησίας, οι νηστείες, οι προσευχές, οι ελεημοσύνες και η διαρκής μετάνοια καθάρισαν την καρδιά του, φώτισαν το νου του και μπόρεσε να δεχθεί μία θεία αποκάλυψη, που έμελλε να σταθεί καθοριστική για τη μετέπειτα ζωη του. 

Ο Γεροντογιάννης το έτος 1841 μ.Χ. σε ηλικία 42 ετών έπεσε σε βαθύ ύπνο. Αγγελος Κυρίου τον άρπαξε, όπως τον Απόστολο Παύλο, σε υψηλή θεωρία και είδε τις τάξεις των δικαίων που βρίσκονται σε ουράνια δόξα και χαρά, αλλά και τις διάφορες τιμωρίες των καταδικασμένων στην αιώνια κόλαση. Μετά από 43 ώρες ξύπνησε χαρούμενος και γαλήνιος βλέποντας γύρω του πλήθος από συγγενείς, γειτόνους και συγχωριανούς του, οι οποίοι είχαν μαζευθεί για να δουν από κοντά τι του συμβαίνει. 

Ανάμεσά τους και μια παράλυτη γρια, πάνω στην οποία άπλωσε το χέρι του και ψιθυρίζοντας κάποια ευχή, την θεράπευσε μπροστά στα έκπληκτα μάτια των πολυάριθμων παρευρισκομένων. Αμέσως μετά άρχισε να κηρύττει και να θαυματουργεί. Πολλοί κάτοικοι της επαρχίας Σητείας περνούσαν καθημερινά από το σπίτι του για να τον συναντήσουν και να πάρουν την ευλογία του, να δεχθούν τις συμβουλές του και να θεραπευθούν από τις διάφορες ασθένειές τους.

Τα γεγονότα αυτά, όπως ήταν φυσικό, δημιούργησαν θόρυβο γύρω από το όνομά του. Τη χρονιά αυτή επικρατούσε αναστάτωση λόγω της επανάστασης και ο Γεροντογιάννης θεωρήθηκε ύποπτος από τις Τουρκικές αρχές και διαβλήθηκε ως επικίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια, διότι τάχα οι συναθροίσεις στο σπίτι του είχαν σκοπούς επαναστατικούς με θρησκευτικό πρόσχημα. Η αλήθεια είναι ότι τον Όσιο Γεροντογιάννη περιέβαλαν κυρίως ασθενείς και ανάπηροι άνθρωποι, στον οποίο κατεύφευγαν για να βρουν ανακούφιση, παρηγοριά και θεραπεία. 

Τρεις φορές κλήθηκε για να απολογηθεί ενώπιον του Διοικητού Κρήτης Μουσταφά Πασά. Όμως αυτές οι αλλεπάλληλες διώξεις και προσαγωγές στο Ηράκλειο είχαν το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα, αφού από κάθε χωριό που περνούσε ο διωκόμενος καλόγερος σήμαινε συναγερμός και μαζεύονταν πλήθος κόσμου για να τον χαιρετήσει και να λάβει την ευλογία του. 

Μάλιστα κατά την τρίτη προσαγωγή του Γεροντογιάννη συγκεντρώθηκε πλήθος πιστών με αποτέλεσμα να εξοργιστεί ο Διοικητής και να διατάξει τη φρουρά του να διαλύσει με βία το πλήθος και να οδηγήσει τον Γεροντογιάννη αμέσως στη φυλακή. Ύστερα από παράκληση όμως κάποιου Σητειακού συμβούλου του Διοικητή, του Ιωάννου Καπετανάκη ή Γαλανάκη από το χωριό Κρυά, του επιτράπηκε να πάρει στο σπίτι του τον Γεροντογιάννη, χωρίς όμως να βγαίνει έξω μέχρι να να εκδοθεί η απόφαση, η οποία φημολογούνταν ότι θα ήταν η εξορία εκτός της Κρήτης ή η φυλάκιση. 

Συνέβη, όμως, ο σοβαρός τραυματισμός του μικρού παιδιού του Διοικητού, που γκρεμίστηκε από τη σκάλα και έμεινε αναίσθητο, χωρίς να μπορεί κανένας ιατρός να το επαναφέρει στις αισθήσεις του. Η πατρική στοργή ανάγκασε τον Τούρκο Διοικητή να καλέσει τον θαυματουργό θεραπευτή των Ρωμιών, τον Γεροντογιάννη, ο οποίος πράγματι μόλις ακούμπησε το χέρι του πάνω στο αναίσθητο παιδί και απήγγειλε μια ευχή, αμέσως το μισοπεθαμένο παιδί απέκτησε τις αισθήσεις του και επανήλθε στη ζωή. 

Ανάλογη θεραπεία έδωσε και στην πεθερά του Διοικητού την οποία απάλλαξε από χρόνια και ανίατη αρώστια. Τότε ο Τούρκος Διοικητής άφησε ελεύθερο τον Γεροντογιάννη να επιστρέψει στο χωριό του για να συνεχίσει το φιλάνθρωπο έργο του. Μάλιστα με πολλή ευγνωμοσύνη του έστειλε πλούσια δώρα στο χωριό του, αλλά εκείνος δέχθηκε να κρατήσει μόνο 17 κανδύλια για τον ναό της Παναγίας των Λιθινών. 

Τότε ο Επίσκοπος Ιεράς και Σητείας Ιλαρίων συμβούλευσε τον Γεροντογιάννη να πάει σε μία ερημική μακρινή περιοχή, έτσι ώστε να σταματήσουν οι αντιδράσεις και οι καταγγελίες των Τούρκων. Ως καταλληλότερο χώρο δεν μπορούσε να σκεφθεί ο Όσιος άλλο τόπο εκτός το ημιερειπωμένο Μονύδριο του Καψά, όπου γεννήθηκε, βαπτίσθηκε και νυμφεύθηκε. Ετσι, η νεώτερη ιστορία της Μονής αρχίζει με την απόφαση του να εγκατασταθεί το έτος 1841 μ.Χ., στην έρημο του Καψά.

Μετά το 1840 μ.Χ. η διοίκηση της Κρήτης από τον Μουσταφά Ναϊλή Πασά ήταν συχνά ανεκτική και οι τουρκικές αρχές έδειχναν ανοχή στην ανακαίνιση μοναστηριών και στην επισκευή πολλών ιερών ναών που είχαν παραμεληθεί για αιώνες ολόκληρους. Έτσι, το 1841 μ.Χ. ο τελευταίος ιδιοκτήτης της περιοχής στην οποία βρισκόταν και το ερειπωμένο Μονύδριο του Τιμίου Προδρόμου, Χατζη-Νικόλαος Ζαφείρης από το χωριό Αγία Τριάδα Σητείας, ο οποίος την είχε αγοράσει από τον Τούρκο Δερβίς Αγά Χατζαριφάκη, παραχώρησε το σπηλαιώδη ναό και τη γύρω από το έρημο Μονύδριο έκταση στον Όσιο Ιωσήφ τον Γεροντογιάννη, ιδρυτή και ανακαινιστή της Μονής. Ο Όσιος ήταν εντελώς αγράμματος και δεν άφησε γραπτά στοιχεία για να γνωρίζουμε με σιγουριά τι βρήκε στον Καψά τότε. 

Βέβαιο είναι ότι υπήρχε ο ναός του Αγίου Ιωάννου, που όπως φαίνεται προσέλκυε πολλούς πιστούς από τα γύρω χωριά, καθώς και δύο οικήματα δίπλα στο ναό. Υπήρχε ακόμα ένα πηγάδι με υφάλμυρο νερό, εικόνα που μαρτυρεί την προΰπαρξη μοναστηριού, πάνω στα ερείπια του οποίου κτίσθηκε η νέα Μονή. Το εγκαταλελειμμένο Μονύδριο άρχισε πάλι να αποκτά ζωή και να συρρέουν προσκυνητές και ασθενείς που ήθελαν να γνωρίσουν τον ιδιότυπο ερημίτη και επιζητούσαν την ευλογία του για τη θεραπεία των ασθενειών τους.

Ο Όσιος Γεροντογιάννης έμενε σ’ ένα απόκρημνο σπήλαιο για δεκαεπτά χρόνια βορειοδυτικά του σπηλαιώδους ναού και τα παλιά κελλιά παραχωρήθηκαν στους πολυάριθμους προσκυνητές, ενώ αρκετοί ήταν και οι υποψήφιοι μοναχοί που ήθελαν να μονάσουν δίπλα στον ερημίτη, ώστε να αρχίσει να δημιουργείται ο πυρήνας της πρώτης συνοδείας του. Τα γεγονότα αυτά επέβαλαν την ανακαίνιση της Μονής, την επισκευή των παλιών κτιρίων και την ανέγερση νέων. Οι οικοδομικές εργασίες συνεχίστηκαν για αρκετά χρόνια, με εξαίρεση μία διακοπή το 1858 μ.Χ., όπου ο Γεροντογιάννης για πέντε μήνες κατέφυγε στην Κάσο, λόγω μιας νέας επανάστασης που ξέσπασε στην τουρκοκρατούμενη Κρήτη.

Το 1861 μ.Χ. προστέθηκε και το δεύτερο κλίτος της Αγίας Τριάδος στο Καθολικό της Μονής μέσα στο βράχο. Τα κτίσματα οικοδομήθηκαν σε τέσσερα επίπεδα και περιελάμβαναν κελλιά, ξενώνα, τράπεζα, μαγειρείο, φούρνο, αποθήκες και μια μεγάλη υδατοδεξαμενή για τη συλλογή των ομβρίων υδάτων.

Το 1863 μ.Χ. το μοναστήρι ήταν εντελώς έτοιμο και ο τότε Επίσκοπος Ιεράς και Σητείας Ιλαρίων τέλεσε τα εγκαίνια του Καθολικού της Μονής και προχείρισε τον κατά κόσμο Ιωάννη σε Μεγαλόσχημο Μοναχό, μετονομάζοντάς τον σε Ιωσήφ.

Ο Όσιος Γεροντογιάννης εξακολουθούσε να παραμένει στη Μονή Καψά μέχρι που ξέσπασε η επανάσταση του 1866 μ.Χ., και τότε φοβούμενος μήπως οι κατακτητές καταστρέψουν το μοναστήρι, αποφάσισε να εγκατασταθεί μαζί με τη συνοδεία του σε ένα παλιό ξεχασμένο και εγκαταλελειμμένο μοναστήρι την Αγία Σοφία, που βρίσκεται στο οροπέδιο των Αρμένων στη μέση περίπου της επαρχίας Σητείας. Στη Μονή Καψά άφησε μόνο ένα επιστάτη-μοναχό μέχρι το 1870 μ.Χ. 

Ο Όσιος και στην Αγία Σοφία ασχολήθηκε με την εκ βάθρων ανακαίνιση της Μονής και την καλλιέργεια των κτημάτων της, ώστε μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα μεταμόρφωσε κυριολεκτικά την περιοχή, γεγονός που προκέλεσε τον θαυμασμό όλων. Επειδή και εκεί πήγαιναν πολλοί προσκυνητές από τα γύρω χωριά για να τον συναντήσουν, έπεσε θύμα συκοφαντίας, οπότε επέστρεψε στην αρχική Μονή του, ύστερα από εντολή του τότε Επισκόπου Ιεράς και Σητείας Νεοφύτου.

Ο Όσιος ζούσε με έντονη άσκηση, προσευχή και νηστεία. Έτρωγε ξηρή τροφή, κυρίως ελιές, χόρτα και παξιμάδια. Τις περισσότερες ώρες της ημέρας τις περνούσε στο κελλί του προσευχόμενος. Παρακολουθούσε τις Ακολουθίες από ένα παράθυρο του κελλιού του που έβλεπε προς τον Ναό και μόνο κάθε Κυριακή, όταν κοινωνούσε τα Άχραντα Μυστήρια κατέβαινε στην Εκκλησία. Απέκτησε από τον Θεό πλούσια χαρίσματα, ώστε επιτελούσε καθημερινά πάμπολλα θαύματα σε όσους με πίστη στο Θεό πλησίαζαν κοντά του. Η φήμη του γρήγορα διαδόθηκε σε ολόκληρη την Κρήτη και στα νησιά Χάλκη, Κάσο και Σύμη, ώστε καθημερινά τον επισκέπτονταν πλήθος πιστών, ζητώντας τις σοφές συμβουλές του και οδηγίες για την καθημερινή τους ζωή. 

Άλλοι ζητούσαν τη θεραπεία τους από ασθένειες και την απαλλαγή τους από ακάθαρτα πνεύματα. Ο Γεροντογιάννης, διατηρώντας την εσωτερική κατάσταση της ησυχίας του και κινούμενος από άπειρη αγάπη προς τον πάσχοντα άνθρωπο κατά το πρότυπο του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, συμβούλευε, ενίσχυε και θεράπευε όλους τους ασθενείς, χαρίζοντάς τους με την χάρη του Κυρίου την υγεία της ψυχής και του σώματος.

Ήταν ευρύτατα γνωστό ότι ο Όσιος σταύρωνε το νερό της θάλασσας και γινόταν γλυκό. Ακόμα έριχνε το ράσο του στη θάλασσα και το χρησιμοποιούσε ως σχεδία για να μεταβαίνει τακτικά χάριν ησυχίας στο Κουφονήσι, νησί που απέχει αρκετά μίλια από τη Μονή. Επίσης ο Όσιος είχε προορατικό χάρισμα, γι’ αυτό ξεχώριζε τα κλεμμένα προϊόντα που συχνά οι προσκυνητές του έφερναν ως δώρα, ζητώντας μάλιστα απ’ αυτούς που τα έφερναν να τα γυρίσουν πίσω. Η πολυχρόνια και υπεράνθρωπη άσκηση του σώματος γρήγορα εξεσθένησαν το ασθενικό σώμα του και η φωνή του λεπτύνθηκε, ώστε μετά βίας μπορούσαν να ακούσουν οι παρευρισκόμενοι όσα τους έλεγε. Τους τελευταίους μήνες της ζωής του παρέμενε στο κελλί του κλινήρης. 

Προείδε τον θάνατό του και προσκάλεσε πριν την εκδημία του προς τον Κύριο όλη την Συνοδεία στο κελλί του για να τους ζητήσει συγχώρηση και να τους δώσει τις τελευταίες συμβουλές του. Άφησε διάδοχο του τον Μοναχό Ανανία, προείπε ό,τι θα συμβεί στη Μονή μετά τον θάνατό του και όρισε την ακριβή ημέρα και ώρα του θανάτου του. Από τον εγγονό του Ιωσήφ, Διάκονο τότε, και τον Ιερομόναχο Γεννάδιο ζήτησε να λειτουργήσουν μαζί και να τον κοινωνήσουν των Αχράντων Μυστηρίων.

Στις 6 Αυγούστου του έτους 1874 μ.Χ., αφού κοινώνησε, κάλεσε πάλι τους Πατέρες στο κελλί του, τους ζήτησε ξανά συγχώρηση, έκανε το σημείο του Σταυρού, πλάγιασε δεξιά και αφού σταύρωσε τα χέρια του οσιακά παρέδωσε την μεταμορφωμένη ψυχή του στον μεταμορφωθέντα Κύριο.

Η σωρός του έγινε λαϊκό προσκύνημα και πολύς κόσμος κατέκλυζε καθημερινά τη Μονή για να τον προσκυνήσει και να τον αποχεραιτίσει, ώστε έμεινε επί τρεις μέρες άταφος. Ταφηκε στις 9 Αυγούστου 1874 μ.Χ. μέσα στην Εκκλησία του Τιμίου Προδρόμου στη νοτιοδυτική γωνία σε πέτρινο λαξευμένο τάφο από τον εγγονό του και μετέπειτα ηγούμενο της Μονής Αρχιμ. Ιωσήφ Γεροντάκη. Αυτός, κινούμενος από την ευλάβεια του ευσεβούς λαού προς τον Όσιο, ανεκόμισε στη συνέχεια την τιμία Κάρα του αγίου, την οποία και απέθεσε στο πάνω μέρος του τάφου. Από την κοίμηση του Οσίου η ευλάβεια των πιστών προς τον Όσιο ήταν αμείωτη και μάλλον μέρα με την ημέρα αύξανε και διαδιδόταν από γενεά σε γενεά. Οι προσερχόμενοι στο Μοναστήρι, προσκυνούσαν την κάρα του Οσίου, όπως και την εικόνα του, ενώ έπαιρναν και χώμα από τον τάφο ως ευλογία και θεραπεύονταν.

Η ανακομιδή των λειψάνων του Οσίου Ιωσήφ έγινε στις 7 Μαΐου του έτους 1982 μ.Χ., δηλαδή 108 χρόνια από την κοίμησή του, ύστερα από ολονύκτια αγρυπνία και η μνήμη της γιορτάζεται την Τρίτη προς Τετάρτη της Διακαινησίμου. Τα ιερά λείψανα τοποθετήθηκαν μέσα σε αργυρή λάρνακα μαζί με την τίμια κάρα του σε περίβλεπτη θέση του ναού και εκπέμπουν άρρητη ευωδία.

Ακολουθία του οσίου αυτού συνέγραψε ο μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης, την οποία, μαζί με τον βίο του οσίου, εξέδωσε η Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Κάψα Σητείας Κρήτης, το 1993 μ.Χ.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον λόγον.
Τῆς μονῆς τοῦ Προδρόμου τὸν νέον κτίτορα, ἀσκητικῆς ἐποφθέντα ἐν τὴ ἐρήμω Καψὰ ἀγωγῆς ἀρτίως ἄστρον παμφαέστατον, στέψωμεν ἄνθεσιν ᾠδῶν καὶ προσπέσωμεν αὐτοῦ λειψάνοις τοὶς πανιέροις, ταὶς πρεσβείαις σου ἐκβοῶντες σῶσον ἠμᾶς ἐκ πειρασμῶν, Ἰωσήφ.
 
 

Ὁ Ἅγιος Μίκαλλος 

   
«Ἐγὼ εἴμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου, ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ’ ἐξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς» (Ἰωάν. η’ 12).

Ὁμιλεῖ ὁ Κύριος καὶ λέγει! Ἐγὼ εἶμαι τὸ φῶς τοῦ κόσμου, ὅλου τοῦ κόσμου.

Ἐκεῖνος ποὺ μὲ ἀκολουθεῖ μὲ ἐμπιστοσύνη ἀπόλυτη κι ἐλπίδα καὶ πρόθυμη ὑπακοὴ στὰ λόγια, αὐτὸς δὲν πρόκειται ποτὲ νὰ περιπατήσει στὸ σκοτάδι, ἀλλὰ θὰ ἔχει πάντα μέσα του ζωηφόρο καὶ πνευματικὸ φῶς ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ ζωή, τὸν Θεό, καὶ ὁδηγεῖ πάλι σ’ Αὐτόν.

Τὰ ὑπέροχα καὶ σωστικὰ τοῦτα λόγια, ποὺ βγῆκαν ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Θείου Διδασκάλου γιὰ πρώτη φορά, ἔγιναν μὲ τὸν καιρὸ σύνθημα ζωῆς ἀπὸ χιλιάδες ψυχὲς καὶ χάρισαν στὴν Ἐκκλησία τὶς ἀμέτρητες μυριάδες τῶν ἁγίων καὶ τῶν μαρτύρων τῆς πίστεως.

Τοῦτα τὰ λόγια ἔκαμαν βίωμα καὶ ζωή τους ὅλοι οἱ ἅγιοι. Τοῦτα τὰ λόγια ἔκαμε βίωμα καὶ ζωή του κι ὁ ἅγιος Μίκαλλος ὁ προσφιλὴς καὶ πολὺ σεβαστὸς ἅγιος τῶν κατοίκων τῆς ὡραίας Ἀκανθοῦς καὶ τῶν γύρω ἀπ’ αὐτὴν χωριῶν.

Μὲ τοῦτο τὸν ἅγιο θὰ ἀσχοληθοῦμε κι ἐμεῖς στὶς γραμμὲς ποὺ ἀκολουθοῦν.

Ὅπως γράφουμε κι ἀλλοῦ, ὁ ἅγιος Μίκαλλος εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς τριακόσιους ἁγίους ποὺ ᾖρθαν στὴν Κύπρο περὶ τὰ μέσα τοῦ 12ου αἰῶνα μετὰ τὴ Β’ Σταυροφορία (1147 – 1149 μ.Χ.).

Γιὰ τὴν παιδικὴ ἡλικία, τοὺς γονεῖς καὶ τὴν ἰδιαίτερη πατρίδα τοῦ ἁγίου δὲν ἔχουμε δυστυχῶς καμιὰ πληροφορία. Ἐκεῖνο ποὺ συμπεραίνουμε γι’ αὐτὸν εἶναι, πὼς ὁ ἅγιος, ὅταν ἦταν νέος, ἀναγκάστηκε γιὰ μία καλύτερη ζωὴ νὰ ξενιτευτεῖ. Πῆγε στὴ Γερμανία κι ἐργαζόταν ὡς ἐργάτης μὲ ἄλλους Ἕλληνες. Ἐκεῖ εὑρισκόμενος ἄκουσε κάποια μέρα τὸ συγκλονιστικὸ κήρυγμα ποὺ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη κηρυσσόταν παντοῦ στὶς διάφορες πόλεις καὶ χῶρες τῆς Εὐρώπης:

-Ἀδέλφια, ἐλᾶτε νὰ συνεργαστοῦμε γιὰ ἕνα ἔργο ἱερό! Οἱ Ἅγιοι Τόποι, ἐκεῖ ποὺ γεννήθηκε, μεγάλωσε, περπάτησε καὶ δίδαξε ὁ Χριστός μας, οἱ Τόποι στοὺς ὁποίους ἔκαμε τόσα θαύματα, ἀλλὰ καὶ διώχθηκε καὶ συνελήφθηκε καὶ σταυρώθηκε καὶ ἀπέθανε καὶ τάφηκε βρίσκονται κάτω ἀπὸ τὴ μωαμεθανικὴ ἐξουσία. Ἀλύπητα βασανίζονται ὅσοι τολμοῦν νὰ πᾶνε ἐκεῖ ταπεινοὶ προσκυνητές. Οἱ Ἅγιοι Τόποι πρέπει νὰ ἐλευθερωθοῦν. Καὶ σ’ αὐτὴ τὴν ἱερὴ προσπάθεια καλοῦνται ὅλοι νὰ βοηθήσουν.

Σὲ λίγο χρονικὸ διάστημα ὅσοι στὴν καρδιὰ τους ἔνιωθαν τὴν φλόγα τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ νὰ τοὺς καίει, μαζεύτηκαν καὶ δημιούργησαν μία μεγάλη στρατιὰ ποὺ ἕνα πρωὶ ξεκίνησε νὰ κάμει ἔργο τὸν πόθο, ποὺ φλόγιζε τὰ στήθια τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν. Ἡ στρατιὰ αὐτή, ἡ γνωστὴ σὰν δεύτερη σταυροφορία διαλύθηκε ἐκεῖ στὴ σημερινὴ Γιουγκοσλαβία. Ἀνάμεσα στὰ διάφορα σώματα στρατοῦ ἦταν καὶ τριακόσιοι Ἕλληνες μὲ ἀρχηγὸ κάποιο Αὐξέντη, τὸν γνωστὸ Ἅγιο Αὐξέντιο. Ὅταν ἡ στρατιὰ διαλύθηκε, οἱ Ἕλληνες μαζεύτηκαν καὶ μετὰ ἀπὸ μία ἐνθουσιώδη ὁμιλία τοῦ Ἀρχηγοῦ ἀποφάσισαν νὰ τραβήξουν πρὸς τὰ μέρη τοῦ Ἰορδάνη καὶ νὰ ζήσουν ἐκεῖ μιὰ ἀσκητικὴ ζωή, μιὰ ζωὴ πλήρους ἀφιέρωσης στὸν Θεό.

Ἡ πρόταση ἔγινε δεκτὴ μὲ ἐνθουσιασμό. Μετὰ ἀπὸ μία προσευχὴ ποὺ ἔγινε ἀπὸ μέρους ὅλων, οἱ ἄνθρωποί μας ξεκίνησαν. Πρῶτα πῆγαν καὶ προσκύνησαν ὅλοι μαζὶ στὰ Ἱεροσόλυμα. Ὕστερα προχώρησαν πρὸς τὰ ἔρημα τοῦ Ἰορδάνη μὲ σκοπὸ νὰ ἀφιερωθοῦν στὸν Θεὸ καὶ νὰ ζήσουν ἐκεῖ τὴν ζωὴ ποὺ ἀποφάσισαν, τὴ μοναχικὴ κι ἀσκητικὴ ζωή. Ἡ νηστεία, ἡ προσευχή, ἡ ἀγρυπνία, ἡ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἀλλὰ κι ἡ ἔμπρακτη ἀγάπη πρὸς ὅλους ἐκείνους ποὺ εἶχαν τὴν ἀνάγκη τους, ἦταν ἡ καθημερινή τους φροντίδα. 

Τὸ περιβάλλον δυστυχῶς καὶ εὐτυχῶς τοῦ Ἰορδάνη δὲν τοὺς βοηθοῦσε καθόλου στὴ ζωὴ ποὺ διάλεξαν νὰ ζήσουν. Οἱ ἐχθροὶ τῆς πίστεως τοῦ Χριστοῦ ποὺ μὲ φθονερὸ μάτι παρακολουθοῦσαν τὴν ζωὴ καὶ τὴν πρόοδο τῶν ἀσκητῶν στὰ μέρη ἐκεῖνα, ἄρχισαν νὰ τοὺς παρενοχλοῦν. Κι αὐτοὶ γιὰ νὰ γλιτώσουν μαζεύτηκαν μία μέρα στὴν παραλία μὲ τὸν σκοπὸ νὰ φύγουν ἀπὸ τὸν τόπο ἐκεῖνο.

Ἐδῶ βρῆκαν ἕνα καράβι, μπῆκαν μέσα καὶ ᾖρθαν στὴν Κύπρο, ποὺ ἦταν τότε ὀνομαστὴ γιὰ τὴ θεοσέβειά της. Τὸ καράβι σταμάτησε στὴν Πάφο. Μιὰ παράδοση μάλιστα λέει, πὼς τοῦτο ἐξ αἰτίας μιᾶς δυνατῆς τρικυμίας, τσακίστηκε πάνω στοὺς βράχους. Εὐτυχῶς οἱ ἄνθρωποι σώθηκαν ὅλοι πάνω στὰ συντρίμμια τοῦ καραβιοῦ καὶ βγῆκαν ἔξω στὴ στεριά. Ἀπ’ ἐδῶ σκορπίστηκαν σὲ διάφορα μέρη τοῦ Νησιοῦ κι ἔζησαν ὁ καθένας τῇ μακαρίᾳ ζωῇ μὲ τὸν δικό του τρόπο.

Αὐτὸ ἔκανε κι ὁ ἅγιος Μίκαλλος. Μὲ ὁδηγὸ τὰ λόγια του ψαλμῳδοῦ (ψαλμ. α’, 1 – 2), ποὺ βεβαιώνουν πὼς εἶναι τρισευτυχισμένος καὶ εὐλογημένος ἀπὸ τὸν Θεὸ ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀποφεύγει τὶς συναναστροφὲς μὲ ἀνθρώπους διεφθαρμένους καὶ ἀσεβεῖς καὶ ἀντίθετα ἔχει δοσμένη τὴν θέληση καὶ τὴν σκέψη του στὸν νόμο τοῦ Κυρίου καὶ Αὐτὸν μελετᾷ μέρα καὶ νύκτα, προχώρησε στὸν δρόμο ποὺ διάλεξε. Μπροστά του ἔχει πάντα τοῦ Θεοῦ τὸ θέλημα, ὅπως τὸ δίδαξε τὸ φῶς τοῦ κόσμου, ὁ Χριστός. Μὲ τὴν σκέψη σ’ Αὐτὸν βαδίζει ἀνυπόδητος, διασχίζει βουνὰ καὶ κάμπους διαβαίνει ποτάμια ὁρμητικά, χείμαρρους, χωρὶς φόβο καὶ ἀτρόμητος προχωρεῖ μέχρις ὅτου ὕστερα ἀπὸ πολλοὺς κινδύνους καὶ κόπους ἔφτασε στὰ μέρη τῆς Ἀκανθοῦς. Δύο σπήλαια ποὺ βρῆκε στὸ μέρος αὐτὸ καὶ ποὺ στέκονται ἀκόμη καὶ σήμερα τὸν κάμνουν νὰ σταματήσει καὶ νὰ διαλέξει τὸ μέρος αὐτὸ σὰν τόπο τῆς ἀσκήσεώς του.

Τὸ περιβάλλον ὑπέροχο. Θάμνοι ποικίλοι κάλυπταν καὶ καλύπτουν ἀκόμη καὶ σήμερα τὸν κάμπο γύρω κι εὐωδιάζουν. Τὰ σπήλαια εὐρύχωρα. Μπροστὰ ἁπλώνεται ἀπέραντη ἡ γαλάζια θάλασσα. Ἡσυχία ὀνειρώδης. Μόνο ὁ φλοῖσβος τῶν κυμάτων ἀκούεται σιγανὰ καὶ τὸ τραγοῦδι τῶν πουλιῶν ποὺ πετᾶνε πάνω στοὺς θάμνους ταράζει κάπως τὴν ἡσυχία τοῦ τοπίου. 

Σὲ τοῦτο τὸ μέρος ὁ Ὅσιός μας μὲ εὐγνωμοσύνη ἀπέραντη στὸν Πανάγαθο Θεὸ ἔστησε τὴ σκοπιά του καὶ κάτω ἀπὸ τὴν αἱματόβρεκτη σημαῖα τοῦ Σταυροῦ ἄρχισε τὸν ἀγῶνα. Σὲ ὅλη τὴν ὕπαρξή του μιὰ σκέψη πρυτανεύει. Ὁ Κύριος κι οἱ ἐντολές του. Καθετὶ τὸ ὑλιστικὸ τοῦ εἶναι ξένο κι ἀδιάφορο. «Σκύβαλα» θεωρεῖ ὅλα τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, τοῦ κόσμου τούτου τὰ ἀγαθά, κάνοντας μία σύγκριση αὐτῶν μὲ τὴ χαρὰ καὶ τὴν ἀνάπαυση ποὺ δίνει ὁ Χριστός. Τὰ λόγια τοῦ ἱεροῦ ὑμνογράφου βρίσκουν κι ἐδῶ πλήρη τὴν ἐφαρμογή τους.

«Τοὶς ἐρημικοὶς ζωὴ μακαρίᾳ ἐστι, θεϊκῶ ἔρωτι πτερουμένοις». Δηλαδὴ ἡ ζωὴ αὐτῶν ποὺ γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πηγαίνουν καὶ ἐγκαθίστανται στὴν ἔρημο μακριὰ ἀπὸ τὸν κόσμο, εἶναι ζωὴ μακαρία, εὐλογημένη. Κι εἶναι ἡ ζωὴ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων τέτοια, γιατί οἱ μοναχοὶ εἶναι ἐλεύθεροι ἀπὸ κάθε ταραχὴ καὶ φροντίδα τοῦ κόσμου. Αὐτοὶ συνέχεια ἔχουν στὴ σκέψη τὸν Θεό, καὶ πρὸς Αὐτὸν στρέφονται πάντα μὲ μία ἀγάπη κι ἕνα ἔρωτα φλογερὸ κι ἀδιάκοπο. Μοναδικὸ μέλημα καὶ φροντίδα τους ἔχουν ἕνα πρᾶγμα. Νὰ ἀρέσουν σ’ Αὐτόν.

Αὐτὸ τὸ μέλημα καὶ τούτη τὴ φροντίδα ἔχει καὶ ὁ Ὅσιος μας: τὸν Κύριο. Σ’ Αὐτὸν προσφέρει κάθε στιγμὴ καὶ ὤρα τὸν ἑαυτό του. Πόθος καὶ παλμὸς κι ἀγῶνας του καθημερινός, πῶς νὰ γίνει ἄνθρωπος ἀρετῆς καὶ νὰ ἀρέσει στὸν Θεό. Τὰ λόγια του ἐπιστήθιου φίλου τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Ἰωάννου, εἶναι συνέχεια μπροστά του. «Ὁ κόσμος παράγεται καὶ ἡ ἐπιθυμία αὐτοῦ, ὁ δὲ ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου μένει εἰς τὸν αἰῶνα» (Α’ Ἰωάν. στ’ 17). Τοῦτος ὁ μάταιος κόσμος κι οἱ ἁμαρτωλὲς ἐπιθυμίες τοῦ ἐγὼ παρέρχονται καὶ μαζί τους ὅλα ὅσα ἐπιθυμοῦν οἱ ἄνθρωποι νὰ κατέχουν μέσα σ' αὐτόν. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ ἀγαπᾷ τὸν Θεὸ καὶ ἐκτελεῖ τὸ θέλημά Του δὲν παρέρχεται. Μένει αἰώνια. Δία τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐγκατέλειψε κι αὐτὸς τὸν κόσμο καὶ τὰ τοῦ κόσμου. 

Προσπάθειά του μοναδικὴ ἔγινε τώρα ἡ πρόοδός του στὴν ἀρετή. Τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου μελετᾷ καθημερινὰ μὲ προσοχὴ καὶ εὐλάβεια στὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο. Μὲ τὴν προσευχὴ ἐπίσης τὴ θερμή, τὴν ἀγρυπνία, τὴ νηστεία ἀνεβαίνει καθημερινὰ τῆς ἀρετῆς τὰ σκαλοπάτια. Μὲ τοῦτα τὰ μέσα, ἀφοῦ σταύρωσε «τὴν σάρκα σὺν τοὶς παθήμασι καὶ ταὶς ἐπιθυμίαις» ὅπως λέει ὁ θεῖος Ἀπόστολος (Γαλ. ε’, 24), ἐλεύθερος πιὰ βαδίζει σταθερὰ γιὰ νὰ φτάσει κάποια μέρα ἐκεῖ ποὺ βασιλεύει ἀδιάκοπα ἡ αἰώνια μακαριότητα.



Στὸ ἀπόμερο κι ὑπέροχο τοῦτο μέρος τῆς μαρτυρικῆς μας Κύπρου τὸ ποτισμένο μὲ αἵματα καὶ δάκρυα τόσων ὁσίων καὶ μαρτύρων ἔζησε ὁ Ἅγιός μας χρόνια πολλὰ μὲ βασικὴ τροφὴ χόρτα τοῦ κάμπου καὶ ρίζες καὶ τρυφερὲς μύτες ἀπὸ ἀγριοβότανα. Λιτὴ ἡ διατροφή του. Πλούσια ἡ χαρὰ κι ἡ γαλήνη τῆς καρδιᾶς του. Πλουσιώτερη ἡ προσφορά του στὶς διψασμένες γιὰ παρηγοριὰ καὶ φωτισμὸ ψυχές, ποὺ ἀπ’ τὶς πρῶτες μέρες ποὺ τὸν γνώρισαν δὲν ἔπαψαν συχνὰ νὰ τὸν ἐπισκέπτονται καὶ νὰ ἐκζητοῦν τὴ βοήθειά του. 

Βοήθεια στὶς δυσκολίες καὶ τοὺς διωγμοὺς ποὺ ἀντιμετώπιζαν ἀπὸ τοὺς σκληροὺς κατακτητὲς τῆς νήσου μας, τοὺς Φράγκους. Ἀλλὰ καὶ βοήθεια στὶς διάφορες ἀρρώστιες ποὺ ἔδερναν τοὺς κατοίκους τοῦ πονεμένου αὐτοῦ τόπου. Καθημερινά, σὲ διάφορες ὧρες, πλήθη χριστιανῶν τὸν ἐπεσκέπτοντο γιὰ νὰ ἀκούσουν τὰ λόγια καὶ τὶς συμβουλές του ἢ γιὰ νὰ ζητήσουν τὴ θεραπεία τῶν ἀσθενῶν τους ποὺ τοῦ ἔφερναν.

Ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ πλούσια εἶχε σκηνώσει στὴν ψυχή, τοῦ χάριζε τὴν πολυπόθητη ὑγεία σὲ ὅσους μὲ εἰλικρινῆ μετάνοια τὸν ἐπεσκέπτοντο καὶ μὲ πίστη βαθιὰ ζητοῦσαν ἀπὸ τὶς προσευχές του τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.

Κανένας δὲν ἔφευγε ἀπὸ τὸ ἀσκητήριό του δυσαρεστημένος. Ἡ ἁγιότητά του εἶχε διαλάμψει στὸ νοητὸ τῆς Ἐκκλησίας στερέωμα. Καὶ ὅταν ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ τὸν εἶχε καλέσει γιὰ νὰ τὸν ξεκουράσει στὴν πέραν τοῦ τάφου ζωή, ἥρεμα ὁ Ἅγιος παρέδωσε τὴν ψυχή του στὶς 7 Αὐγούστου στὰ χέρια Ἐκείνου ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἔλαβε δόξα ἄφθιτο καὶ μακαριότητα αἰώνια. Ἡ θαυματουργική του δύναμη συνεχίζεται καὶ σήμερα σὲ ὅσους μὲ πίστη ἐπισκέπτονταν μέχρι τὴν ἐπιδρομὴ τοῦ βάρβαρου Ἀττίλα τὸ 1974 τὸ ἐκκλησάκι του, ποὺ βρισκόταν δίπλα στὰ σπήλαια καὶ ἐπλένοντο μὲ τὸ ἁγίασμά του, ἐλάμβαναν τὴ θεραπεία στὴν ἀρρώστια τους καὶ τὴν παρηγοριὰ στὴ δοκιμασία τους.

Ἡ θαυματουργικὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Μίκαλλου ἀνεφέρετο στὴ θεραπεία τῆς μαλάριας καὶ τῆς λέπρας. Ἐπίσης οἱ μητέρες ποὺ θήλαζαν τὰ παιδάκια τους, ὅταν δὲν εἶχαν γάλα, πήγαιναν στὴ χάρη του μὲ πίστη, θήλαζαν ἀπὸ τοὺς σταλακτῖτες ποὺ ἤσαν στὰ σπήλαια καὶ ἐπεκαλοῦντο τὴ βοήθειά του, τὴν ὁποίαν καὶ ἐλάμβαναν πλουσία. Ἄρρητη εὐωδία, ἀναφέρουν οἱ παλαιοί, ξεχυνόταν ἀπὸ τὰ δύο σπήλαια μέχρι τελευταῖα, ποὺ ἔφθανε γύρω στὰ χωράφια ποὺ καλλιεργοῦσαν οἱ ἀγρότες τῆς Ἀκανθοῦς. Δίπλα στὰ σπήλαια ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει ἀκόμη μιὰ θαλερὴ μυρτιά, «ἡ μυρτιὰ τοῦ Ὁσίου Μίκαλλου» στὴν ὁποία ἀποδίδονταν πλούσιες θαυματουργικὲς ἰδιότητες.

Μὲ τὴν καρδιὰ σφιγμένη, ἀλλὰ καὶ λουσμένη στὰ δάκρυα μιᾶς εἰλικρινοῦς μετανοίας καλοῦνται οἱ κάτοικοι τῆς πονεμένης Ἀκανθοῦς ὅπου κι ἂν βρίσκονται, καὶ μαζὶ μ’ αὐτοὺς καὶ ὅλοι οἱ πιστοὶ χριστιανοὶ τῆς ἠρωοτόκου Κύπρου, τῆς νήσου ποὺ τὴν ἁγιάζουν τόσοι ἅγιοι, μαζὶ κι ὁ Ὅσιος Μίκαλλος γιὰ τὸν ὁποῖο ὁμιλοῦμε, νὰ ἐνθυμοῦνται πάντα, μὰ καὶ ὅλοι νὰ ἐνθυμούμαστε συχνά – πυκνά, τούτη τὴν ἀλήθεια:

Ἡ εἰλικρινὴς μετάνοια εἶναι τὸ μοναδικὸ μέσο γιὰ νὰ μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος κάθε φορὰ νὰ ἐπιτυγχάνει τὴν ἔξοδό του ἀπὸ τὶς συμφορὲς ποὺ τὸν δέρνουν καὶ τὸν στενοχωροῦν. Ἡ ἀληθινὴ μετάνοια εἶναι ἡ δύναμη ποὺ ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο, καὶ τὸν πιὸ ἁμαρτωλό, στὸν δρόμο τῆς σωτηρίας. Αὐτὸ τὸ μέσο, αὐτὸ τὸ φάρμακο καλούμαστε νὰ χρησιμοποιήσουμε κι ἐμεῖς, τοῦτο τὸν καιρό, ἂν θέλουμε νὰ σωθοῦμε καὶ νὰ ἐπιτύχουμε ξανὰ τὴ λύτρωση καὶ τὴν σωτηρία μας. 

Εἶναι καιρὸς μὲ συντριβὴ ψυχῆς νὰ μετανιώσουμε, νὰ κλάψουμε γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας καὶ μὲ εἰλικρινὴ ἐξομολόγηση νὰ ζητήσουμε νὰ λάβουμε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Καὶ θὰ τὸ λάβουμε. Θὰ μᾶς τὸ χαρίσει ἡ εὐσπλαχνία του. Καὶ θὰ ἐπιτύχουμε τὴν λύτρωση ποὺ ποθοῦμε. Τότε ἐλεύθεροι θὰ ξαναγυρίσουμε καὶ πάλι στὰ ἀγαπημένα μέρη. Θὰ ξαναπᾶμε στὰ χωριά μας. Θὰ ξανακτυπήσουν οἱ καμπάνες τῶν ἐκκλησιῶν ποὺ οἱ βάρβαροί του Ἀττίλα δὲν κατέστρεψαν καὶ θὰ ξαναλειτουργηθοῦμε σ' αὐτές. Μὲ ἀνείπωτη χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση θὰ ἀπευθύνουμε καὶ πάλι θερμὰ τὰ εὐχαριστῶ μας στὸν Κύριο, τὴν Παναγία Μητέρα Του καὶ μητέρα ὅλων μας καὶ στοὺς Ἁγίους μας.

Τότε μὲ χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση θὰ ψάλλουμε καὶ πάλι τοῦ ψαλμῳδοῦ μας τὸν ἐπίκαιρο στίχο. «Αὕτη ἡ ἡμέρα ἣν ἐποίησεν ὁ Κύριος ἀγαλλιασώμεθα καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ».

 Ἅγιοί της Κύπρου μας, Ἅγιε Μίκαλλε, δῶστε, σᾶς παρακαλοῦμε, ἡ ἡμέρα αὐτὴ νὰ ἔρθει τὸ συντομώτερο. Ἀμήν.

Ἀπολυτίκιο Ἦχος α’. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος.

Τῆς ἐρήμου πολίτης, καὶ ἐν σώματι ἄγγελος, καὶ θαυματουργὸς ἀνεδείχθης, θεφόρε πατὴρ ἡμῶν Μίκαλλε, νηστείρ, ἀγρυπνία, προσευχή, οὐράνια χαρίσματα λαβῶν θεραπεύεις τοὺς νοσοῦντας, καὶ τᾶς ψυχᾶς τῶν πίστει προστρεχόντων σοι. Δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχὺν δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.

 Ἕτερον ἀπολυτίκιο ὑπὸ Χαραλάμπους Μ. Μπούσια. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Χριστῷ εὐηρέστησας ὁσιακὴ ἀγωγή, θεσπέσιε Μίκαλλε, ἐν τοὶς σπηλαίοις τῆς γῆς οἰκήσας ὡς ἄσαρκος, εὖχος καὶ ἀντιλήπτωρ Ἀκανθοῦς τῆς ἐν Κύπρῳ, πρέσβευε δωρηθήναι τοὶς πιστοὶς οὐρανόθεν ὑγείαν καὶ εἰρήνην ψυχῶν ἀδιατάρακτον.
 

Ανακομιδή Ιερών Λειψάνων του Αγίου Μητροφάνη πρώτου επισκόπου Βορονεζίας

Δεν έχουμε λεπτομέριες για το γεγονός.

Άγιος Δονάτος Επίσκοπος Ευροίας Ηπείρου

   
Η μνήμη του Αγίου Δονάτου Επισκόπου Ευροίας τιμάται στις 30 Απριλίου. Στην τοπική παράδοση όμως της Λευκάδας, ο εορτασμός γίνεται στις 7 Αυγούστου σύμφωνα και με χειρόγραφο της Αθωνικής Μονής Μεγίστης Λαύρας (βλ. Ζαμπέλη Γερασ., Πρωτοπρ., Ιστορία…, ό.π., σελ. 51).


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ'. Ταχύ προκατάλαβε.
Ἐκ γῆς ὁ καλέσας σέ πρός οὐρανίους σκηνάς, τηρεῖ καί μετά θάνατον ἀδιαλώβητον τό σῶμα σου Ἅγιε Δονᾶτε μακάριε· σύ γάρ ἐν σωφροσύνῃ καί σεμνῇ πολιτείᾳ, μάκαρ ἐπολιτεύσω, μή μολύνας τήν σάρκα. Διό ἐν παῤῥησίᾳ Χριστῷ πρέσβευε σωθῆναι ἡμᾶς.
 

Όσιος Αγάθων

   
Για τον κτίτορα της ιεράς μονής Αγάθωνος, που τιμάται στην Παναγία, λόγω της εκεί θαυματουργής εικόνας της Θεοτόκου, και στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος, λείπουν πολλά βιογραφικά στοιχεία.

Μετά την καθίζηση πλησιόχωρης μονής και την ανεύρεση της εικόνας της Θεοτόκου υπό του οσίου, κτίσθηκε από τον ίδιο η νέα σημερινή μονή, η οποία έλαβε από τους μαθητές του οσίου το όνομα του κτίτορος και πρώτου ηγουμένου της.

Κατά νεώτερες έρευνες ο βίος του οσίου Αγάθωνος σχετίζεται με τον βίο του εξ Υπάτης οσίου Αθανασίου του Μετεωρίτη (βλέπε 20 Απριλίου), τον οποίο ο Αγάθων ακολούθησε στο Άγιο Όρος. Έτσι ο όσιος Αγάθων συναριθμείται και συντιμάται μετά των Αγιορειτών οσίων και ο χρόνος της ακμής του ορίζεται ο 14ος αιώνας μ.Χ. Αξίζει να σημειωθεί πως και στο Άγιο Όρος και στην πρώτη μεγάλη μονή των Μετεώρων, που ίδρυσε ο όσιος Αθανάσιος, τιμάται η Θεοτόκος και η Μεταμόρφωση του Σωτήρος.

Το 1959 μ.Χ. στη νότια πλευρά του ωραίου Καθολικού της ιεράς μονής, κατόπιν ανασκαφών, βρέθηκε ο τάφος του οσίου και τα χαριτόβρυτα τίμια λείψανά του.

Η αρχαιότερη εικόνα του αγίου είναι σε τοιχογραφία του 16ου αιώνος μ.Χ. στο παρεκκλήσι της μονής του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Ανέκδοτη «Ἀσματική Ἀκολουθία τοῦ ὁσίου καί θεοφόρου πατρός ἡμῶν Ἀγάθωνος, κτίτορος τῆς ἐν Φθιώτιδι ὁμωνύμου μονῆς, ποιηθεῖσα ἐν Ἁγίῳ Ὄρει ὑπό τοῦ ἀειμνήστου μοναχοῦ Γερασίμου Μικραγιαννανίτου, Ὑμνογράφου τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας» υπάρχει στη μονή του.

Η μνήμη του τιμάται στις 7 Αυγούστου.

Ο όσιος Αγάθων αποτελεί κεντρική μορφή του φθιωτικού μοναχισμού και η φημισμένη μονή του προσέφερε πολλά στους αγώνες του Έθνους και σήμερα αποτελεί πανρουμελιωτικό θεομητορικό προσκύνημα.
 

Οσία Θεοδώρα της Σύχλας


Η Οσία Θεοδώρα της Σύχλας είναι μια από τις σπουδαιότερες μοναχές που έζησαν στα ρουμανικά μοναστήρια. Γεννήθηκε στο χωριό Βινατόρι της επαρχίας Νεάμτς το πρώτο μισό του 17ου μ.Χ. αιώνα. Ο πατέρας της Στέφανος Γιόλντεα ήταν φύλακας του φρουρίου Νεάμτς.

Μετά τον θάνατο της αδελφής της Μαργαρίτας, η Θεοδώρα παντρεύθηκε τον Ελευθέριο, έναν νεαρό από το Ισμαήλ (πόλις της Ρουμανίας). Μα επειδή δεν μπορούσαν να κάνουν παιδιά, πήγαν και οι δύο σε μοναστήρια. Η μακαρία Θεοδώρα φόρεσε το μοναχικό ένδυμα στην σκήτη Βαρζαρέστ της επαρχίας Ρίμνικ Σαράτ, ενώ ο σύζυγός της Ελευθέριος στην σκήτη Μάρε Ποϊάνα (Μεγάλο Ξέφωτο).

Όταν καταστράφηκε η σκήτη από τους τούρκους, η Θεοδώρα έγινε ησυχάστρια στα βουνά του Μπουζάου. Κατόπιν, όταν εισέβαλαν οι τούρκοι και στην κοιλάδα του Μπουζάου, η οσία Θεοδώρα κρύφθηκε στα όρη με την πνευματική της Μητέρα, την Μεγαλόσχημη μοναχή Παϊσία. Εκεί αγωνίσθηκαν μερικά χρόνια με νηστεία και αγρυπνία, υπομένοντας με ανδρικό φρόνημα την πείνα, το ψύχος και άλλους, αγνώστους σ’ εμάς, πειρασμούς του διαβόλου. Αλλά αντιπαλεύοντας η μακαρία με την φλογερή προσευχή της, τα υπέμενε όλα, αφού γευόταν τις μυστικές παρηγοριές του Αγίου Πνεύματος.

Όταν εκοιμήθη στο όρος η πνευματική της Μητέρα μεταξύ των ετών 1670 – 1675 μ.χ., η οσία Θεοδώρα έλαβε πληροφορία από τον Θεό να πάει στα βουνά του Νεάμτς. Εκεί, αφού προσκύνησε την θαυματουργό Εικόνα της Μητέρας του Κυρίου που ήταν στην μεγάλη Λαύρα, πήγε να συμβουλευθεί τον ηγούμενο της σκήτης Συχαστρίας, ιερομόναχο μεγαλόσχημο Βαρσανούφιο. Αυτός πληροφορήθηκε στην καρδιά του ότι η Θεοδώρα επιθυμεί την ερημική ζωή και γνώρισε από το Άγιο Πνεύμα την αρετή της. 

Πρώτα της μετέδωσε το Άγιο Σώμα και Αίμα του Χριστού. Κατόπιν, δίνοντάς της για πνευματικό οδηγό τον Πνευματικό Παύλο, της είπε: να πάει να ζήσει για ένα χρόνο στα δάση των βουνών της Σύχλας. Αν καταφέρει με την Χάρη του Θεού να υπομείνει τις δυσκολίες και τους φοβερούς πειρασμούς του διαβόλου, να μείνει εκεί μέχρι τον θάνατο της. Εάν όμως δεν τα καταφέρει να υπομείνει, να επιστρέψει σ’ ένα γυναικείο μοναστήρι και εκεί να εργάζεται με ταπείνωση την σωτηρία της ψυχής της.

Αναζητώντας ο όσιος Παύλος ένα ερημικό κελλί για την μακαρία Θεοδώρα και μη ευρίσκοντας, συνάντησε έναν γέροντα ησυχαστή, που ασκήτευε κάτω από κάτι βράχους της Σύχλας. Αυτός, έχοντας το προορατικό χάρισμα, έδωσε στην Θεοδώρα το κελλί του και ο ίδιος πήγε σε άλλο ερημικότερο καλυβόσπιτο.

Σ’ αυτό το κελλί αγωνίσθηκε η οσία Θεοδώρα περίπου 30 χρόνια, δοξάζοντας ακατάπαυστα τον Θεό και υπερνικώντας με υπομονή και ταπείνωση όλες τις παγίδες του εχθρού. Επειδή ενισχύετο με την άνωθεν δύναμη, δεν κατέβηκε πλέον από το βουνό, ούτε ανθρώπινη βοήθεια δέχθηκε από κανέναν. Μόνο ο μακάριος Παύλος, ο Πνευματικός της, ανέβαινε μόνος του από καιρό σε καιρό στο κελλί της με τα Άχραντα Μυστήρια και έτσι πάντοτε αγωνίσθηκε σ’ όλη την ζωή της. 

Μ’ αυτή την αγγελική πολιτεία τόσο πολύ προόδευσε η οσία, ώστε έκανε αγρυπνίες όλες τις νύκτες με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό, μέχρι να έλθουν τα χαράματα και το πρόσωπό της έλαμπε. Ύστερα αναπαυόταν δύο ώρες και πάλι άρχιζε. Τροφή λάμβανε μόνο μια φορά κάθε δεύτερη ημέρα, λίγο παξιμάδι με χόρτα του δάσους, φτέρη και ξυνήθρα (λάπαθο), το οποίο μέχρι τώρα ονομάζεται «Το λάπαθο της αγίας Θεοδώρας».

Νερό συγκέντρωνε από το βρόχινο, μέσα σ’ ένα κοίλωμα ενός βράχου, που μέχρι σήμερα ονομάζεται «Το πηγάδι της οσίας Θεοδώρας». Και ένα παράδοξο θαύμα είναι ότι, το νερό δεν τελειώνει ποτέ απ’ αυτό το κοίλωμα του βράχου. Αργότερα όταν κοιμήθηκε ο όσιος Παύλος, η μακαρία Θεοδώρα απέμεινε μόνη της, έχοντας μόνο την πρόνοια του Θεού.

Κάποτε, όταν εισέβαλαν οι τούρκοι μέσα στα χωριά και τα μοναστήρια της περιοχής Νεάμτς, τα δάση γέμισαν από χωρικούς και μοναχούς. Τότε έφθασαν και μερικές μοναχές στο κελλί της οσίας Θεοδώρας. Η μακαρία Θεοδώρα τους έδωσε το κελλί της και μετέβη σε μια άλλη κοντινή σπηλιά και συνέχισε εκεί μόνη της την άσκηση, άγνωστη απ’ όλους. Την νύκτα αναπαυόταν λίγο επάνω σε μια πέτρινη πλάκα, η οποία φαίνεται μέχρι σήμερα.

Κάποτε μια συμμορία από τούρκους που περιπλανιόταν στα βουνά της Σύχλας έφθασε στην σπηλιά της Οσίας Θεοδώρας. Τότε όρμησαν κατ’ επάνω της για να την εξοντώσουν. Μα η αγία έπεσε στα γόνατα, σήκωσε τα χέρια της προς τον Θεό και προσευχήθηκε. Εκείνη την στιγμή άνοιξε θαυματουργικά ο τοίχος της σπηλιάς. Αμέσως η νύμφη του Χριστού έφυγε από εκεί, κρύφθηκε στα δάση και έτσι γλύτωσε από τον θάνατο.

Σαράντα ημέρες πριν από το μακάριο τέλος της, προσευχήθηκε στον Θεό να της στείλει έναν ιερέα, για να μεταλάβει τα Πανάχραντα Μυστήρια. Και ο Κύριος δεν άφησε απαρατήρητη την ψυχική της επιθυμία.

Ο ηγούμενος της Συχαστρίας είχε παρατηρήσει ότι κοπάδια από πουλιά με ψίχουλα στο ράμφος τους, πετούσαν προς το βουνό της Σύχλας. Συλλογίστηκε λοιπόν μήπως εκεί ζει κανένας άγιος ησυχαστής. Έτσι, έστειλε δύο αδελφούς να παρακολουθήσουν που πηγαίνουν αυτά τα πουλιά. Οι μοναχοί, όταν βράδιασε είδαν μια στήλη φωτός να υψώνεται στον ουρανό. Όταν την πλησίασαν, είδαν την Οσία Θεοδώρα να λάμπει σαν ήλιος στο πρόσωπο, να προσεύχεται με τα χέρια υψωμένα και να μη πατάει στο έδαφος.

Αμέσως οι μοναχοί, επέστρεψαν στο μοναστήρι τους και ο ηγούμενος, τους έστειλε πάλι στην Οσία Θεοδώρα μαζί με τον Πναευματικό Αντώνιο και τον διάκονο Λαυρέντιο.

Στην αρχή η οσία τους αφηγήθηκε την ζωή της, κατόπιν απήγγειλε το «Πιστεύω», μετέλαβε τα Θεία Μυστήρια και, ζητώντας ευλογία από τον ιερέα, είπε: «Δόξα σοι ο Θεός, πάντων ένεκεν». Την ίδια στιγμή η αγία Θεοδώρα παρέδωσε την μακαρία ψυχή της στην αγκαλιά του Χριστού, ενώ το σώμα της ευωδίασε.

Κηδεύθηκε και τοποθετήθηκε τιμητικώς από τους πατέρας στην σπηλιά, όπου ασκήτευσε.

Η είδηση για την ζωή και τον θάνατο της Οσίας Θεοδώρας της Σύχλας διαδόθηκε γρήγορα σ’ όλα τα μοναστήρια, στα χωριά της Μολδαβίας, μέχρι ακόμη και το άλλο μέρος των συνόρων. Γι’ αυτό έτρεχαν στην σπηλιά της πιστοί από τα χωριά, προ παντός ασθενείς, και θεραπεύονταν από τις διάφορες αρρώστιες τους, ενώ πολλοί πλένονταν με νερό από το πηγάδι της και λάμβαναν βοήθεια και παρηγοριά.

Το άγιο σώμα της οσίας Θεοδώρας της Σύχλας έμεινε στην σπηλιά για εκατό περίπου χρόνια. Μεταξύ των ετών 1828 μ.Χ. και 1834 μ.Χ. τα άγια Λείψανά της μετεφέρθηκαν στο Κίεβο και τοποθετήθηκαν στις κατακόμβες του μοναστηριού Πετσέρσκα με την επιγραφή «Η αγία Θεοδώρα των Καρπαθίων», όπου και υπάρχουν μέχρι σήμερα. Η ψυχή της όμως τώρα προσεύχεται πάντοτε μπροστά στην Παναγία Τριάδα για όλο τον κόσμο.
 

Πηγές:http://www.saint.gr/index.aspx
http://www.synaxarion.gr/gr/m/8/d/7/sxsaintlist.aspx

«Πᾶνος»     

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου