Στὸν Ὄρθρο τῆς Μεγάλης Τετάρτης, πού, ὅπως εἴπαμε, ψάλλεται τὸ ἑσπέρας τῆς Μεγάλης Τρίτης, ἐπιτελοῦμε ἀνάμνηση «τῆς ἀλειψάσης τὸν Κύριον μύρῳ πόρνης γυναικός», τὸ ὁποῖον συνέβη «μικρὸν πρὸ τοῦ σωτηρίου πάθους».
Ὅλη ἡ ὑμνολογία τῆς ἡμέρας περιστρέφεται γύρω ἀπὸ τὸ γεγονὸς αὐτό, ποὺ δείχνει τὴν ταπείνωση καὶ τὴν μετάνοια τῆς ἁμαρτωλῆς γυναικός. Ἡ πράξη της, μάλιστα, αὐτὴ παρουσιάζεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν κίνηση τοῦ Ἰούδα, ποὺ κατηγόρησε τὴν γυναῖκα γιὰ σπατάλη τοῦ μύρου, ἐνῷ ἐκεῖνος, τὴν ἴδια στιγμὴ ἔσπευδε νὰ ἀπεμπολήσῃ -«πουλήσῃ»- τὸν Κύριο γιὰ τριάκοντα ἀργύρια.























