Πέμπτη 12 Μαρτίου 2020

Δημήτρης Νατσιός: Στά ἅγια δισκοπότηρα ὀφείλουμε τήν λευτεριά μας



Στὴν ἄκρη μιᾶς μικρῆς λίμνης ξεδιψοῦσαν κάποια περιστέρια. Λίγο πιὸ πέρα, ἀναπηδοῦσαν ἔξω ἀπὸ τὸ νερό, παίζοντας, λίγα βατράχια. Ξαφνικὰ κάποιος ἔριξε μιὰ μεγάλη πέτρα. Τὰ νερὰ ἀναταράχτηκαν. Τότε, τὰ μὲν περιστέρια ὑψώθηκαν στὸν οὐρανό, οἱ δὲ βάτραχοι ὅρμησαν καὶ βούτηξαν στὴ λάσπη, κοάζοντας, καὶ δὲν ξαναφάνηκαν. Ὁ μῦθος εἶναι τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, τοῦ οὐρανοφάντορος...

Συμβαίνει αὐτὸ ποὺ συμβαίνει, μὲ τὸν λεγόμενο κορονοϊό. Ἔπεσε μιὰ τρανὴ κοτρόνα στὴν λίμνη τῆς ἀφασίας καὶ τῆς περιρρέουσας εὐδαιμονίας. Ταράχτηκαν πολλοὶ καὶ πολύ. Ταράχτηκαν οἱ ἐκκλησιομάχοι τῆς ἀγραβάτωτης θολοκουλτούρας. 

Ταράχτηκαν καὶ οἱ ἁβροδίαιτοι τζιτζιφιόγκοι τῶν τηλεοπτικῶν ἀναθυμιάσεων, οἱ βάτραχοι τῆς τιποτολογίας. Πῶς ἀντιδροῦν; Βούτηξαν στὴ λάσπη καὶ κοάζουν: φταίει ἡ Θεία Κοινωνία. Τὰ περιστέρια ὅμως, τὰ παιδιὰ τοῦ Χριστοῦ μας, πετοῦν ψηλά, ὑψιπέτες ἀετοί.

Τὰ ἴδια λασπώδη βατράχια βάλλουν καὶ κατὰ τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων τῆς Πατρίδας ποὺ τὴν ὑπερασπίζονται καὶ ἀποκρούουν τὰ μαινόμενα ταγκαλάκια τοῦ τουρκοερτογάν στὸν Ἕβρο. Χωμένοι στὸν βοῦρκο τους ψελλίζουν τὶς συνήθεις μαγαρισιές: οἱ φασίστες - οἱ Ἔνοπλες Δυνάμεις μας - δὲν ἀφήνουν τοὺς ταλαίπωρους Πακιστανοὺς καὶ Ἀφγανοὺς νὰ κυριεύσουν τὴν Πατρίδα... 

Πιάνουμε τὴν μύτη, μᾶς πνίγει ἡ δυσωδία τους... Καὶ ἀναρωτιέσαι περίλυπος: μὰ ὑπάρχουν Ἕλληνες ποὺ στηρίζουν καὶ ψηφίζουν αὐτὸ τὸ καρκίνωμα;

Θυμᾶμαι, εἶχα διαβάσει, ὅτι ρώτησαν τὸν ἅγιο Ἰουστῖνο Πόποβιτς: «Τί θὰ κάνεις Γέροντα, ἂν ἀκούσεις ὅτι γίνεται πόλεμος;» Ἀπάντησε: «θὰ μπῶ στὸ ναὸ καὶ θὰ κάνω μιὰ Θεία Λειτουργία παιδί μου!!».


Ναί, οἱ Θεῖες Λειτουργίες, τὸ μυστήριο τῆς Θείας Κοινωνίας κράτησε καὶ κρατᾶ καὶ θὰ κρατήσει πατρίδα μας. Τὰ ἅγια δισκοπότηρα ἀπελευθέρωσαν τὴν Ἑλλάδα.

Διαβάζω στὸν β' τόμο τῶν «Ἁπάντων» τοῦ Γ. Τερτσέτη, σελ. 322, ἀπὸ ὁμιλία του στὶς 25 Μαρτίου 1869.

«Κύριοι ἀκροαταί, εἰς τὰ 1822 πολεμιστὴς στρατιώτης περίφημος ἐπῆγε εἰς σεβάσμιον πνευματικὸν νὰ ξομολογηθεῖ, νὰ μεταλάβει. Ἐξωμολογήθη, ὁ πνευματικός τὸν εὐχήθη, τὸν ἐχάϊδευεν, ἀλλὰ τοῦ εἶπε: δὲν μπορῶ νὰ σὲ δώσω μεταλαβιά. - Διατί; - Χύνεις αἷμα ἀνθρώπινον! Ὠργίσθη ὁ στρατιώτης καὶ ἔτρεξε παραπονούμενος εἰς τὸν ἐπίσκοπον Μεθώνης. 

Τὴν Κυριακήν, τοῦ λέγει, νὰ εἶσαι εἰς τὴν λειτουργίαν, νὰ εἶσαι πλησίον μου. Ἦλθε ἡ Κυριακή, ψάλλεται ἡ λειτουργία. Ὁ Δεσπότης εἰς τὴν μεσινὴν θύρα, εἰς τὴν ὥρα τῆς μεταλαβιὰς κρατῶντας τὸ δισκοπότηρο, φωνάζει τὸν στρατιώτη, ἔλα τοῦ λέγει, πᾶρε, κράτει τὸ δισκοπότηρο∙ μετάλαβε μὲ τὰ ἴδια σου τὰ χέρια. 

Τὰ χέρια σου εἶναι πλέον ἀθῶα καὶ πλέον εὐεργετικὰ εἰς τὴν πατρίδα ἀπὸ τὰ εἰδικά μας. Ἡμεῖς οἱ ἱερεῖς δεόμεθα τὸν Ὕψιστο μὲ τὴ φωνή, ἐσὺ σταίνοντας τὰ στήθη σου εἰς τὰ βόλια τοῦ ἐχθροῦ».

(Αὐτοὶ εἶναι ἐπίσκοποι, καπεταναῖοι τοῦ Γένους, ποὺ ὅταν οἱ περιστάσεις τὸ ἀπαιτοῦσαν, ὑψώνονταν σὰν περιστέρια ψηλὰ ἀπὸ ἐντολὲς καὶ ἐντάλματα ἀνθρώπων. Τέτοιοι μᾶς ἀπελευθέρωσαν, ἐνῶ σήμερα ἀκοῦμε "ἱερὲς μουρμοῦρες" κάποιων ὑποταγμένων στὰ σκύβαλα τοῦ κόσμου. Εἶναι προδοσία, κατὰ τῆς ἀμωμήτου Πίστεώς μας, ἡ ὑποχώρηση στὶς τσιρίδες τῶν χριστομάχων).

Βαλτέτσι, 12 Μαΐου 1821. Τὸ γιαταγάνι τοῦ Νικηταρά τοῦ Τουρκοφάγου, γονατίζει τὴν ὑπερφίαλη Τουρκιά. 



«Ἐκείνην τὴν ἡμέρα» ὑπαγορεύει ὁ Κολοκοτρώνης στὰ Ἀπομνημονεύματά του, «ἦταν ἡμέρα Παρασκευὴ καὶ ἔβαλα λόγον, ὅτι: Πρέπει νὰ νηστεύσωμεν ὅλοι διὰ δοξολογίαν ἐκείνης τῆς ἡμέρας καὶ νὰ δοξάζεται αἰῶνας αἰώνων ἕως οὐ στέκη τὸ ἔθνος, διότι ἦτον ἡ ἐλευθερία τῆς πατρίδος».


Δημήτριος Καλλίμαχος
20 Ἰουνίου 1913. Μάχη τοῦ Κιλκίς. Διαβάζω στὸ βιβλίο «Ἀθάνατη Ἑλλὰς» τοῦ Δ. Καλλιμάχου, ἐθελοντοῦ ἱεροκήρυκος τῆς Ε' Μεραρχίας: «Ἐπέρασεν ὡραία ἡ νυχτιὰ κατόπιν ἑνὸς μεγαλειώδους θριάμβου. Καὶ τὴν ἐπαύριον τὴν αὐγήν τῆς 20 Ἰουνίου, ἐνῶ οἱ πρῶτες ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου ἐρρόδιζον τὰς κορυφὰς τῶν μενεξεδένιων ὀροσειρῶν τοῦ Μπέλες, ἤκουσα καὶ τὸ τραγούδι τῶν παλληκαριῶν μας. Ἦτο ἡ ἑωθινή των προσευχή. Ἐσταυροκοπήθησαν καὶ ἔψαλλον, βαδίζοντες, τὴν ὡραία λεβεντιὰ καὶ τὴν πατρίδα ποὺ ἐγιγαντώνετο μὲ τὸ θριαμβευτικὸ τῶν διάβα.

- Παπούλη, θέλω νὰ φιλήσω τὸν σταυρό σου γιὰ βοήθεια, κι ἂν πάγω, νὰ πάγω σὰν Χριστιανός...

- Ὁ σταυρὸς μαζί σας, παλληκάρια μου».

Καὶ ὅταν ἔφτασαν στὴν Δοϊράνη ἔσπευσαν νὰ λειτουργηθοῦν στὸν ναὸ τοῦ προφήτου Ἠλιοῦ. «Εἶπα ἐνώπιον πυκνοῦ ἐκκλησιάσματος ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ λεχθῆ ὑπὸ τὸ κράτος τοιούτων ἰσχυροτάτων ἐντυπώσεων, προσπαθήσας νὰ ἑρμηνεύσω τὰ ἀνεξερεύνητα τῆς Θείας Πρόνοιας ἥτις ηὐδόκησε νὰ ἐπιταχύνει τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἐθνικῶν χρησμῶν... 500 χρόνων». Καὶ πάλι Θεία Κοινωνία ἀπὸ τοὺς ἀθάνατους μαχητὲς τοῦ Κιλκίς, τὰ λαμπρὰ παλληκάρια ποὺ ἀπελευθέρωσαν τὴν Μακεδονία, αὐτὴν ποὺ ἔπνιξαν «οἱ βάτραχοι» στὸν βοῦρκο τῶν Πρεσπῶν.

«9 Μαρτίου 1940. Ἡμέρα Κυριακή. Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ μνήμη τῶν ἁγίων Σαράντα.

Στὸ μέτωπο τῆς Ἀλβανίας εἶναι παρὼν ὁ ἴδιος ὁ Μουσολίνι καὶ κατευθύνει προσωπικὰ τὴν περίφημη ἐαρινὴ ἐπίθεση.

Νιώθω μία ψυχικὴ ἀγαλλίαση, συνδυασμένη μὲ ἔντονη νευρικότητα.

Ἐνῶ δηλαδὴ νωρὶς τὸ πρωὶ ἑτοιμαζόμασταν γιὰ νὰ τελέσουμε στὸ σπίτι ποὺ μέναμε τὴ θεία Λειτουργία, ξαφνικὰ ἄρχισε καταιγισμὸς πυρὸς ἀπὸ ὅλμους τοῦ ἀντίπαλου πυροβολικοῦ.

Παππούλη μου, μοῦ λέει ὁ διοικητής, πῶς νὰ κάνουμε σήμερα Λειτουργία;

Σήμερα ἀκριβῶς ἐπιβάλλεται νὰ λειτουργήσουμε, ἀπάντησα ἐγώ, γιὰ νὰ μποῦμε κάτω ἀπὸ τὴν προστασία τοῦ Θεοῦ.

Ὁ διοικητὴς τελικὰ ὑποχώρησε, κι ἔτσι ἀπολαύσαμε τὴ θεία μυσταγωγία μὲ μία ὡραία χορωδία ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες, ἐνῶ ὁ γύρω χῶρος εἶχε μεταβληθεῖ σὲ κόλαση φωτιᾶς.

Στὴ Λειτουργία αὐτὴ ζήσαμε τὴ θαυμαστὴ παρουσία τοῦ Χριστοῦ.

Δύο φορὲς στὴν διάρκεια της ὀβίδες πυροβολικοῦ ἔγλειψαν τὴν ἄκρη τοῦ τοίχου τοῦ σπιτιοῦ μας καὶ ἔπεσαν στὸν ἀπέναντι χῶρο καὶ βυθίστηκαν στὸ χῶμα χωρὶς νὰ ἐκραγοῦν.

Ἄν ἔσκαζαν, θὰ σκοτωνόμασταν ὅλοι μέσα στὸ σπίτι... Τὴν μέρα αὐτὴ κοινώνησαν ὁ ὑποδιοικητής, ὁ ὑπασπιστὴς καὶ πολλοὶ στρατιῶτες τοῦ συντάγματος».

Διηγεῖται ὁ μακαριστὸς μητροπολίτης Ἀργολίδος Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος ποὺ ἐκοιμήθη στὶς 4 Ἰουλίου τοῦ 1985. Ὑπηρέτησε ὡς στρατιωτικὸς ἱερέας κατὰ τὴν γιγαντομαχία τοῦ '40. Στὶς ἀετοράχες τῆς Πίνδου καὶ τῆς Βορείου Ἠπείρου. Διηγήσεις ποὺ ἀποδεικνύουν πὼς ἡ Θεία Κοινωνία ἦταν ἡ μεγάλη δύναμη, ἡ ἐξ ὕψους βοήθεια, ποὺ θωράκιζε καὶ ἐνθάρρυνε τοὺς Ἕλληνες στὸ μέτωπο.

Παρέθεσα τρεῖς μαρτυρίες ἀπὸ τὰ τρία ψηλώματα τῆς ἐθνικῆς μας ἱστορίας, ἀπὸ τὴν Ἐπανάσταση 1821, τοὺς Βαλκανικοὺς Πολέμους τοῦ 1912-13 καὶ τὸ Ἔπος του 1940. Ἐπαναλαμβάνω: Τὰ ἅγια δισκοπότηρα ἀπελευθέρωσαν τὴν Πατρίδα. Ἡ Ἑλλάδα μεταλαμβάνει σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ καὶ πολεμᾶ γιὰ τὴν λευτεριά της.

Ἄς τὸ βάλουν ὅλοι καλὰ στὸ νοσηρὸ μυαλό τους, ὅσοι βλασφημοῦν κατὰ τῆς Θείας Κοινωνίας:

Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ «πολεμουμένη λαμπρότερα καθίσταται».

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς
«Πᾶνος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου